Κυριακή, 28 Νοεμβρίου 2010

Ο ΓΕΡΩΝ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΣΛΙΔΗΣ

Ο ΓΕΡΩΝ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΣΛΙΔΗΣ
(Σύντομο βιογραφικό)


Ο γέρων Γεώργιος Καρσλίδης (κατά κόσμον Αθανάσιος) , γεννήθηκε στην Αργυρούπολη (Γκιουμούς Χανέ) του Πόντου το 1901 από γονείς ευσεβείς και εκοιμήθη εν Κυρίω στις 4 Νοεμβρίου 1959 στου; Ταξιάρχες ( Σίψα ) Δράμας, όπου και ετάφη. Οι ευλαβείς γονείς του πέθαναν ,όταν εκείνος ήταν σε βρεφική ηλικία , και την ανατροφή του ανέλαβε η γιαγιά του , που τον καθοδηγούσε στον δρόμο του Θεού και σε ηλικία επτά ετών τον πήγε στο Μοναστήρι της Παναγίας του Σουμελά και ο μικρός Αθανάσιος έμεινε κατάπληκτος με όσα είδε και άκουσε. Ο παππούς του, που ήταν χαλκωματάς , πήρε όλη την οικογένειά του και πήγε στα μέρη του Ερζερούμ για δουλειά και από κει στον Καύκασο. Όταν πέθανε ο παππούς του, αναγκάστηκε να μείνη με τον αδελφό του που ήταν παντρεμένος, μολονότι η νύφη δεν τον συμπαθούσε και του φέρονταν άσχημα. Πληγωμένος από αυτήν την συμπεριφορά, πήρε μια μέρα το σακκίδιό του, όπου έβαλε μέσα το θυμιατήρι και τον σταυρό του, καθώς και το πιστοποιητικό γεννήσεώς του, και έφυγε χωρίς να ξέρη, πού θα πάη. Έκανε αρκετό δρόμο μέσα στον χειμώνα και όταν βράδυασε αναγκάστηκε να χωθή στην κοιλότητα του βράχου. Την νύχτα όμως έπεσε χιόνι και σκέπασε τον βράχο. Το πρωί, ακούγοντας θόρυβο γύρω του, έβγαλε το χέρι του από το χιόνι για να ζητήση βοήθεια. Την ώρα εκείνη περνούσε από κει ένα καραβάνι και οι περαστικοί, όταν είδαν το χέρι του νεαρού παιδιού, τον έβγαλαν από το χιόνι και τον πήραν μαζί τους. Και όταν μπήκαν στην επικράτεια της Τουρκίας, τον έδωσαν σε κάποιο Τούρκο για να τον έχει βοηθό στο βόσκημα των κοπαδιών του. Ο Τούρκος όμως ήταν κρυπτοχριστιανός και Έλληνας στην καταγωγή, αλλά έκανε τον Τούρκο για να επιβιώση. Στο υπόγειο του σπιτιού που του είχε μία μικρή εκκλησία για να προσεύχεται.
Μιάν ημέρα, που βρισκόταν στην βοσκή των κοπαδιών ο Αθανάσιος, είδε τρεις άντρες να ψέλνουν πολύ ωραία και έτρεξε προς το μέρος τους. Παράτησε τα ζώα, που έβοσκε, και τους ακολούθησε. Προχώρησε λίγο μαζί τους και σε λίγο οι άντρες εξαφανίστηκαν απότομα. Τότε εκείνος άρχισε να κλαίη και γύρισε στο σπίτι του αφεντικού του, όπου του αποκάλυψε τι του συνέβη. Ο κρυπτοχριστιανός αφέντης του κατάλαβε τι είχε συμβή. Τον κατέβασε στο υπόγειο να δη όλες τις εικόνες , που είχε στην εκκλησία του. Μόλις είδε ο Αθανάσιος τους Τρείς Ιεράρχες είπε ότι αυτοί οι τρεις ήταν εκείνοι , που έψελναν στο βουνό. Ο καλόψυχος κρυπτοχριστιανός είδε ότι ο νεαρός Πόντιος έπρεπε να ακολουθήση άλλον δρόμο. Τον έστειλε στην Τυφλίδα της Γεωργίας , όπου υπήρχε η ονομαστή και πολυπρόσωπη Μονή της Ζωοδόχου Πηγής. Εκεί βρισκόταν ένας επίσκοπος γνωστός της οικογένειας Καρσλίδη και πήρε κοντά του τον Αθανάσιο και άρχισε να τον νουθετή και να τον κατηχή στα της Πίστεως. Έτσι έμαθε ο νεαρός την γεωργιανή γλώσσα , παράλληλα με την ελληνική, και την εκκλησιαστική τάξη ως την ηλικία των δεκάξι ετών. Το 1917, οπότε κείρεται μοναχός με το όνομα Γεώργιος, ξεσπά η επανάσταση των Μπολσεβίκων στην Ρωσία και αρχίζουν μεγάλες και φοβερές διώξεις κατά της Εκκλησίας. Σφάζονται οι κληρικοί, καταστρέφονται οι ναοί και καίγονται τα βιβλία στου;ς ναούς και τα μοναστήρια. Τα ίδια έγιναν και στην Μονή Ζωοδόχου Πηγής. Σκότωσαν τους περισσότερους κληρικούς και μοναχούς. Μερικοί κατάφεραν να κρυφτούν και μαζί τους και ο Γεώργιος, νεαρός μοναχός ,αλλά με ακλόνητη πίστη στον Θεόν. Όταν τους ανακάλυψαν οι Μπολσεβίκοι, τους έρριξαν σε έναν μεγάλο λάκκο να τους εκτελέσουν με τουφεκισμό. Ο π. Γεώργιος Καρσλίδης δέχτηκε μια σφαίρα στην καρδιά. Δεν τρύπησε όμως το σώμα του, διότι φορούσε το εγκόλπιον της Παναγίας. Έμεινε ανάμεσα στα πτώματα όλη την νύχτα και το πρωί ένα φορτηγό των επαναστατών μετέφερε στο νοσοκομείο εκείνους, που είχαν τραυματισθή και μαζί τους και τον π. Γεώργιον.
Ύστερα από πολλές περιπέτειες φεύγει από την Τυφλίδα και πηγαίνει στο Σοχούμ, όπου μένει ως το 1929. Τότε, μαζί με μερικούς άλλους, κατεβαίνη στην Ελλάδα ως Έλληνας , και μένει δέκα μήνες στο Κιλκίς, όπου συναντά κάποια θεία του ανάμεσα στους πρόσφυγες. Τον επόμενο χρόνο, το 1930, πηγαίνει στο χωριό Ταξιάρχες ( Σίψα ) της Δράμας. Το 1933, κατά την διανομή χωραφιών στους πρόσφυγες, του δίνουν ένα αγροτεμάχιον 5-6 στρεμμάτων. Τότε χτίζει με άλλους πρόσφυγες ένα παρεκκλήσι της Παναγίας και μαζί με έναν μικρό ξενώνα, όπου και εγκαθίσταται. Τον άλλον χρόνον, το 1934, με την βοήθεια των κατοίκων της περιοχής, χτίζει το μικρό μοναστήρι της Αναλήψεως του Σωτήρος και εκεί θα περάση την υπόλοιπη ζωή του με άσκηση και προσευχή. Το 1936 θα επισκεφθή τα Ιεροσόλυμα, όπου συναντά έναν θείο του, επίσκοπο, που έχει αποσυρθή στην Μονή του Αγίου Σάββα, έξω από τα Ιεροσόλυμα. Ο π. Γεώργιος, που έλαβε και την ιερωσύνην, μολονότι ήταν κατά κόσμον ολιγογράμματος, αλλά κατά Θεόν σοφός, υπήρξε χαρισματούχος λειτουργός του Υψίστου. Ο ιερομόναχος Γέρων Γεώργιος ήταν προορατικός , διορατικός και θαυματουργός και δεν ήταν λίγα τα θαύματα που είχε επιτελέσει όταν βρισκόταν σε αυτή την ζωή, και ευεργέτησε αμέτρητες ψυχές, που ζητούσαν την βοήθειά του. Ασκητικός, ταπεινός, θεοκίνητος έζησε βίον οσιακόν και απεχώρησε από αυτόν τον κόσμον σε ηλικία 58 ετών, αφού ταλαιπωρήθηκε σε όλη του την ζωή, αλλά και έδωσε την καλήν μαρτυρία της Πίστεως εν Κυρίω. Διότι όσοι αγαπούν αληθινά τον Χριστό μετέχουν συνεχώς στην αγιαστική χάριν του Θεού και ζουν από τώρα την ουράνια δόξα της αγάπης και της παντοδυναμίας του Θεού. Και το φως αυτής της υπερένδοξης αγάπης φώτιζε όλην την επίγεια ζωή του οσίου Γέροντος Γεωργίου Καρσλίδη. Όσιε Γέροντα Γεώργιε, πρέσβευε υπέρ όλων ημών!


ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΕΣ ΚΑΙ ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΡΣΛΙΔΗ

• «Όταν πηγαίνετε στην εκκλησία να φροντίσετε να πηγαίνετε όσον μπορείτε πρωί και μόλις μπείτε στην εκκλησία να κλείνετε το στόμα σας και σιγά-σιγά να ανάβετε το κερί σας και να στέκεσθε πάντα στην ίδια θέση. Ούτε να κάθεστε την ώρα της θείας λειτουργίας χωρίς λόγο. Ο νους σας να μην ξεφεύγει εδώ κι εκεί. Από την ώρα που θα μπαίνετε στην εκκλησία μέχρι να τελειώση, να το παίρνετε απόφαση, μια ώρα θα μείνετε, να την διαθέσετε για προσευχή».
• «Όταν τελειώση η θεία λειτουργία να πλησιάσετε με την σειρά και με σεβασμό στην Ωραία Πύλη , να πάρετε αντίδωρο με ενωμένα τα χέρια και στο δεξί χέρι να πάρετε το αντίδωρο. Αφού το φάτε, να μην ρίξετε τα ψίχουλα , που θα τύχη να σας μείνουν στα χέρια σας. Θα τα ρίξετε μέσα στην άμμο, που είναι στα μανουάλια και μετά θα πείτε καλημέρα».
• «Δεν έχουμε το δικαίωμα , όταν πάμε στην εκκλησία, να προσκυνάμε τις εικόνες του τέμπλου, αλλά τα προσκυνητάρια, που είναι μόλις μπαίνουμε στην εκκλησία. Τις εικόνες του τέμπλου, έχουμε ο δικαίωμα να τις χαιρετούμε τα Χριστούγεννα, το Πάσχα , τον Δεκαπενταύγουστο και όταν πρόκειται να κοινωνήσουμε».
• «Όταν πρόκειται να κοινωνήσετε χρειάζεται προετοιμασία. Πρώτο και βασικόν είναι η εξομολόγηση. Ό,τι σας βαραίνει την ψυχή σας, δηλαδή πού φταίξατε, να το πήτε στον πνευματικό σας πατέρα και πάντα να εξομολογείστε στον ίδιο πνευματικό, όχι κάθε φορά να αλλάζετε πνευματικό. Γιατί όπως πάμε σε έναν καλό γιατρό και για πρώτη φορά μας ρωτάει “πώς λέγεσαι” και μας κάνει κάρτα και όταν ξαναπάμε δεν το λέμε από την αρχή, αλλά παίρνει ο γιατρός την κάρτα μας και με λίγα λόγια , που θα μας ρωτήση, μας δίνει τα φάρμακα, που πρέπει να πάρουμε, έτσι και ο πνευματικός μας πρέπει να ξέρη πώς βαδίζουμε στην ζωή μας».
• «Αφού εξομολογηθούμε από τα βάθη της καρδιάς μας, χωρίς να κρύψουμε και το ελάχιστον αμάρτημά μας, πλένουμε την ψυχή μας, όπως όταν πρόκειται να πάρουμε την Αγία Κοινωνία. Καθαρίζουμε το σπίτι μας, πλένουμε όλα μας τα ρούχα και τα πάντα καθαρίζουμε ,γιατί θα πάρουμε τον Χριστό μέσα μας. Βασικότερο είμαι να καθαρίσουμε πρώτα την ψυχή μας γίνεται με την εξομολόγηση».
• «Αφού εξομολογηθούμε θα φροντίσουμε να κάνουμε έναν έλεγχο με προσοχή στον εαυτό μας , μη τυχόν φταίξαμε σε κάποιον, αν η συνείδησή μας μας ελέγχει, είμαστε υποχρεωμένοι να πλησιάσουμε αυτόν ,που πικράναμε και να του ζητήσουμε με μεγάλη ταπείνωση να μας συγχωρήση. Κι αν ακόμη κάποιος μας πίκρανε πολύ, αυτόν θα τον πλησιάσουμε και θα του δώσουμε το χέρι με αγάπη Χριστού. Γιατί δεν πρέπει να ζητήσουμε συγχώρηση μόνο από αυτόν, που πικράναμε, αλλά και από αυτόν , που μας πίκρανε, να του δώσουμε το χέρι με πραγματική αγάπη , χωρίς εγωισμό, αλλά με ταπείνωση και να του πούμε: « Έλα αδελφέ κάποτε ψυχρανθήκαμε, χωρίς βέβαια να ρίξουμε όλο το βάρος σ’ εκείνον, γιατί αν του πούμε ότι έφταιξε εκείνος δεν έχει καμιά σημασία, ενώ αν του πούμε ότι φταίξαμε και οι δύο, δεν θα γίνη σκανδαλισμός, δεν θα παραχθή, όταν του πούμε ότι κάποτε ψυχρανθήκαμε, αδελφέ, αλλά ας δώσουμε τα χέρια μας, γιατί θα κοινωνήσουμε. Εάν δεν δεχθή, εμείς δεν πρέπει να θυμώσουμε, αλλά να πάμε σπίτι να προσευχηθούμε και να παρακαλέσουμε τον Θεόν να τον συγχωρήση. Τότε μόνο θα συγχωρηθούμε κι εμείς».
• «Την παραμονή το βράδυ, που θα κοινωνήσουμε, πρέπει να διαβάσουμε τους Χαιρετισμούς της Παναγίας, του Τιμίου Σταυρού, την Παράκλησι της Παναγίας, του Χριστού και την (Ακολουθία) της Μεταλήψεως. Όσοι δεν ξέρουν να διαβάζουν, να τους διαβάση κάποιος άλλος. Θα αργήσουν βέβαια οι προσευχές αυτές να διαβαστούν, αλλά πρέπει κανονικά ως τις τρεις τη νύχτα να προσευχόμεθα, γιατί ως τις τρεις οι ουρανοί είναι ανοικτοί και η προσευχή μας εισακούεται. Αφού τελειώσουμε την προσευχή μας, θα κοιμηθούμε , αλλά το πρωί θα πάμε πολύ νωρίς στην εκκλησία να παρακολουθήσουμε από την αρχή την Θεία Λειτουργία»….

• «Ο δρόμος του Χριστού είναι να αγαπάμε όλους τους ανθρώπους και αυτούς, που μας αγαπούν και αυτούς που μας μισούν. Να έχετε πραότητα και αν σας προσβάλλη ο άλλος, , να μη θέλετε να τον εκδικηθείτε, αλλά να τον συγχωρείτε και να του δείχνετε καλοσύνη. Και με την αγάπη, που θα του δείξετε, θα τον υποχρεώσετε να σας ζητήση συγγνώμη, εάν βέβαια είναι άνθρωπος με συνείδηση. Γιατί, παιδιά μου, από το καλό έρχεται καλό, από το κακό ποτέ δεν έρχεται καλοσύνη. Γι’ αυτό και σεις μη μαλώνετε με έναν άνθρωπο, που θα σας πειράξη, γιατί θα πληθύνη το κακό, αλλά δείξετε του καλοσύνη για να ηρεμήση και να έχετε μισθό από τον Θεόν. “Αλλήλων τα βάρη βαστάζετε” μας λέγει ο Χριστός».
• « Ο Θεός θέλει να ελέγχουμε μόνον τον εαυτό μας. Εμείw όμως κάνουμε το αντίθετο. Ελέγχουμε όλους εκτός από τον εαυτό μας. Δεν έχει αξία, όσα καλά έργα και αν κάνουμε , όταν κρίνουμε τους άλλους κι εμείς νομίζουμε ότι είμαστε τέλειοι».
• «Τα δικαστήρια είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση. Να προσέχετε πολύ σ’ αυτές τις πόρτες. Να τις αποφεύγετε. Αν τύχη όμως και πάτε, να λέτε πάντα την αλήθεια και αμέσως να εξομολογείσθε. Γιατί το άλλο δικαστήριο είναι το φοβερό. Εκείνο, που θα κριθούμε όλοι».
• «Εάν αυτά (εξομολόγηση και Θεία Κοινωνία) δεν τα έχουμε κάνει, τότε αλλοίμονό μας, γιατί η Αγία Κοινωνία είναι το εισιτήριο για τον άλλο κόσμο. Και το εισιτήριον αυτό δεν πληρώνεται με χρήματα ούτε και μπορούμε να γυρίσουμε πίσω για να κάνουμε τα καθήκοντά μας. Γι’ αυτό, αγαπημένα μου παιδιά , σας παρακαλώ, να είστε έτοιμοι πάντα. Μην περιμένετε την τελευταία στιγμή να ετοιμαστείτε για την άλλη ζωή, γιατί ούτε την ημέρα ξέρουμε, ούτε την ώρα, που θα φύγουμε από αυτόν τον κόσμο. Το ταξίδι αυτό δεν το κάνουμε εμείς όποια ώρα θέλουμε. Αυτό εξαρτάται από άλλον».
• «Παιδιά μου, ο κόσμος έχει φύγει από την αθωότητα κι από την καλωσύνη. Κάθε μέρα και προς το κακό φροντίζει να βαδίζη. Όσο περνούν τα χρόνια βαδίζουμε στην καταστροφή και ο Θεός αυτά δεν τα θέλει. Πόση διαφορά υπάρχει (σήμερα) από πριν πενήντα χρόνια».
• «Η προσευχή και η ελεημοσύνη πάνε μαζί. Αν κάνης προσευχή χωρίς ελεημοσύνη, τότε νεκρή είναι και η προσευχή σου».
• «Όλοι θα φύγουν από δω μία μέρα. Εδώ είμαστε περαστικοί διαβάτες. Ήρθαμε να δείξουμε τα έργα μας και να φύγουμε… Πάντοτε αγάπη και σ’ αυτούς, που μας αγαπούν, και σ’ αυτούς ,που μας μισούν. Να τους συγχωρούμε και να τους αγαπούμε όσον μεγάλο κακό κι αν μας έχουν κάνει. Τότε είμαστε τέκνα του Θεού και τότε συγχωρούνται και τα δικά μας αμαρτήματα. Γιατί όλοι μας αμαρτάνουμε κάθε τόσο. Αφού στην γη πατήσαμε και σάρκα φορέσαμε, κάθε βήμα και αμαρτία… Πάντα αγάπη να κηρύττετε. Αυτός είναι ο πιο βασικός νόμος του Θεού. Αγάπη και μόνον αγάπη».
• «Ποτέ σου να μη ζηλέψης τον πλούτο, ούτε τις φαντασίες. Πάντα να ζης σεμνά και ταπεινά, χωρίς εγωισμό. Γιατί ο εγωισμός είναι φοβερό αμάρτημα. Όταν ακούς ότι συκοφαντούν κάποιον, ας είναι και αλήθεια, ποτέ σου να μη συμπληρώνης κατηγορίες, αλλά πάντα να λες το καλό και να λυπάσαι. Πάντα να φροντίζης να αγαπάς τους φτωχούς, τους γέρους, τα ορφανά, τους αρρώστους».
• «Νηστεία, αγρυπνία και προσευχή είναι τα ουράνια χαρίσματα. Δεν αρκεί μόνον η πίστη. Χρειάζονται και έργα. Προστασία στα ορφανά, ελεημοσύνη στους φτωχούς».
• «Το βάπτισμα είναι ένα από τα επτά μυστήρια. Για να βαπτίσουν ένα παιδί, πρέπει οι γονείς και ο νονός ή η νονά , να κάνουν τρεις ημέρες εγκράτεια πριν το βάπτισμα και τρεις μέρες μετά».
• «Αν θέλουμε να είμαστε πραγματικά Χριστιανοί, πρέπει να ακολουθήσουμε τα χνάρια του Χριστού μας. Πρέπει πάντα να συγχωρούμε και όχι να βλαστημούμε αυτούς, που μας έφταιξαν».




Από το : «ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ
της εποχής μας»
(Λόγοι και πράξεις Αγίων Γερόντων
των ημερών μας εις ενίσχυσιν και
παρηγορίαν των πιστών )
Π. Μ . ΣΩΤΗΡΧΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ: ΠΑΡΟΥΣΙΑ

Παρασκευή, 26 Νοεμβρίου 2010

Από το βιβλίο: «ΠΑΤΕΡΙΚΟΝ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ»

ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ
για τον ιερό ναό της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου των Σπηλαίων


Η θεοφρούρητη εκκλησία των Σπηλαίων δοξάστηκε από τον Κύριο με αξιοθαύμαστα σημεία και κατά τον εγκαινιασμό της, τον Αύγουστο του 1089 , όταν ηγεμόνας στο Κίεβο ήταν ο Βσέβολοντ Γιαροσλάβιτς και ο μητροπολίτης ο Ιωάννης Β΄.
Να τι έγινε ακριβώς:
Μόλις τελείωσε η αγιογράφηση του ναού, οι αδελφοί της Λαύρας θέλησαν να κάνουν τα εγκαίνιά του. Άρχισαν τις ετοιμασίες, αλλά δεν εύρισκαν μονοκόμματη μαρμάρινη πλάκα, κατάλληλη για την αγία τράπεζα του ιερού. Μετά από πολλές και άκαρπες προσπάθειες, κι ενώ κανένας τεχνίτης δεν αναλάμβανε να ετοιμάση μια τόσο μεγάλη πλάκα, αποφάσισαν να κατασκευάσουν μια ξύλινη και μ’ αυτή να εγκαινιάσουν το ναό.
Ο μητροπολίτης Ιωάννης όμως δεν θεωρούσε σωστό να εγκαινιαστή με ξύλινη πλάκα ένας ναός όχι μόνο τόσο μεγαλόπρεπος, αλλά και θεοϊδρυτος και σημειοφόρος. Καθυστερούσε λοιπόν να καθορίση μέρα την εγκαινίων. Αλλ’ αυτή η χρονοτριβή έριξε σε μεγάλη θλίψη τον ηγούμενο Ιωάννη και τους αδελφούς .
Στις 13 Αυγούστου το απόγευμα οι πατέρες άνοιξαν την εκκλησία για τον εσπερινό. Και τι βλέπουν! Μπροστά στο ιερό – ω των θαυμασίων Σου, Κύριε! – μια μεγάλη μαρμάρινη πλάκα και τέσσερις μαρμάρινες κολόνες, ό,τι ακριβώς χρειαζόταν για την κατασκευή της αγίας τραπέζης!
Χωρίς καθυστέρηση ειδοποίησαν τον μητροπολίτη. Κι εκείνος, αναπέμποντας ευχαριστίες στον Κύριο, έδωσε εντολή να ετοιμαστούν για τα εγκαίνια την άλλη κιόλας ημέρα.
Πολλοί προσπάθησαν να εξακριβώσουν από πού, από ποιόν και με ποιο τρόπο ήρθε ξαφνικά η πλάκα εκείνη στην κλειστή εκκλησία. Μάταια όμως. Οι πατέρες της Λαύρας διέδωσαν παντού ότι θα έδιναν αμοιβή τρία ασημένια νομίσματα στον τεχνίτη που θ’ αποδείκνυε ότι κατασκεύασε την πλάκα. Όσο κι αν έψαξαν όμως, όσο κι αν περίμεναν , ο μάστορας δεν βρέθηκε. Ήταν φανερό πως ο ίδιος ο Κύριος, ο προνοητής κάθε καλού, φρόντισε να φέρη στη μονή την αγία τράπεζα, όπου θα παρέθετε το άχραντο Σώμα Του και το τίμιο Αίμα Του.
Ο μητροπολίτης Ιωάννης έπεσε σε θλίψη, γιατί την άλλη μέρα , 14 Αυγούστου, θα έκανε τα εγκαίνια της εκκλησίας μόνος του, χωρίς τη συμμετοχή και άλλων αρχιερέων. Να καλέση τους επισκόπους του των γειτονικών επαρχιών ήταν αδύνατο, λόγω των μεγάλων αποστάσεων. Τι θα έκανε λοιπόν; Τίποτε άλλο, από το να εγκαινιάση το ναό μόνος…
Την άλλη μέρα όμως, λίγο πριν αρχίση η τελετή, παρουσιάστηκαν στη μονή οι επίσκοποι Ιωάννης του Τσερνιγώφ, Αντώνιος του Γιούργιεφ, Λουκάς του Μπέλγκοροντ και Ησαΐας του Ροστώφ.
Έκπληκτος από τον απροσδόκητο ερχομό τους ο μητροπολίτης Ιωάννης τους ρώτησε:
- Πώς ήρθατε , αφού δεν μπόρεσα να σας ειδοποιήσω;
Οι επίσκοποι τον κοίταξαν με απορία και αποκρίθηκαν:
- Μα, Βλαντίκα, αφού ήρθε και μας βρήκε ένας νεαρός μοναχός, απεσταλμένος σου! «Στις 14 Αυγούστου», μας είπε, «θα γίνουν τα εγκαίνια της εκκλησίας των Σπηλαίων. Ετοιμαστήτε να πάτε και να συλλειτουργήσετε μαζί με το μητροπολίτη Ιωάννη».
Μάλιστα ο επίσκοπος Αντώνιος του Γιούργιεφ πρόσθεσε:
- Και να σκεφτήτε ότι εγώ ήμουν άρρωστος μέχρι χθες το βράδυ. Ήρθε λοιπόν αυτός ο άγνωστός μου μοναχός και μου είπε: «Αύριο θα γίνουν τα εγκαίνια της εκκλησίας των Σπηλαίων. Να είσαι εκεί». Δεν πρόλαβα να του εξηγήσω πως είμαι άρρωστος , γιατί εξαφανίστηκε. Αλλά τι να δω! Ενώ μέχρι τότε δεν μπορούσα να σταθώ στα πόδια μου, μετά την αναχώρηση του μοναχού σηκώθηκα όρθιος κι ένιωθα υγιέστατος! Ξεκίνησα αμέσως για το Σπήλαιο, και να, είμαι εδώ σύμφωνα με την εντολή σου!
Ο μητροπολίτης Ιωάννης θέλησε ν’ αρχίση έρευνες για να βρη τους μοναχούς που ειδοποίησαν τους επισκόπους. Δεν πρόλαβε όμως. Γιατί τον καθήλωσε μια φοβερή φωνή, που ακούστηκε από τον ουρανό:
- «Εξέλιπον οι εξερευνώντες εξερευνήσεις»!
Γεμάτος δέος ο ιεράρχης ύψωσε τα χέρια προς τον ουρανό και είπε:
- Ω παναγία, Κυρία Θεοτόκε! Όπως κατά την αγία κοίμησή σου κάλεσες τους αποστόλους από τα πέρατα της οικουμένης για να παραβρεθούν στη σεπτή ταφή σου, έτσι και τώρα κάλεσες τους διαδόχους των αποστόλων και συλλειτουργούς μου για τα εγκαίνια του ιερού ναού σου! Ευλόγησε το έργο μας για τη δόξα του Θεού και τη δική σου!
Ιερό ρίγος διαπέρασε όλους τους δούλους του Θεού- επισκόπους, ιερείς, μοναχούς, λαϊκούς- που αυθόρμητα και με δάκρυα κατανύξεως φώναζαν:
- Κύριε ελέησον! Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς!...
Αλλά να! Θαύματα ακολουθούσαν τα θαύματα, Γιατί σε λίγο, ενώ γινόταν η ακολουθία των εγκαινίων, την ώρα που βρίσκονταν όλοι έξω από το ναό κι έκαναν γύρω του την καθιερωμένη λιτανεία, συνέβη κι άλλο παράδοξο.
Όταν πλησίασαν στην κλεισμένη πύλη της εκκλησίας, ψάλλοντας το «άρατε πύλας, οι άρχοντες ημών, και επάρθητε, πύλαι αιώνιοι, και εισελεύσεται ο βασιλεύς της δόξης», κανείς δεν είχε μείνει μέσα για να ρωτήσει το «τις εστιν ούτος ο βασιλεύς της δόξης».
Σιωπή αμηχανίας επικράτησε για λίγα δευτερόλεπτα.
Και αμέσως μετά ακούστηκε μια υπέροχη, μυριόστομη ψαλμωδία από το εσωτερικό του ναού:
- «Τις εστιν ούτος ο βασιλεύς της δόξης;»
- «Κύριος κραταιός και δυνατός , Κύριος δυνατός εν πολέμω, Κύριος των δυνάμεων, αυτός εστιν ο βασιλεύς της δόξης».
Τι θείο μέλος ήταν εκείνο! Όλοι τ ’ άκουγαν συνεπαρμένοι, νομίζοντας πως βρίσκονται όχι στη γη, μα στον ουρανό.
Μόλις όμως μπήκαν στην εκκλησία δεν βρήκαν κανένα μέσα! Ήταν άδεια…
Κατάλαβαν τότε πως ο Κύριος είχε επιτελέσει ένα ακόμα θαυμαστό σημείο, στέλνοντας αγγέλους να διακονήσουν στον εγκαινιασμό του ναού της Παναγίας Μητέρας Του.


Από το βιβλίο: «ΠΑΤΕΡΙΚΟΝ
ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ»
Απόδοση από τα ρωσικά
Αρχιμ. Τιμοθέου
Καθηγουμένου Ι. Μονής Παρακλήτου
ΕΚΔΟΣΗ Β΄
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 1990

Κυριακή, 21 Νοεμβρίου 2010

Περί των Εισοδίων της Θεοτόκου

Άλλη μία λαμπρή εορτή, αγαπητοί μου αδελφοί, εορτάζει η εκκλησία μας, μια θεομητορική εορτή, τα «Εισόδια της Υπεραγίας Θεοτόκου». Όταν ακούμε τη λέξη «Θεοτόκος» , «Παναγία» ηλεκτρίζεται η ψυχή μας κι όλος ο συναισθηματικός μας κόσμος πάλλει από αγάπη προς αυτήν.
Είναι η στοργική μητέρα μας , η βασίλισσα του πόνου, αυτή η οποία συντρέχει ανά πάσαν στιγμή στα αιτήματα των πιστών και ο κάθε πιστός λαμβάνει το δώρημα «προς το συμφέρον της αιτήσεως», όπως λέει ο υμνογράφος στον παρακλητικό κανόνα.
Η Παναγία μας είναι καρπός θερμοτάτης και με πίστη προσευχής των δύο προχωρημένων στην ηλικία γονέων της, Ιωακείμ και Άννας. Έφεραν βαρέως την ατεκνία οι δύο αυτοί άγιοι και παρακαλούσαν με θέρμη πολλή τον Θεό , νύχτα και μέρα, να τους δώσει ένα παιδί, το οποίο να Του το αφιερώσουν. Και πράγματι , αφού γεννήθηκε η Παναγία μας, τριετή την οδήγησαν οι γονείς και την έφεραν στον Ναό.
Εκεί, φωτιζόμενος από το πανάγιο πνεύμα ο αρχιερέας , ο Ζαχαρίας, υποδέχεται την Παναγία μας και την οδηγεί αμέσως «στα άγια των αγίων», όχι δηλαδή απλώς μέσα στο Ναό, αλλά, όπως θα λέγαμε σήμερα, στο ιερό. Διότι ήταν η «ηγιασμένη», η Κεχαριτωμένη.
Εκεί έμενε επί δώδεκα έτη προσευχόμενη, μελετώντας και προετοιμάζοντας την ψυχή της για το μεγάλο, το κοσμοσωτήριο γεγονός της θείας ενσαρκώσεως.
Ένα παράδειγμα απαράμιλλο για κάθε πιστό και για μας τους ίδιους, ότι αν θέλουμε να επιτύχουμε κάτι ανώτερο ,δεν έχουμε παρά μετά πίστεως να προσευχόμαστε. Η μετά πίστεως προσευχή είναι θαυματουργική. Και ό,τι δεν χωράει το μυαλό μας και σ’ ό,τι δεν βρίσκει λύση η σκέψη μας , βρίσκει λύση ο Θεός, όταν εμπιστευτούμε τα προβλήματά μας, όταν εμπιστευτούμε τον εαυτό μας σ’ Αυτόν τότε πλέον δεν έχουμε τίποτε να φοβηθούμε και για τίποτε να στενοχωρηθούμε και «πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Είναι η φράση της θείας Λειτουργίας , που αν την κατανοήσουμε και προσφέρουμε τον εαυτό μας εκατό τοις εκατό στον Θεό, τότε θα έχουμε μεγάλα για την ψυχή μας οφέλη ανά πάσαν στιγμήν και θα κληρονομήσουμε την αιώνια ζωή.
Τίποτε μεγάλο δεν έχει γίνει σ’ αυτό τον κόσμο χωρίς Θεό, χωρίς να εμπιστευτεί ο άνθρωπος τον εαυτό του στον Χριστό και χωρίς να απαρνηθεί τον εαυτό του. Όλα χρειάζεται να τα προσφέρουμε στον Θεό, για να μας δώσει την χάρη Του, την ευλογία Του, την σωτηρία της ψυχής.
Βλέπετε πέρασαν αιώνες πολλοί για να έρθει η Παναγία μας. Ποια προετοιμασία θα έπρεπε να είχε κάνει η Παναγία μας, ώστε να γίνει δοχείο του ίδιου του Θεού; Να το σκεφτεί κανείς λίγο πιο βαθειά, πώς «ο αχώρητος εν γαστρί», πώς ο «εν κόλποις του πατρός εν αγκάλαις της μητρός», πώς ο άπειρος Θεός περιορίζεται να γίνεται και άνθρωπος; Είναι να σταματάει το μυαλό του ανθρώπου. Γιατί; Αυτά είναι θαυμάσια πράγματα, είναι «υπέρ νουν» ανώτερα από κάθε ανθρωπίνη σκέψη κι όμως είναι γεγονότα.
Η Παναγία μας είχε την σχετική αναμαρτησία. Τελείως αναμάρτητος σε υπερτέλειο βαθμό είναι ο ίδιος ο τριαδικός Θεός. Η Παναγία μας σαν άνθρωπος έφερε το προπατορικό αμάρτημα. Όμως με την επιφοίτηση του αγίου Πνεύματος έσβησε το προπατορικό αμάρτημα κι εκείνη την στιγμή, που ήρθε ο αρχάγγελος Γαβριήλ και της είπε , «χαίρε Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου, το γαρ εν σοι εκ πνεύματος αγίου εστί», έγινε η Παναγία ,μας τελείως αναμάρτητη για να δεχτεί μέσα της τον τελείως αναμάρτητο Θεό.
Διότι, για να κάνουμε μία μικρή παρένθεση εδώ, η πρώτη στην οποία επεφοίτησε το άγιο Πνεύμα είναι η Παναγία μας, δεν είναι οι απόστολοι. Εκ των υστέρων, όταν αναλήφθηκε ο Κύριός μας ήρθε το άγιο Πνεύμα στους αποστόλους. Η πρώτη επιφοίτηση έγινε με τον ερχομό του αρχάγγελου Γαβριήλ και τον χαιρετισμό προς την Θεοτόκο.
«Και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν». Η Παναγία μας , λοιπόν, είναι το θείο σκήνωμα του παναγίου Θεού. Θα πρέπει να στεκόμαστε πάντοτε, όχι μόνο με αγάπη και ευγνωμοσύνη γιατί πάντοτε μας συμπαραστέκεται, αλλά και με απέραντο θαυμασμό. Είναι η «αγία αγίων μείζων»! Στέκεται πιο πάνω απ’ όλους τους αγίους, είναι ο γνήσιος αντιπρόσωπος του ανθρώπου κοντά στον Θεό, είναι η πρεσβεύτρια όλων μας.
Όπως η Εύα στον Παράδεισο δέχτηκε την υποβολή του διαβόλου και δι’ αυτής εισήλθε η αμαρτία στον κόσμο ,έτσι και η Παναγία μας δέχεται το Πανάγιο πνεύμα και την πρόταση που της κάνει ο Θεός να γίνει Θεού μητέρα και δια του Υιού και Λόγου του Θεού, δια της σταυρικής Του θυσίας εξαλείφεται η αμαρτία. Η πρώτη Εύα έφερε την αμαρτία και η δεύτερη Εύα εξαλείφει την αμαρτία. Η Παναγία μας είναι η δεύτερη Εύα, η αναγεννημένη από το πανάγιο Πνεύμα.
Θα πρέπει, λοιπόν, να στεκόμεθα με δέος και με θαυμασμό απέραντο απέναντι στην Παναγία μας, να την παρακαλούμε διότι είναι η υψηλωτέρα των ουρανών , είναι πιο πάνω από τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ, τα εξαπτέρυγα, τα πολυόμματα, τα πτερωτά, πάνω από τους αγγέλους και τους ανθρώπους και στέκεται εκεί δίπλα στον θρόνο του Θεού και παρακαλεί πάντοτε για τον κάθε πιστό, για τον κάθε άνθρωπο.
Η παράκληση, λοιπόν, στην Παναγία μας πρέπει να είναι συνεχής , όχι μόνο όταν ψάλλουμε τον παρακλητικό κανόνα μέσα στην εκκλησία, αλλά και κάθε στιγμή, είτε για χαρμόσυνα γεγονότα της ζωής μας, είτε για δυσάρεστα και δύσκολα και άλυτα προβλήματα, θα πρέπει να απευθυνόμεθα πάντοτε με εμπιστοσύνη στην Παναγία μας, διότι «πολύ ισχύει δέησις δικαίου ενεργουμένη». Και η Παναγία μας είναι δίκαια, είναι άγια , είναι η μητέρα του Θεού.
Όχι η Χριστοτόκος, αλλά η Θεοτόκος. Όχι ανθρωποτόκος, αλλά Θεοτόκος. Αυτής της δεήσεως δέχεται ο Κύριός μας και εκπληρώνει όλα τα αιτήματα, αρκεί να είναι «προς το συμφέρον της αιτήσεως».
Την Παναγία μας , λοιπόν, να έχουμε πάντοτε «κατά νουν» και να την παρακαλούμε και να δεόμεθα, ώστε να είναι πάντοτε αυτή η οποία θα μας συντροφεύει και θα μας καθοδηγεί σ’ αυτή τη ζωή, για να φθάσουμε στην αιωνιότητα, όταν ο Κύριός μας θελήσει και κόψει το νήμα αυτής της ζωής.


Από το βιβλίο: «Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
+Πρωτοπρεσβύτερος π. Θωμάς Παπαδόπουλος
Ομιλίες στους Χαιρετισμούς-στις Παρακλήσεις και στους βασικούς σταθμούς της επί γης ζωής της Υπεραγίας Θεοτόκου»
Τόμος 5ος
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1996

Παρασκευή, 12 Νοεμβρίου 2010

Και εύρον τον άνθρωπον…

Και εύρον τον άνθρωπον…

Της Κατερίνας Τσακίρη

«Και εύρον τον άνθρωπον… ιματισμένον και σωφρονούντα παρά τους πόδας του Ιησού» (Λουκ. η΄ 35 ) .
Ο δαιμονόπληκτος έγινε θεολάτρης. Ο δούλος, ελεύθερος. Ο επαναστάτης ,πράος και ειρηνικός. Ο μνηματόβιος, κοινωνικός. Ο αλυσοσπάστης, φιλήσυχος και φιλοπολίτης. Ο γυμνός, ιματισμένος και συνετός. Ο αδάμαστος ερημίτης, κάθεται σαν ήμερο πρόβατο «παρά τους πόδας του Ιησού» και παρακολουθεί τη θεία Του διδασκαλία. Λευτερώθηκε από την τρομερή λεγεώνα των δαιμονίων. Το μεγάλο θαύμα είχε διαδοθεί από τους χοιροβοσκούς «εις την πόλιν και εις τους αγρούς». Γοργομαθεύτηκε σ’ ολόκληρη την περιοχή και προκάλεσε στους ανθρώπους έκπληξη και φόβο μαζί. Ήρθαν να δούνε τον Ιησού και έμειναν εκστατικοί και μαγεμένοι μπροστά στου θεραπευμένου την σωφροσύνη. Αυτό που αντίκρυσαν τα μάτια τους ήταν μια αληθινή νεκρανάσταση και ψυχανάσταση. Ήταν ένα θαυμαστό ξαναζωντάνεμα. Ήταν αναγέννηση μιας ψυχής που παράδερνε στο κακό και βασανιζόταν κάτω από την εξουσία των δαιμονίων.
Η αναγέννηση της αμαρτωλής ψυχής είναι για πάντα ένα από τα πιο μεγάλα θαύματα της θείας παντοδυναμίας.
Αν η αμαρτία νεκρώνει την ψυχή , ο Ιησούς την ζωοποιεί. Σπάζει με την παντοδυναμία Του τις αλυσίδες της καρδιάς. Κατασιγάζει τις τρικυμίες των παθών . Καταπαύει τις καταιγίδες των πειρασμών. Ανοίγει τα μνήματα του θανάτου. Δίνει ζωή και πνοή. Δημιουργεί νέους ηθικούς κόσμους. Ξέρει και μπορεί να μετατρέπει τον ακόλαστο σε ηθικό και σώφρονα∙ τον παραβάτη σε νομοταγή∙ τον υβριστή και βλάσφημο σε συνετό και σεμνό∙ τον άδικο και σκληρό σε φιλάνθρωπο και δίκαιο∙ τον ασεβή σε φιλόθεο και φιλόθρησκο… Ξέρει και μπορεί το σκοτάδι να το μεταβάλλει σε φως∙ το πικρό σε γλυκό ∙ τις βρωμιές σε ανθότοπους μυρωμένους. Η δημιουργία εκ του μηδενός ενός νέου ηθικού κόσμου, είναι έργο πολύ πιο ανώτερο από την εκ του μηδενός δημιουργία του υλικού κόσμου. Γιατί, στην πρώτη δημιουργία, η ύλη δεν πρόβαλε καμιά αντίσταση στον Δημιουργό. Στη δεύτερη όμως δημιουργία πόση αντίσταση προβάλλει ο άνθρωπος ώσπου να γίνει «καινή κτίσις»!
Δεν ήταν «σκότος επάνω της αβύσσου;». Κι όμως το διέλυσε η παντοδύναμη φωτογεννήτρια φωνή του Κυρίου… «Και εγένετο φως»! Την πέτρα – με το χτύπημα του Μωυσή- δεν την έκανε νεροφόρο πηγή; Το πικρό νερό της Μερρά, στη έρημο, δεν το είχε μεταβάλει σε γλυκό; Νεκρά σώματα δεν ανέστησε; Τον τετραήμερο Λάζαρο δε σήκωσε από τον τάφο; Έτσι με τη Χάρη Του θαυματουργικά αναγεννά και τις ψυχές που νεκρώθηκαν από την αμαρτία. Ξέρει να μεταπλάθει τις καρδιές σε σκεύη εκλογής.
Ελεεί και σώζει εκείνους που το ζητούν και μετανοούν. Εκείνους που μισούν τις αμαρτίες κι αποφασίζουν να ζήσουν την καινούρια ζωή του Πνεύματος. Αν η αμαρτία εξευτελίζει τον άνθρωπο και του αφαιρεί όλη την ευγένεια και την μεγαλοπρέπεια, η μετάνοια του ανοίγει τις ουράνιες πόρτες του θείου ελεέ0υς και τον ξανακάνει παιδί του Θεού. Τον παίρνει ο Ιησούς από το χέρι, του φορεί τον χιτώνα της αθωότητας και τον κατατάσσει στη τάξη των πιστών και καλών Του φίλων. Μετά την πτώση ανύψωση! Μετά το έγκλημα, αθώωση και δικαίωση! Η αγαλλίαση της αναγεννημένης ψυχής είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη απ’ όλες τις τέρψεις και απολαύσεις του κόσμου αυτού. Αγαλλίαση, που είναι προμήνυμα και προοίμιο της βασιλείας των ουρανών.
Ένας υποτακτικός κάποτε ρώτησε τον Γέροντά του τι κάνει τόσες ώρες στο στασίδι του Καθολικού. Και η απάντηση: «Τον κοιτάω και με κοιτάει», εννοώντας ασφαλώς τον Ιησού Χριστό. Αυτό έκανε και ο πρώην δαιμονισμένος , αυτό κάνει και ο κάθε ειλικρινής με τον εαυτό του χριστιανός , κάθεται ειρηνικός και χαρούμενος στα πόδια του Θεανθρώπου. Γιατί η παρουσία του Κυρίου διώχνει τα μνήματα και τις ερημιές από τον άνθρωπο και του γεμίζει την ύπαρξη με τη γαλήνη της ζωής Του.
Αδέλφια μου, δύο διαφορετικές εικόνες μας παρουσιάζει το Ευαγγέλιο. Στην πρώτη βλέπει κανείς έναν άνθρωπο χωρίς Χριστό, δίχως καμιά χάρη ,δαιμονισμένο. Είναι πράγματι φοβερή και θλιβερή η εικόνα αυτή της ανθρώπινης ύπαρξης που «ζει» δίχως να ζει! Στην άλλη θαυμάζει κανείς το μεγαλείο της ανθρώπινης εικόνας που ζει με τον Χριστό και για τον Χριστό. Που δεν είναι εσωτερικά κομματιασμένος και πνευματικά αλλοτριωμένος , αλλά «σώφρων» και «ιματισμένος» «παρά τους πόδας του Ιησού». Ασφαλώς δεν είναι μόνον ο δαιμονιζόμενος του Ευαγγελίου που παρουσιάζει αυτές τις όψεις, γιατί εκείνος είναι ένας εκπρόσωπος του ανθρώπου στα πλοκάμια της αμαρτίας πιασμένος, αλλά και κάθε άνθρωπος κάτω από την επίδραση του πονηρού, κάτω από τη φθοροποιό επίδραση των παθών και της αμαρτίας παρουσιάζει την ίδια θλιβερή και αξιοθρήνητη εικόνα. Η ψυχή που δεν κατοικείται από τον Ιησού Χριστό είναι «τόπος» έρημος! Μνήμα και τάφος της ανθρώπινης εικόνας. Ο χωρίς τον Θεάνθρωπο άνθρωπος έχει όλα τα χαρακτηριστικά του δαιμονιζόμενου, άσχετα αν φαίνεται κατά τα άλλα υγιής εξωτερικά. Στη βάση είναι αντίγραφο του δαιμονισμένου. Ο Ιησούς Χριστός ντύνει τον άνθρωπο με τη θείας εκείνη «λογική» που διακρίνει τον άνθρωπο από την υπόλοιπη δημιουργία και τον αρχέκακο διάβολο. Γι’ αυτό και η ζωή του πριν δαιμονισμένου γέμισε από νόημα και σκοπό, γιατί έτσι συμβαίνει με τον άνθρωπο που ζει κοντά στον Θεάνθρωπο. Δηλαδή ούτε λίγο ούτε πολύ απολαμβάνει τους καρπούς των αρετών, γι’ αυτό και στο βλέμμα του κλείνεται όχι η κακία, αλλά το όραμα της αιωνιότητας.
Ο άνθρωπος κοντά στον Ιησού έχει άφθαρτη περιουσία κι αυτή δεν είναι άλλη από τον ωραίο κόσμο της «εν Χριστώ» ψυχής. Μια ψυχή ντυμένη με τα ενδύματα του Παναγίου Πνεύματος. Μια τέτοια ψυχή προσφέρει αφειδώλευτα την αγάπη της προς κάθε κατεύθυνση και ακτινοβολεί, όπως είναι φυσικό, τον κόσμο του ουρανού στη γη.
Μεγάλη δωρεά η σωφροσύνη. Κι αυτή είναι αποτέλεσμα της βιώσεως της θεοζωής. Ο άνθρωπος που ζει για τον Ιησού Χριστό προσπαθεί να ‘ναι μετρημένη η ζωή του και να μην έχει σχέση με τα δαιμονικά πάθη , που γκρεμίζουν κάθε φραγμό και διαλύουν τα πάντα . Όπως ο δαιμονισμένος μετά την επίσκεψη της χάριτος έτσι και ο πιστός άνθρωπος είναι σώφρων σ’ όλες του τις εκδηλώσεις της ζωής του, γιατί ξέρει πως η αγιότητα ξεκινά από τις λεπτομέρειες , για να φτάσει στη μίμηση του Θεανθρώπου, στη θέωση.
Αδέρφια μου, οι Γαδαρηνοί μετά το θαύμα συνάντησαν το θείο Λυτρωτή και τον παρακάλεσαν «απελθεί απ’ αυτών». Έτσι με κυριαρχούσα στο μυαλό τους την ιδέα του συμφέροντος οι συμπατριώτες του θεραπευθέντος δαιμονιζόμενου διέπραξαν τη μεγαλύτερη απερισκεψία της ζωής τους διώχνοντας τον Κύριο από κοντά τους. Αυτούς ασφαλώς θα είχε υπόψη του ευαγγελιστής Ιωάννης , όταν σημείωνε το μελαγχολικό του συμπέρασμα στον πρόλογο του Ευαγγελίου του: «εις τα ίδια ήλθε ( ο Υιός του Θεού) , και οι ίδιοι αυτόν ου παρέλαβον».
Μερικές φορές , αγαπητοί αναγνώστες, η απερισκεψία μας είναι αξιοθρήνητη. Το τελικό της αποτέλεσμα μας γεμίζει θλίψη και απόγνωση και σφοδρή κατηγορία του εαυτού μας. Κάποτε δε και αυτή η αυτομεμψία δεν μπορεί να διορθώσει το σφάλμα από την παράλογη ενέργειά μας. Και ο Ησαύ της Π. Διαθήκης «ανεβόησε φωνήν μεγάλην και πικράν σφόδρα». Μετά το πάθημά του, αλλά δεν ξανακέρδισε τα πρωτοτόκιά του, όταν από λαιμαργία τα παρεχώρησε στον Ιακώβ. Αλήθεια! μερικά σφάλματα μας τι ανυπολόγιστες συνέπειες έχουν στη ζωή μας! Γι’ αυτό ο Θεός έντονα μας παραγγέλλει «πρόσχες σεαυτώ» ώστε όπως ερμηνεύει ο Μ. Βασίλειος , να μη γίνει ποτέ ο νους δούλος των παθών και τα πάθη κατεξουσιάσουν την ψυχή και λάθη ανεπανόρθωτα κηλιδώσουν τη ζωή μας.
Αδέλφια μου, ο κάθε καλοπροαίρετος τελικά πείθεται πως αξίζει τον κόπο η προσπάθεια να πλησιάσει όσο γίνεται περισσότερο τον Ιησού Χριστό. Γι’ αυτό και τα δεσμά του πονηρού αποτινάζει και απαλλάσσεται με τη μετάνοια και την εξομολόγηση από οποιαδήποτε αμαρτία, που σαν άλλη δαιμονική ενέργεια τον κατακλύζει. Έτσι «ιματισμένος και σώφρων» κοινωνεί «μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης» Σώματος και Αίματος Χριστού «εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον». Δηλαδή μεταβάλλει τη ζωή του σε Βασιλεία του Θεού.
Αλήθεια, άγγιξε της Χάριτος η δροσόπνευστη αύρα την ψυχή μας; Αφήσαμε τον Κύριο να σπάσει και τις δικές μας αλυσίδες;
Αλήθεια, έχουμε αναγεννηθεί;


Από το περιοδικό: «πειραϊκή εκκλησία»
ΜΗΝΙΑΙΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΕΤΟΣ 20Ο ΑΡΙΘΜΟΣ ΦΥΛΛΟΥ 219
ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2010

Πέμπτη, 4 Νοεμβρίου 2010

«Η ζωή και το έργο του ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ» ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΡΟΥ ΚΑΘΕΔΡΙΚΟΥ ΝΑΟΥ ΑΠ.ΠΑΥΛΟΥ ΚΟΡΙΝΘΟΥ

Το υπόβαθρο του Αποστόλου των Εθνών

Είναι γνωστό ότι ο Απόστολος Παύλος είχε ένα τελείως διαφορετικό υπόβαθρο από όλους τους άλλους Αποστόλους. Οι μαθητές του Κυρίου μας Ιησού Χριστού προέρχονταν από το χώρο του Ισραήλ, στον οποίο περιόρισε το κήρυγμά Του και ό ίδιος ο Χριστός. Ήταν άνθρωποι, που προέρχονταν από τη Γαλιλαία, δηλαδή από το βόρειο Ισραήλ, με σημαντικές ανησυχίες και βαθιά γνώση των Γραφών, ώστε να ζουν με την ελπίδα της έλευσης του Μεσσία.
Ο Απόστολος Παύλος ήταν ένας άνθρωπος με διαφορετικές καταβολές . Είχε γεννηθεί και ανδρωθεί έξω από τον Ισραήλ, παρά το γεγονός ότι ήταν ένας Εβραίος προσηλωμένος στις παραδόσεις του λαού του. Η γενέτειρά του, η Ταρσός της Κιλικίας, βρισκόταν στη Νότια Μικρά Ασία και ήταν μία ελληνική πόλη. Θεωρήθηκε μάλιστα ως σημαντικότερη σε ελληνική παιδεία από μεγάλες πόλεις της εποχής του Αποστόλου, όπως η Αθήνα και Αλεξάνδρεια, λόγω της ύπαρξης εκεί αρκετών στωικών φιλοσόφων.
Από το γεγονός ότι ο Απόστολος γεννήθηκε σε ελληνικό περιβάλλον και, μάλιστα, με την ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη, την οποία διέθεταν μόνο κάποιοι πολίτες της Ρώμης και κάποιοι ακόμη προνομιούχοι κάτοικοι της αυτοκρατορίας, θα πρέπει να οδηγηθούμε στο συμπέρασμα ότι ανήκε ή γνώριζε τη μερίδα των ελληνιστών Εβραίων, των ανθρώπων δηλαδή που είχαν έλθει σε επαφή με τον ελληνικό πολιτισμό, τον είχαν προσλάβει και τον είχαν προσαρμόσει στη δική τους ιουδαϊκή πίστη. Αν ο Απόστολος Παύλος δεν ήταν ο ίδιος ένας ελληνιστής Εβραίος, με τη στενή έννοια του όρου, καθώς ανήκε στην τάξη των προσηλωμένων στο μωσαϊκό Νόμο Φαρισαίων, όπως θα δούμε παρακάτω, εν τούτοις είχε έρθει οπωσδήποτε σε επαφή με τον κόσμο τους και τις ιδέες τους, όπως και με τον κόσμο και τη φιλοσοφία των ίδιων των Ελλήνων.
Ο επηρεασμός αυτός φαίνεται και από το γεγονός ότι δεν είχε κανένα πρόβλημα να γράψει όλες τις επιστολές του στην ελληνική γλώσσα με ιδιαίτερη δύναμη και χάρη. Χρησιμοποίησε τα χωρία της Παλαιάς Διαθήκης , την οποία γνώριζε σε τέλειο βαθμό, από το σημαντικότερο δημιούργημα των ελληνιστών Εβραίων, την περίφημη μετάφραση των εβδομήκοντα, ενώ, παράλληλα, δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει αποφθέγματα που βρίσκονταν στην ελληνική γραμματεία, με ιδιαίτερη αναφορά σε όρους των στωικών φιλοσόφων.
Επομένως, έχει τοποθετηθεί το ερώτημα πόσο ο Απόστολος Παύλος επηρεάζεται από τον Ελληνισμό και αν αυτός αλλοιώνει τον Ιουδαϊσμό του. Οι απόψεις που επικρατούν είναι ότι ο απόστολος υπήρξε απόλυτα ή τουλάχιστον κατά βάση Ιουδαίος , παρά την επιρροή της ελληνικής σκέψης στη δική του σκέψη. Τελικά, όμως, αυτές οι απόψεις παραθεωρούν την ουσία της σκέψης του μεγάλου Αποστόλου, αλλά και της άοκνης και ασταμάτητης δράσης του: Μωρία για τους Έλληνες, σκάνδαλο για τους Ιουδαίους.
Ο Απόστολος Παύλος είναι στοχαστής πρωτότυπος όσο πρωτότυπος είναι και ο ρόλος του. Ο Παύλος είναι Απόστολος που οργώνει την Ανατολή και τη Δύση, γράφει επιστολές προς τις Εκκλησίες που ιδρύει με προφανές το ιουδαϊκό του υπόβαθρο και την ελληνική επιρροή, για να κηρύξει τον Χριστό «Θεού δύναμιν και Θεού σοφίαν». Δάσκαλος του δεν είναι ούτε ο μωσαϊκός νόμος, τον οποίο γνωρίζει τέλεια, ούτε η ελληνική σοφία, από την οποία επηρεάστηκε ως κάποιο βαθμό , αλλά η εμπειρία του Αγίου Πνεύματος μέσα στην Εκκλησία, η ζωή μέσα στον Χριστό: «ζω δε ουκέτι εγώ ,ζη δε εν εμοί Χριστός». Έτσι, ενώ οι Ιουδαίοι ζητούν σημεία και οι Έλληνες σοφία, ο σταυρωμένος Χριστός δεν είναι παρά σκάνδαλο για τους Ιουδαίους και μωρία για τους Έλληνες. Με τον τρόπο αυτό, φαίνεται να αποκόπτονται οι δεσμοί του κηρύγματός του, τόσο από τον Ιουδαϊσμό όσο και από τον Ελληνισμό. Όμως, για όσους σώζονται ,είτε Ιουδαίους είτε Έλληνες, ο Χριστός είναι η Δύναμη (Ιουδαίοι) και η Σοφία (Έλληνες) του Θεού. Επομένως, όλοι μπορούσαν να βρουν αυτό που αναζητούσαν , αν αναθεωρούσαν τα νοήματα που έδιναν στις έννοιες αυτές ως τότε. Αυτό που προσφέρεται από τον Απόστολο Παύλο τελικά δεν είναι ούτε μία νέα ερμηνεία του μωσαϊκού Νόμου, ούτε μια νέα φιλοσοφική διδασκαλία, αλλά ένα πρόσωπο: ο Χριστός.
Αυτή η πραγματικότητα ίσως έδωσε στον μεγάλο Απόστολο την ικανότητα να δει ότι ο κόσμος της εποχής του είχε ανάγκη από το Ευαγγέλιο του Χριστού και ότι αυτό δεν έπρεπε να περιοριστεί στο χώρο του Ισραήλ ούτε να αποτελέσει μία απλή συνέχεια της ιουδαϊκής θρησκείας, μεταφέροντας όλες τις συνήθειες και τα έθιμα των Εβραίων. Ο Απόστολος αγωνίστηκε –όπως προκύπτει από τις επιστολές του, το έκανε πολλές φορές εντελώς μόνος – για να αποδείξει ότι το Ευαγγέλιο άνοιγε μια νέα εποχή στην ιστορία του κόσμου, έκλεινε την εποχή του Νόμου του Μωυσή, ο οποίος είχε χρησιμεύσει ακριβώς για να προετοιμάσει την έλευση του Μεσσία, και άνοιγε την εποχή της Χάριτος του Θεού δημιουργώντας μια εντελώς νέα πραγματικότητα. Η πεποίθηση αυτή τον έκανε να ταξιδέψει σε ένα μεγάλο μέρος των εδαφών της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και, παρά τους διωγμούς και τις περιπέτειες , να κατορθώσει να κηρύξει το Ευαγγέλιο του Χριστού σε ένα μεγάλο κομμάτι του ελληνικού κόσμου της εποχής του, ανοίγοντας το κεφάλαιο της μεταστροφής του ειδωλολατρικού κόσμου στον Χριστιανισμό.

Από το βιβλίο : «Η ζωή και το έργο του
ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ»
ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΡΟΥ ΚΑΘΕΔΡΙΚΟΥ ΝΑΟΎ ΑΠ.ΠΑΥΛΟΥ ΚΟΡΙΝΘΟΥ
ΚΟΡΙΝΘΟΣ 2009

Αρχειοθήκη ιστολογίου