Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2013

ΝΕΟΙ, ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ


Ο θεσμός του γάμου και της οικογένειας στριμώχνεται και ασφυκτιά, χάνει την ουσία της συνάντησης και συμπόρευσης, συχνά μετατρέπεται σε χωματερή συναισθημάτων ( Εφ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Κυριακή 1η Μαρτίου 2009 ) . Η περιγραφή αυτή, η οποία αποτυπώνει –κατά το μάλλον ή ήττον- την πραγματικότητα της εποχής, έρχεται σε αντίθεση με την εμπιστοσύνη που οι Έλληνες νέοι εξακολουθούν να περιβάλλουν το θεσμό. Τα ποσοστά της αξιοπιστίας του τείνουν να είναι σχεδόν απόλυτα. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι σε έρευνα της εταιρείας ALCO το 77 % των κοριτσιών και το 64% των αγοριών ηλικίας 16 έως 22 ετών (δηλαδή στην ηλικία της εφηβείας) δηλώνει απόλυτη προσήλωση στο θεσμό της οικογένειας, ενώ όσο μεγαλώνουν οι ηλικίες, τόσο αυξάνουν τα ποσοστά εμπιστοσύνης στον θεσμό, (εφ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2008 ) .Εύλογο το ερώτημα : Κάποιος εκφράζεται θετικά γι’ αυτό που ζει ή για εκείνο που θα ήθελε να ζει; Για ποιό λόγο όμως οι νέοι σήμερα, ενώ εμπιστεύονται , δεν αναλαμβάνουν την ευθύνη να κάνουν οικογένεια; Για ποιο λόγο τα ποσοστά διάλυσης των γάμων είναι μεγάλα; Με ποιο τρόπο μπορεί η Εκκλησία να βοηθήσει ποιμαντικά την οικογενειακή ζωή;
Η εποχή μας μπορεί να λειτουργεί μέσα από μηχανισμούς παγκόσμιας εμβέλειας, οι οποίοι προβάλλουν κοινές αξίες για το σύνολο των ανθρώπων, με κύριο όχημα την τηλεόραση, ωστόσο δεν μπορεί να καυχιέται ότι έχει λύσει τα ηθικά προβλήματα που ανακύπτουν στην καθημερινότητα της ζωής. Ηθικό δεν είναι μόνο το δέον, ένα αξιακό σύστημα το ποίο πηγάζει από την θρησκευτική και κοινωνική πραγματικότητα και το οποίο οφείλουν οι άνθρωποι να τηρήσουν. Σήμερα δεν είναι το γενικό μόνο το οποίο μας λείπει, αλλά και το προσωπικό ήθος. Γιατί εκεί κρίνεται η πορεία της κοινωνίας . Στο κατά πόσον τα πρόσωπα θα μπορέσουν να αντισταθούν στους ποικίλους πειρασμούς και τις προκλήσεις που καθιστούν την ύπαρξη των ηθικών κανόνων υποκρισία. Το μερικό χτίζει ή γκρεμίζει.
Γνωρίζουμε καλά πως ο κύριος εχθρός της οικογενειακής ζωής , όπως και κάθε άλλης μορφής κοινοτικής συμβίωσης , είναι οπ εγωισμός. Όχι ως επιθυμία και απαίτηση του καθενός να ζήσει ευτυχισμένος και πλήρης εσωτερικά, αλλά ως τάση ικανοποίησης μόνο της «ατομικής» επιθυμίας και απαίτησης. Η άρνηση άσκησης εσωτερικής «βίας», η οποία θα βοηθήσει να θεωρηθεί  η αγάπη και η συνύπαρξη ως η βάση για να χτιστεί η ευτυχία. Ο εγωισμός οδηγεί στο να προσδοκούμε την τελειότητα από τον Άλλο κι εκεί να βασίζουμε την ευτυχία μας, ενώ η ευτυχία δεν μπορεί παρά να είναι ο ίδιος ο Άλλος. Το πνεύμα της εποχής καθιστά τον Άλλο όργανο, μέσο της ευτυχίας  του «εγώ» μας. Και το μέσο αντικαθίσταται, όταν δεν εκπληρώνει τις προσδοκίες . Δεν υπάρχει, άλλωστε , κάτι ισχυρό εσωτερικά, το ποίο να λειτουργεί ως ανάχωμα στην κυριαρχία του δικαιώματος, της αντίληψης ότι «πάντα μοι ξεστιν» ( Α΄ Κορ. 6, 12 ).
Γι’ αυτό και τα παιδιά μεγαλώνουν σ’ ένα περιβάλλον στο οποίο η αγάπη μεταξύ των γονέων δεν είναι συνήθως ιδιαίτερα ορατή (άλλωστε «ο γάμος σκοτώνει τον έρωτα», καθότι όσο περνά ο καιρός νικιέται η επιθυμία του μοιράσματος και αυξάνει η ανάγκη για ατομική πληρότητα, ως συνέπεια του εγωισμού ), ενώ βιώνουν με διάφορες μορφές την προστατευτικότητά τους (μέριμνα για μάθηση και απόκτηση προσόντων, υπεραπασχόλησή τους, παρακολούθηση τηλεόρασης με τα πλείστα παρεχόμενα αρνητικά μηνύματα για την οικογένεια, ικανοποίηση επιθυμιών τους χωρίς μέτρο, χωρίς ουσιαστική επικοινωνία) , ενίοτε και την αδιαφορία τους. Αναμενόμενο αποτέλεσμα όλων αυτών τα πρότυπα τα οποία διαμορφώνονται μέσα τους να μην σχετίζονται με το κοινοτικό, αλλά με το ατομικό. Και ό,τι ατομικό νικιέται συνήθως εύκολα στην αναμέτρησή του με τα πρότυπα και τους πειρασμούς του κόσμου, ιδίως όταν δεν υπάρχει ουσιαστικά μηχανισμός άμυνας και εσωτερικής αντίστασης. Γι’ αυτό, τελικά, και τα ποσοστά διάλυσης των γάμων τείνουν να γίνουν συνεχώς αυξανόμενα ,ενώ οι νέοι αναβάλλουν την δημιουργία οικογένειας για αργότερα στη ζωή τους.
Πώς να μιλήσει λοιπόν κάποιος για την οικογένεια στα παιδιά και τους νέους, όταν η οικογένεια δεν είναι μια αφηρημένη ιδέα ή ένα όνειρο, αλλά μία βιωμένη πραγματικότητα; Ποιός μπορεί να είναι ο ρόλος της Εκκλησίας , η οποία είναι μεν οργανωμένη ως οικογένεια στα πλαίσια της Ενορίας, χωρίς όμως στην καθημερινότητά της να λειτουργεί έτσι;
Στην θεσμική, πνευματική και διοικητική της πράξη η Εκκλησία αντιμετωπίζει τα ίδια προβλήματα που βιώνει η σύγχρονη οικογένεια. Κατ’ αρχάς υπάρχει έλλειμμα συλλογικότητας στη ζωή μας. Τα περισσότερα μέλη της ενοριακής κοινότητας δεν ενδιαφέρονται για τις σχέσεις μεταξύ τους και με την Ενορία, αλλά μόνο για την ικανοποίηση των θρησκευτικών αναγκών τους. Στη θεωρία υπάρχουν πολλοί που ανήκουν στην ενορία. Στην πράξη  μία ελάχιστη μειοψηφία έχει ζωντανή σχέση μαζί της. Επιπλέον, ενώ στην Εκκλησία υπάρχουν σταθερά πλαίσια κανόνων και αξιών που διέπουν τη ζωή των ανθρώπων , όταν δεν υπάρχει η αγάπη , το προσωπικό ενδιαφέρον και η άγρυπνη διακονία εκ μέρους των πατέρων-ποιμένων, τότε η ενοριακή ζωή δίνει την εντύπωση μιας οικογένειας σε κρίση. Και έργο των ποιμένων-πατέρων είναι η φροντίδα, η διδαχή, η σταθερή τήρηση των αξιών και των παραδόσεων, όπως επίσης και η επιμέλεια και η ενημέρωση, ώστε η ενορία-οικογένεια να αντιμετωπίσει τις κάθε λογής προκλήσεις , που δεν είναι μόνο η οικονομική ένδεια   κάποιων παιδιών της ή η εκπλήρωση των θρησκευτικών αναγκών, αλλά η πνευματική επιβίωση σε μία εποχή όπου δεν είναι η πάλη «πρς αμα κα σάρκα», αλλά «πρς τς ρχάς, πρς τς ξουσίας, πρς τος κοσμοκράτορας το σκότους τούτου» ( Εφες. 6, 12 ) . Και οι εξουσίες έχουν να κάνουν με το σαρκικό φρόνημα , τις πολιτισμικές προτάσεις, την περιφρόνηση της πίστης και της ηθικής, και, τελικά, την άρνηση του λόγου ύπαρξης της ίδιας της ενορίας ως οικογένειας.
Επομένως, χρειάζεται η αυτοσυνειδησία από την πλευρά των Ενοριών και των ποιμένων-πατέρων ότι η  Εκκλησία είναι η μεγάλη οικογένεια του Θεού, η οποία στους κόλπους της χωρά την μικρότερη οικογένεια που είναι η Επισκοπή και οι ενορίες της, και στην συνέχεια την κατ’ οίκον εκκλησία. Στη βιωμένη πραγματικότητα της σύγχρονης οικογένειας, η Εκκλησία δεν μπορεί να δώσει πειστικό παράδειγμα πρότασης ζωής, εάν η ίδια δεν λειτουργεί ως πνευματική οικογένεια. Κι εδώ τα πρόσωπα διαδραματίζουν αποφασιστικό ρόλο. Όπως για να υπάρξει οικογένεια χρειάζονται ο άνδρας και η γυναίκα, έτσι και για να υπάρξει η πνευματική οικογένεια χρειάζονται οι ποιμένες που θα αγαπήσουν και θα αφιερωθούν στο έργο αυτό και εκείνα τα λαϊκά στελέχη, τα οποία θα συνδράμουν με αγάπη το έργο των ποιμένων κα θα δώσουν το μήνυμα  της συλλειτουργίας. Όχι με επιφάσεις λαϊκισμού και καλλιέργειας του ιδίου θελήματος που δίδουν οι απαιτήσεις για συνδιοίκηση, αλλά με βάση την πνευματική παράδοση της εκκλησιαστικής ζωής. Ο ποιμένας καλείται να αγαπήσει και να θυσιασθεί υπέρ της πνευματικής του οικογένειας κι εκείνη να υποτάσσεται στην αγάπη του και με ταπείνωση και υπακοή να βρει τους τρόπους  που θα κάνουν πράξη το θέλημα του Θεού.
Αν η Ενορία λειτουργεί ως οικογένεια, τότε η Εκκλησία μπορεί ευκολότερα να μιλήσει στους νέους γι’ αυτό που είναι βίωμά της. Διότι αν κάτι απουσιάζει ουσιαστικά από την σύγχρονη οικογένεια είναι ο εγωκεντρισμός της στο Σώμα του Χριστού. Κι αυτός ο εγωκεντρισμός φανερώνεται μέσα από λέξεις- έννοιες οι οποίες δεν φαίνεται να λειτουργούν στην εποχή μας ως κριτήρια ήθους. Αγάπη, ελευθερία, ευθύνη, ιερότητα, σεβασμός, πιστότητα, χαρά, μοίρασμα, προσφορά, συλλειτουργία, ανοχή, ανάπαυση του άλλου, είναι μερικές από αυτές, τις οποίες κάποιος χρειάζεται όχι μόνο να παρουσιάσει ως ιδέες ή ως θεωρία στους νέους, αλλά να δείξει πώς λειτουργούν στην πράξη.
Όπου αυτό γίνεται κατορθωτό στην ενοριακή ζωή, διαπιστώνουμε ότι τα παιδιά και οι νέοι ανταποκρίνονται. Κάνουν την Ενορία σπίτι τους. Προτιμούν, μάλιστα, να είναι περισσότερες ώρες στο ναό και τις δραστηριότητές του, παρά στο σπίτι τους. Και όχι μόνο αυτό. Χτίζουν βιώματα και εικόνες μοιράσματος, αισθάνονται ότι έχουν να προσφέρουν, βιώνουν την μοναδικότητα και την αξία του να είναι κανείς πρόσωπο, διότι πάντοτε υπάρχει κάποιος που να ακούσει τον προβληματισμό τους, να χαρεί και να λυπηθεί μαζί τους. Και αισθάνονται ότι η πίστη στον Θεό και η σωτηρία που είναι το ζητούμενο στην εκκλησιαστική ζωή δεν είναι λόγια ή απρόσωπες τελετές, αλλά πορεία κοινωνίας, «αλληλοπεριχώρησης».
Ο ατομοκεντρικός εγωισμός συνήθως νικιέται μέσα από την θλίψη και τον πόνο. Σπάει μέσα από τον κόπο. Αυτό όμως είναι ένα μάθημα ιδιαίτερα σκληρό για τον άνθρωπο, για το οποίο δεν ετοιμάζεται μέσα από την νοοτροπία της εποχής μας, ιδίως στα πλαίσια της σύγχρονης οικογένειας.
Αντί όμως να περιμένουμε τα παιδιά και οι νέοι να πονέσουν για να μάθουν, κάτι που έτσι κι αλλιώς θα είναι αναπόφευκτο, καλό θα ήταν να τους προετοιμάζουμε με το αντίδοτο της αναζήτησης της αληθινής τους ταυτότητας, τουτέστιν του προσώπου τους, το οποίο δεν μπορεί να βρεθεί εκτός της σχέσης τους με τον συνάνθρωπο, κι εμείς λέμε και με τον Χριστό, στην ενοριακή ζωή, στην Εκκλησία. Ο άνθρωπος που χτίζει σχέσεις αγάπης, ευθύνης και συλλειτουργίας δεν θα συντριβεί από τον πόνο και τον κόπο. Θα ταπεινωθεί και θα συναισθανθεί τα όριά του, δεν θα ζήσει όμως την απόγνωση της συνολικής αποτυχίας του ως ανθρώπου, ούτε θα μάθει να στρουθοκαμηλίζει στην λογική της αντικατάστασης των άλλων, τους οποίους δεν μπορεί να υποτάξει στις επιθυμίες του.
Θα ήταν πάντως ουτοπία να αναφερόμασταν στην οικογένεια αν δεν λάβουμε υπόψιν και την περιρέουσα ατμόσφαιρα, την βιωμένη πραγματικότητα. Δεν ωφελεί π.χ. να δικαιολογούμε προβληματικές καταστάσεις που αντιμετωπίζουν τα παιδιά στο σπίτι τους. Να επισημαίνουμε με καθηκοντολογική γλώσσα τι πρέπει να κάνουν και τι όχι. Πώς να αγαπήσουν άλλωστε τα παιδιά τους γονείς που δεν αγαπιούνται μεταξύ τους; Που τα αντιμετωπίζουν ως βάσανα μιας αποτυχημένης σχέσης ή που τα θεωρούν ως τον μοναδικό λόγο για να υπάρχει αυτή η σχέση; Εδώ η φύση υποχωρεί μπροστά στην οργή που η πραγματικότητα επιφέρει. Η παραδοχή της αποτυχίας, όσο επώδυνη κι αν είναι, παραμένει ίσως ο μοναδικός δρόμος για να χτιστεί κάτι νέο.
Γιατί εκεί έγκειται ίσως η λύση. Το να κατανοήσουν οι νέοι ότι δεν φταίει ο θεσμός για την αποτυχία των προσώπων και να αγωνιστούν οι ίδιοι να δούνε, μέσα από μία άλλη θέαση, την ζωή. Να ενθαρρυνθούν στο  να αναλάβουν την ευθύνη της αγάπης, η οποία συνοδεύεται από σταυρούς, αλλά κι Ανάσταση. Διότι η Εκκλησία δεν μιλά για μία ζωή γεμάτη συμβιβασμούς και δυστυχίες, αλλά για μια ζωή στην οποία « βασιλεία το Θεο ντς μν στί» ( Λουκ. 17, 21 ) . Το «εντός» δίδει ζωή και αντοχή. Για να είναι όμως «εντός»,  χρειάζεται η πορεία μας να στηρίζεται στο ήθος και την αγάπη. Κι εκεί χωλαίνουμε.
Οφείλουμε να το ομολογήσουμε ότι από την ζωή μας απουσιάζει ο Χριστός ως προτεραιότητα . Συνηθίζουμε να μιλούμε για τον Χριστό ,χωρίς να βιώνουμε τον Χριστό,  χωρίς δηλαδή να αισθανόμαστε πόσο καίριας σημασίας είναι η παρουσία του Ιδίου, πόσο το θέλημά Του και οι εντολές Του μορφοποιούν και ομορφαίνουν την ζωή μας. Και το δικό μας έλλειμμα μεταφέρεται στην επικοινωνία μας με τους νέους. Όσο κι αν γίνουμε ψυχολόγοι, κοινωνιολόγοι, συμβουλάτορες, κήρυκες, ο λόγος μας θα είναι μάταιος αν δεν καταδεικνύει τον ζωντανό Θεό, ο Οποίος μεταμορφώνει τις ζωές μας και τον τρόπο μας σε τρόπο της Βασιλείας Του.
Ο Χριστός δεν μίλησε στους ανθρώπους θεωρητικά ή φιλοσοφικά,  αλλά πνευματικά. Πήρε τον τρόπο της ζωής τους και τον έκανε εικόνες, παραβολές, σημεία. Αν πραγματικά θέλουμε να προσεγγίσουμε τους νέους και να τους μιλήσουμε τόσο για την οικογένεια όσο και για την ζωή τους χρειάζεται να πάρουμε κι εμείς τον τρόπο ζωής τους, τις παραστάσεις τους, την μουσική τους, τα όσα βιώνουν, ως αφορμές για να καταθέσουμε λόγο που θα ζυμώσει  το φύραμα του κόσμου στον οποίο ζούμε, χωρίς να οχυρωνόμαστε στην ακαμψία της αυθεντίας του παρελθόντος, αλλά με όπλο την αγάπη που υπερβαίνει τον χρόνο.
Ούτε έχει νόημα η θεωρητική εξήγηση της σημασίας που έχει η οικογένεια για την ζωή του ανθρώπου. Δεν χτίζονται συνειδήσεις με συλλογισμούς και επιχειρήματα, αλλά με βίωση αληθινών σχέσεων. Κι εκεί χρειάζεται να ξαναδούμε την επαφή μας με το ήθος της εποχής. Διότι ενίοτε έχουμε εμείνει σε μία απαγορευτική λογική άρνησης και όχι σε μια προσπάθεια συνδρομής στην οικοδόμηση σχέσεων με ποιότητα αγάπης και ευθύνης. Όταν απουσιάζει ο Χριστός, τότε κραδαίνουμε φόβητρα, επιτίμια, λογικές καθαρότητας. Ποιοι μπορούν πλέον να καταλάβουν αυτές τις εικόνες , όταν ο έρωτας και η αγάπη έχει απωλέσει εντελώς το στοιχείο της ιερότητας και όταν η ευλογία του Θεού δεν αγγίζει σχεδόν καμία πτυχή της καθημερινής ζωής μας, έχοντας μετατραπεί σε τυπολατρία;   
Τέλος, είναι ανάγκη όσοι μιλούμε με τους νέους, ιερείς, γονείς εκπαιδευτικοί, καθηγητές, ειδικοί, να μοιραστούμε μαζί τους τον προσωπικό μας αγώνα. Το δικό μας βίωμα. Τις χαρές και τις δυσκολίες μας είτε έχουμε και φυσική είτε μόνο πνευματική οικογένεια. Δεν αρκεί π.χ. να μιλάμε για τις ζωές των αγίων όταν οι νέοι έχουν μπροστά τους εμάς. Εμάς κρίνουν και από εμάς διαμορφώνουν άποψη. Όχι γιατί μας θεωρούν πρότυπα, αλλά γιατί θέλουν να βλέπουν ότι είμαστε ειλικρινείς στην πτώση και την ανάστασή μας. Και λείπει αυτό σήμερα. Η ειλικρίνεια του να μοιραστούμε τον πραγματικό εαυτό μας και όχι το είδωλό του.
Σ’ έναν κόσμο που βομβαρδίζει τους νέους μας με πλήθος εικόνων και μηνυμάτων, που διαμορφώνει συνειδήσεις μακριά από την πίστη, αλλά και δημιουργεί την αίσθηση ότι για να κάνει κάποιος οικογένεια χρειάζεται να φθάσει κοντά στα σαράντα, να έχει ζήσει την ζωή του, πρωτίστως να έχει χρήματα στην άκρη , και μετά ως απόμαχος της νιότης να δει τον εαυτό του αποκατεστημένο , χωρίς να μπορεί να αφήνει κατά μέρος το «εγώ» του , είναι αναμενόμενο πως ο όποιος εκκλησιαστικός λόγος δεν αρκεί. Η πορεία της οικογένειας , παρά την αξιοπιστία με την οποία οι νέοι την περιβάλλουν , είναι φθίνουσα. Αν δεν εμφυσήσουμε στους νεώτερους την εμπιστοσύνη στον Χριστό, όπως επίσης αν δεν τους μάθουμε να είναι ευχαριστημένοι με λιγότερα αγαθά και προνόμια στη ζωή τους, με τελικό γνώμονα η ελευθερία της αγάπης , η χαρά και η ευλογία της ευθύνης και του μοιράσματος να είναι ό,τι δίδει νόημα στην πορεία τους στη ζωή, είναι ελάχιστες οι πιθανότητες ανάσχεσης της φθοράς.
Η Εκκλησία τελικά καλείται να επανεύρει το ύψος της ενορίας ως οικογένειας, για να έχει έμπρακτο δικαίωμα όχι απλώς να μιλά, αλλά να δείχνει πώς είναι η κοινότητα. Με τρόπους που είναι βγαλμένοι μέσα από την παράδοση της, και ιδίως το βίωμα του αυθεντικού μοναχισμού, να εργασθεί στην κατεύθυνση της οικοδόμησης προσώπων, τα οποία δεν θα βάζουν ως κριτήριο ζωής τον ατομισμό, αλλά την χαρά της συνύπαρξης. Της σχέσης που δεν θεωρεί τον Άλλο ως αντικείμενο, αλλά ως ευλογία.


Πηγή: « η αγάπη είναι απλή
μα θέλει κόπο»
Δρόμοι για την σύγχρονη οικογένεια…
Πρωτοπρεσβυτέρου Θεμιστοκλή Μουρτζανού
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ


ΑΘΗΝΑ 2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου