Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

Καινή Διαθήκη


ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ
κεφ. κβ΄ (22)
Στιχ. 15-22. Η πονηρή ερώτηση των Ηρωδιανών για τους φόρους και η θαυμαστή απόκριση του Κυρίου.

15 Τότε πορευθέντες ο Φαρισαοι συμβούλιον λαβον πως ατν παγιδεύσωσιν ν λόγ.

16 κα ποστέλλουσιν ατ τος μαθητς ατν μετ τν Ηρδιανν λέγοντες· διδάσκαλε, οδαμεν τι ληθς ε κα τν δν το Θεο ν ληθείᾳ διδάσκεις, κα ο μέλει σοι περ οδενός· ο γρ βλέπεις ες πρόσωπον νθρώπων·

17 επ ον μν, τί σοι δοκε; ξεστι δοναι κνσον Καίσαρι ο;

18 γνος δ ᾿Ιησος τν πονηρίαν ατν επε· τί με πειράζετε, ποκριταί;

19 πιδείξατέ μοι τ νόμισμα το κήνσου. ο δ προσήνεγκαν ατ δηνάριον.

20 κα λέγει ατος· τίνος εκν ατη κα πιγραφή;

21 λέγουσιν ατ· Καίσαρος· τότε λέγει ατος· πόδοτε ον τ Καίσαρος Καίσαρι κα τ το Θεο τ Θε.

22 κα κούσαντες θαύμασαν, κα φέντες ατν πλθον.

Απόδοση στη δημοτική

15 Τότε πήγαν οι Φαρισαίοι στον τόπο των συσκέψεών τους και συμφώνησαν να τον παγιδεύσουν με ερωτήσεις.

16 Του αποστέλλουν λοιπόν τους μαθητές τους μαζί μ’ εκείνους που ανήκαν στο κόμμα του Ηρώδη , και του είπαν: Διδάσκαλε, γνωρίζουμε ότι είσαι ειλικρινής και αληθινός και διδάσκεις το δρόμο του Θεού με βάση την αλήθεια και χωρίς ψέματα, και δεν σε νοιάζει τίποτε, δεν φοβάσαι κανέναν∙ διότι δεν επηρεάζεσαι από σκέψεις και ιδέες ανθρώπων ούτε χαρίζεσαι σε πρόσωπα.

17 Πες μας λοιπόν, τι γνώμη έχεις; Επιτρέπεται ή δεν επιτρέπεται να δώσουμε κεφαλικό φόρο στον Καίσαρα και να αναγνωρίσουμε έτσι ότι είμαστε υποτελείς και δούλοι του Καίσαρα; ( Έτσι οι Φαρισαίοι σκόπευαν ή να κινήσουν την οργή του πλήθους εναντίον του, εάν επέτρεπε την πληρωμή του φόρου, ή να τον καταγγείλουν μέσω των Ηρωδιανών ως επαναστάτη, εάν απαγόρευε την πληρωμή του ) .

18 Ο Ιησούς όμως αντιλήφθηκε την πονηριά τους και είπε: Γιατί προσπαθείτε να με εκθέσετε σε πειρασμό , υποκριτές;

19 Δείξτε μου το νόμισμα με το οποίο πληρώνεται ο φόρος. Αυτοί λοιπόν του έφεραν ένα δηνάριο , το οποίο ως νόμισμα ρωμαϊκό  έφερε επάνω την εικόνα και την επιγραφή του Καίσαρα.

20 Και τότε δείχνοντας το νόμισμα τους λέει: Ποιανού είναι αυτή η εικόνα και η επιγραφή;

21 Του λένε: Του Καίσαρα. Ο Ιησούς τότε τους λέει: Δώστε λοιπόν πίσω στον Καίσαρα εκείνα που ανήκουν στον Καίσαρα∙ και στο Θεό δώστε εκείνα που ανήκουν στο Θεό. Στον Καίσαρα και στους άρχοντες ανήκουν οι φόροι και ο σεβασμός και η υποταγή στους νόμους , εφόσον αυτά δεν σας ζημιώνουν στην ευσέβεια∙ η ψυχή σας όμως και ολόκληρο το εσωτερικό σας και όλος ο εαυτός σας ανήκουν στον Θεό.

22 Κι όταν άκουσαν την απάντηση , θαύμασαν. Τον άφησαν τότε κι έφυγαν.

Από «Η ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΕ ΣΥΝΤΟΜΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ»
+ ΠΑΝ. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ
ΑΔΕΛΦΟΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ «Ο ΣΩΤΗΡ»
ΑΘΗΝΑΙ 2011


Η πολύχρονη προσευχή του Ισαάκ

Ήθελα να πω περισσότερα, και να σας αναφέρω και άλλους λόγους για τους οποίους ήταν στείρα η Ρεβέκκα και η Ραχήλ, αλλά ο χρόνος δε μας επιτρέπει και με βιάζει να γυρίσω το λόγο πίσω και να σας μιλήσω για την δύναμι της προσευχής. Γι’ αυτό άλλωστε ανέφερα όλα αυτά, για να μάθετε ότι τη στείρωσι της γυναίκας την έλυσε η προσευχή του Ισαάκ και μάλιστα προσευχή πολυχρόνια. «Προσευχόταν» , λέγει, «Ο Ισαάκ για τη Ρεβέκκα τη γυναίκα του και η προσευχή του εισακούστηκε από τον Θεό» ( Γεν. 25, 21 ) . Και μη νομίσης ότι παρεκάλεσε τον Θεό και εισακούσθηκε αμέσως, αλλά αφιέρωσε πολύ χρόνο παρακαλώντας το Θεό.
Και αν θέλετε να μάθετε πόσο χρόνο, εγώ θα σας πω με ακρίβεια. Είκοσι χρόνια κατανάλωσε παρακαλώντας τον Θεό. Από πού γίνεται αυτό φανερό; Από τη συνέχεια της διηγήσεως . Θέλοντας η Γραφή να φανερώση την πίστι και την υπομονή και την ενάρετη ζωή εκείνου, δεν απέκρυψε ούτε το χρόνο , αλλά μας τον φανέρωσε κι αυτόν κάπως σκοτεινά για να διεγείρη την ραθυμία μας, αλλά όμως δεν μας τον άφησε άγνωστο. ‘Άκουσε λοιπόν πώς έμμεσα μας φανέρωσε χρονικό διάστημα της προσευχής˙ « Ο Ισαάκ ήταν σαράντα ετών», λέγει, «όταν νυμφεύθηκε τη Ρεβέκκα , την θυγατέρα του Βαθουήλ του Σύρου» ( Γεν. 25,21 ) . Έμαθες πόσων ετών ήταν όταν νυμφεύθηκε. Λέγει η Γραφή ότι ήταν σαράντα ετών όταν πήρε τη Ρεβέκκα. Και αφού μάθαμε πόσων χρονών ήταν όταν νυμφεύθηκε, ας μάθουμε και πότε έγινε πατέρας και πόσων ετών ήταν τότε όταν γέννησε τον Ιακώβ και θα μπορέσουμε να δούμε πόσο χρόνο έμεινε στείρα η γυναίκα και ότι αυτό το διάστημα ολόκληρο παρακαλούσε το Θεό.
Πόσων ετών λοιπόν ήταν όταν γέννησε τον Ιακώβ; «Εξήλθε», λέγει «ο Ιακώβ κρατώντας με το δεξί του χέρι τη φτέρνα του αδελφού του˙ γι’ αυτό τον ωνόμασε Ιακώβ, και εκείνον Ησαύ. Ο Ισαάκ ήταν εξήντα ετών όταν τους γέννησε « ( Γεν. 25,25 ). Αν λοιπόν όταν νυμφεύθηκε τη Ρεβέκκα ήταν σαράντα ετών και όταν γέννησε τα παιδιά ήταν εξήντα , είναι φανερό ότι για είκοσι χρόνια έμεινε στείρα η γυναίκα του και όλο αυτό το διάστημα ο Ισαάκ παρακαλούσε το Θεό.
Έπειτα δεν ντρεπόμαστε και δεν κρυβόμαστε, όταν βλέπουμε τον δίκαιο να επιμένη είκοσι χρόνια και να μην απομακρύνεται και εμείς με την πρώτη παράκλησι ή το πολύ με την δεύτερη να εξαντλούμαστε και να δυσανασχετούμε; Μολονότι αυτός είχε πολλή παρρησία προς το Θεό, εντούτοις δε δυσανασχετούσε για την αναβολή της εκπληρώσεως του σκοπού του, αλλά επέμενε καρτερικά. Εμείς όμως μολονότι είμαστε γεμάτοι από αναρίθμητες αμαρτίες και έχουμε πονηρή συνείδησι και δεν δείχνουμε ούτε την παραμικρή συμπάθεια προς τον Κύριο, αν δεν εισακουσθούμε, πριν ακόμη μιλήσουμε, στενοχωρούμαστε, απελπιζόμαστε, απομακρυνόμαστε από την προσευχή˙ γι’ αυτό και φεύγουμε πάντοτε χωρίς καμιά ωφέλεια. Ποιός παρεκάλεσε τον Θεό για είκοσι ολόκληρα χρόνια για ένα πράγμα όπως αυτός ο δίκαιος ; Μάλλον όχι είκοσι χρόνια, αλλά μόνο είκοσι μήνες;
Χθες λοιπόν, σας έλεγα ότι είναι πολλοί αυτοί που προσεύχονται με χασμουρητά και νωθρότητα και τεντώνονται και γυρίζουν από εδώ και από εκεί συνέχεια και προσεύχονται με μεγάλη αδιαφορία. Σήμερα όμως παρετήρησα ότι την ώρα των προσευχών γίνεται και μία άλλη κατάχρησι πιο καταστρεπτική από εκείνη. Διότι πολλοί πέφτοντας κάτω μπρούμυτα και κτυπώντας το μέτωπο στη γη και χύνοντας πικρά δάκρυα και σηκώνοντας τα χέρια και δείχνοντας μεγάλη προθυμία , χρησιμοποιούν αυτό το ζήλο και τη προθυμία εναντίον της ιδικής των σωτηρίας. Διότι δεν παρακαλούν το Θεό για τα δικά τους αμαρτήματα, ούτε ζητούν συγχώρεσι για τα δικά τους πλημμελήματα, αλλά όλο τους αυτό το ζήλο τον στρέφουν εναντίον των εχθρών˙ και κάνουν το ίδιο σαν κάποιος ν’ ακονίση το ξίφος και να μη χρησιμοποιήση το όπλο εναντίον των εχθρών , αλλά να το βυθίση στο λαιμό του. Έτσι και αυτοί˙ δεν προσεύχονται για τη συγχώρεσι των δικών τους αμαρτιών, αλλά για την τιμωρία των εχθρών, το οποίο σημαίνει ότι ωθούν το ξίφος εναντίον του εαυτού τους.


Από το βιβλίο: «ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
Χρυσοστομικός Άμβων
Ε΄
Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ
Τα νεύρα της ψυχής»
Έκδοσις
Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου
Νέα Σκήτη Αγ. Όρους

Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ
κεφ. ιστ΄
Στιχ. 19-31. Η παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου.

19 ῎Ανθρωπος δέ τις ἦν πλούσιος, καὶ ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καὶ βύσσον εὐφραινόμενος καθ᾿ ἡμέραν λαμπρῶς.

20 πτωχὸς δέ τις ἦν ὀνόματι Λάζαρος, ὃς ἐβέβλητο πρὸς τὸν πυλῶνα αὐτοῦ ἡλκωμένος

21 καὶ ἐπιθυμῶν χορτασθῆναι ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τοῦ πλουσίου· ἀλλὰ καὶ οἱ κύνες ἐρχόμενοι ἀπέλειχον τὰ ἕλκη αὐτοῦ.

22 ἐγένετο δὲ ἀποθανεῖν τὸν πτωχὸν καὶ ἀπενεχθῆναι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀγγέλων εἰς τὸν κόλπον ᾿Αβραάμ· ἀπέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος καὶ ἐτάφη.

23 καὶ ἐν τῷ ᾅδῃ ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, ὑπάρχων ἐν βασάνοις, ὁρᾷ τὸν ᾿Αβραὰμ ἀπὸ μακρόθεν καὶ Λάζαρον ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ.

24 καὶ αὐτὸς φωνήσας εἶπε· πάτερ ᾿Αβραάμ, ἐλέησόν με καὶ πέμψον Λάζαρον ἵνα βάψῃ τὸ ἄκρον τοῦ δακτύλου αὐτοῦ ὕδατος καὶ καταψύξῃ τὴν γλῶσσάν μου, ὅτι ὀδυνῶμαι ἐν τῇ φλογὶ ταύτῃ.

25 εἶπε δὲ ᾿Αβραάμ· τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σὺ τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου, καὶ Λάζαρος ὁμοίως τὰ κακά· νῦν δὲ ὧδε παρακαλεῖται, σὺ δὲ ὀδυνᾶσαι·

26 καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται, ὅπως οἱ θέλοντες διαβῆναι ἔνθεν πρὸς ὑμᾶς μὴ δύνωνται, μηδὲ οἱ ἐκεῖθεν πρὸς ἡμᾶς διαπερῶσιν.

27 εἶπε δέ· ἐρωτῶ οὖν σε, πάτερ, ἵνα πέμψῃς αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου·

28 ἔχω γὰρ πέντε ἀδελφούς· ὅπως διαμαρτύρηται αὐτοῖς, ἵνα μὴ καὶ αὐτοὶ ἔλθωσιν εἰς τὸν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου.

29 λέγει αὐτῷ ᾿Αβραάμ· ἔχουσι Μωϋσέα καὶ τοὺς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν.

30 ὁ δὲ εἶπεν· οὐχί, πάτερ ᾿Αβραάμ, ἀλλ᾿ ἐάν τις ἀπὸ νεκρῶν πορευθῇ πρὸς αὐτούς, μετανοήσουσιν.

31 εἶπε δὲ αὐτῷ· εἰ Μωϋσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται.

Απόδοση στη δημοτική

19 Συνεχίζοντας ο Κύριος τη διδασκαλία του για την καλή χρησιμοποίηση του πλούτου, είπε και την ακόλουθη παραβολή: Υπήρχε κάποιος πλούσιος άνθρωπος, ο οποίος φορούσε βασιλικά ενδύματα. Απ’ έξω φορούσε ένα μάλλινο κόκκινο και πανάκριβο ρούχο, κι από μέσα φορούσε λευκό χιτώνα πολυτελή από λεπτό αιγυπτιακό λινάρι. Και διασκέδαζε σε πλούσια συμπόσια κάθε μέρα με μεγαλοπρέπεια.

20 Ήταν όμως και κάποιος φτωχός που λεγόταν Λάζαρος, ο οποίος ήταν γεμάτος πληγές και παραπεταμένος κοντά στην εξώπορτα του πλουσίου.

21 Και προσπαθούσε να χορτάσει από τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του πλουσίου. Αλλά σα να μη του έφτανε η στέρησή του αυτή, καθώς ήταν και σχεδόν γυμνός, έρχονταν και οι σκύλοι και έγλειφαν τις πληγές του. Παρόλα αυτά όμως ο Λάζαρος δεν έβγαζε από το στόμα του ούτε την παραμικρή λέξη παραπόνου εναντίον του πλουσίου ή κάποιο γογγυσμό εναντίον του Θεού.

22 Κάποτε λοιπόν πέθανε ο φτωχός , και οι άγγελοι του Θεού τον μετέφεραν στην αγκαλιά του Αβραάμ, για να βρει ανάπαυση εκεί μέσα στον παράδεισο. Πέθανε κάποτε κι ο πλούσιος , και οι άνθρωποι τον έθαψαν με μεγαλοπρέπεια. Πουθενά όμως δεν φάνηκαν γι’ αυτόν οι άγγελοι του Θεού.

23 Και στον τόπο του Άδη, καθώς βασανιζόταν, σήκωσε τα μάτια του και είδε από μακριά τον Αβραάμ και τον Λάζαρο να είναι στην αγκαλιά του.

24 Αυτός λοιπόν που στη γη τα είχε όλα και δεν παρακαλούσε κανένα να τον βοηθήσει, φώναξε τώρα και είπε: Πατέρα μου Αβραάμ, σπλαχνίσου με. Λυπήσου με και στείλε τον Λάζαρο να βρέξει με νερό την άκρη του δακτύλου του και να δροσίσει τη γλώσσα μου, διότι βασανίζομαι και υποφέρω μέσα σ’ αυτή τη φωτιά.

25 Ο Αβραάμ όμως του απάντησε: Παιδί μου, θυμήσου ότι εσύ απόλαυσες με το παραπάνω τα αγαθά σου όταν ζούσες στη γη. Ενώ ο Λάζαρος αντίστοιχα απόλαυσε τα κακά της δυστυχίας και της ασθένειας. Τώρα όμως εδώ ο Λάζαρος παρηγορείται γι’ αυτά που υπέφερε τότε συνεχώς, ενώ εσύ υποφέρεις και βασανίζεσαι χωρίς διακοπή, όπως αδιάκοπη και συνεχής ήταν η ευτυχία σου πάνω στη γη.

26 Κι εκτός σπ’ όλα αυτά υπάρχει ανάμεσά μας μεγάλο χάσμα, ώστε αυτοί που θέλουν να διαβούν από εδώ σε σας να μη μπορούν, αλλά ούτε και όσοι είναι από εκεί να μπορούν να περάσουν απέναντι σε μας.

27 Είπε πάλι ο πλούσιος: Αφού κάθε άνθρωπος που έμεινε αμετανόητος στην επίγεια ζωή του, μετά το θάνατό του δεν έχει πλέον καμία ελπίδα, σε παρακαλώ, λοιπόν, πάτερ, στείλε τον Λάζαρο στο σπίτι του πατέρα μου.

28 Διότι έχω πέντε αδελφούς. Στείλε τον να τους βεβαιώσει ως αυτόπτης μάρτυρας για όσα συμβαίνουν εδώ, για να μην έλθουν κι αυτοί στον τόπο αυτό της τιμωρίας και των βασάνων που βρίσκομαι εγώ.

29 Του λέει ο Αβραάμ: Έχουν τον Μωυσή και τους προφήτες που τους βεβαιώνουν γι’ αυτά. Ας ακούσουν εκείνους.

30 Εκείνος τότε του είπε: Όχι, πάτερ Αβραάμ, δεν θα υπακούσουν στο Μωυσή και στους προφήτες. Εάν όμως πάει σ’ αυτούς κάποιος από τους νεκρούς, θα μετανοήσουν.

31 Του είπε τότε ο Αβραάμ: Εάν δεν έχουν την καλή διάθεση να υπακούσουν στον Μωυσή και στους προφήτες, δεν θα πεισθούν, ακόμη κι αν αναστηθεί κάποιος από τους νεκρούς. Διότι, όταν ατονήσει η πρώτη τους εντύπωση από την ανάσταση, θα επανέλθουν πάλι στην προηγούμενή τους σκληρότητα.

Από «Η ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΕ ΣΥΝΤΟΜΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ»
+ ΠΑΝ. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ
ΑΔΕΛΦΟΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ «Ο ΣΩΤΗΡ»
ΑΘΗΝΑΙ 2011

Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2011

Το κοινωνικό πρόβλημα : Πρόβλημα Αγάπης και Εγκράτειας

«Στον Μακάριο Αιγύπτιο έστειλαν κάποτε ένα τσαμπί φρέσκα σταφύλια, που τα είχε πολύ επιθυμήσει, Εκείνος όμως, δείχνοντας εγκράτεια, έστειλε τα σταφύλια σε ένα αδελφό Μοναχό που ήταν άρρωστος και που κι αυτός είχε την ίδια επιθυμία. Αλλά και αυτός κρύβοντας την εγκράτειά του, έστειλε τα σταφύλια σε άλλον αδελφό, δηλώνοντας ότι του είχε κοπεί η όρεξη για φαγητό. Το ίδιο όμως έκαμε και ο τρίτος αδελφός ,αν και λαχταρούσε πολύ να δοκιμάσει σταφύλια.
Τα σταφύλια έτσι έκαναν ένα γύρο σε πολλούς αδελφούς και ο τελευταίος τα έστειλε στον Μακάριο, θέλοντας να κάνει ένα μεγάλο δώρο στον Άγιο.
Όταν ο Μακάριος πήρε ξανά τα σταφύλια, κατάλαβε το τι ακριβώς είχε συμβεί και θαύμασε, ευχαρίστησε δε τον Χριστό για την εγκράτεια των αδελφών. Τελικά ούτε κι αυτός άγγιξε τα σταφύλια» ( Παλλάδιος. PG 34, 1050-51 ) .

Τα σταφύλια της αγάπης και της εγκράτειας ! Τι να θαυμάσει κανείς , την αγάπη ή την εγκράτεια των Αγίων; Η αγάπη, σαν χρυσή κλωστή κυκλώνει όλους τους ανθρώπους και η θαυματουργική δύναμη της εγκράτειας συντελεί στην επάρκεια των αγαθών.
Ο δικός μας κόσμος είναι εντελώς αντίθετος από τον κόσμο των Αγίων. Σε μας, ο εγωισμός και η πλεονεξία διαιρεί και διαχωρίζει τους ανθρώπους σε πλούσιους και πτωχούς, σε έχοντες και στερούμενους. Η βουλιμία και η ακράτεια προκαλούν την έλλειψη και την ανεπάρκεια των αγαθών. Ο απόστολος Παύλος περιέγραψε πολύ χαρακτηριστικά την κατάσταση αυτή: «ο σπείρων φειδομένως, φειδομένως και θερίσει και ο σπείρων επ’ ευλογίας επ’ ευλογίας και θερίσει» ( Β΄ Κορ. θ΄6 ) . Στη σύγχρονη ανθρωπότητα, πολλοί στερούνται τα στοιχειώδη υλικά αγαθά, γιατί τα εξαντλεί η βουλιμία και η ακράτεια των ολίγων. Τα άφθονα υλικά αγαθά της εποχής μας δεν επαρκούν για όλους τους ανθρώπους, γιατί οι ολίγοι τα κρατούν για τον εαυτό τους. Και όταν κάτι το κρατάς μόνο για τον εαυτό σου, όσο πιο πολύ και αν είναι αυτό, δεν φθάνει ούτε για σένα τον ίδιο. Η ανεπάρκεια των υλικών αγαθών δεν είναι πρόβλημα οικονομικό όσο πνευματικό. Στέρεψε η αγάπη και αυξήθηκε η πλεονεξία και η βουλιμία των ολίγων. Το κοινωνικό πρόβλημα της εποχής μας είναι καθαρά πνευματικό. Πρόβλημα έλλειψης αγάπης και εγκράτειας.

Από το βιβλίο: «+ Μητροπολίτου Αχελώου
ΕΥΘΥΜΙΟΥ (Κ. ΣΤΥΛΙΟΥ)
ΟΙ ΑΕΤΟΙ
Ορθόδοξο Θεολογικό Αγιολόγιο»
ΕΚΔΟΣΕΙΣ: ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΣΤΕΓΗ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

Οι βιοτικές ασχολίες και η πνευματική ζωή. Το άγχος.

ΘΑ αναφερθώ και πάλι στο παράπονό σου για την ταραχή και τη σύγχυση , την αταξία και την ακαταστασία του λογισμού, κατάσταση που προκαλείται από τις καθημερινές βιοτικές μέριμνες και ασχολίες.
Τι θα ένιωθες , αν δεν είχες τίποτα να κάνεις; Ανία. Και σε τι θα καταντούσες; Σε εφάμαρτη ραθυμία. Χρειάζεσαι, λοιπόν, την εργασία. Χρειάζεσαι την ενασχόληση με το νοικοκυριό. Είναι, άλλωστε, καθήκον σου, καθήκον που πρέπει να εκπληρώνεις, με ευσυνειδησία. Όλοι οι άνθρωποι, ως μέλη του κοινωνικού συνόλου, οφείλουμε να εργαζόμαστε με τέτοιο τρόπο, πάντως , που να μην χάνουμε τη μνήμη του Θεού. Μα πώς θα το κατορθώσουμε;
Υπάρχει μια λαϊκή αντίληψη αρκετά διαδεδομένη, σύμφωνα με την οποία τα επαγγελματικά και τα οικιακά έργα, καθώς και όλες γενικά οι επίγειες ασχολίες, βρίσκονται έξω από το πεδίο των θείων πραγμάτων και των θεάρεστων δραστηριοτήτων . Έτσι , όταν σ’ έναν άνθρωπο γεννιέται η επιθυμία της θεάρεστης ζωής, συχνά ακολουθείται από τη σκέψη της αποταγής του κόσμου και της καταφυγής στην έρημο. Αυτό, όμως, δεν είναι σωστό. Τα καθημερινά βιοτικά έργα, από την καλή επιτέλεση των οποίων εξαρτάται η ομαλή λειτουργία της οικογένειας και της κοινωνίας , ορίστηκαν από τον Θεό ως μέρος της επίγειας ζωής μας, γι’ αυτό και η ενασχόληση μ’ αυτά δεν συνιστά λιποταξία στο στρατόπεδο της ασέβειας, αλλά συνέχεια και συμπλήρωση της ενασχολήσεως με τα καθαυτό θεία έργα. Οι άνθρωποι, λοιπόν, που ζουν στον κόσμο , έχοντας μια τέτοια αντίληψη , θεωρούν ότι , συμμετέχοντας στην κοινωνική ζωή και εκτελώντας τις καθημερινές εργασίες τους, ούτε μπορούν ούτε και οφείλουν να διατηρούν τη μνήμη του Θεού. Διαπιστώνοντας ότι έχεις επηρεαστεί απ’ αυτή την αντίληψη, σε προτρέπω να την αποβάλεις. Απόκτησε την πεποίθηση ότι όλα όσα κάνεις ,είτε μέσα στο σπίτι είτε έξω από το σπίτι, ως άνθρωπος, ως θυγατέρα, ως αδελφή, ως Μοσχοβίτισσα τώρα, είναι και καθορισμένα από τον Θεό και ευάρεστα σ’ Αυτόν. Στο Ευαγγέλιο υπάρχουν ειδικές εντολές για τα βιοτικά έργα. Είναι δυνατόν τηρώντας αυτές τις εντολές , να δυσαρεστείς τον Θεό; Όχι, βέβαια. Τον Θεό Τον δυσαρεστείς μόνο αν δεν εκτελείς τα έργα σου σύμφωνα με το θέλημά Του. Τότε εργάζεσαι μάταια και βρίσκεσαι μακριά από τον Κύριο.
Αναθεώρησε , λοιπόν, τη στάση σου. Πίστεψε πως με τις βιοτικές ασχολίες σου εκπληρώνεις θείες εντολές και αντιμετώπισέ τες με το ανάλογο πνεύμα. Έτσι, καθώς όλα θα τα κάνεις με φόβο Θεού, ο νους σου όχι μόνο δεν θ’ απομακρύνεται από τον Κύριο, αλλά, απεναντίας, θα έρχεται όλο και πιο κοντά Του.
Υπηρέτες του Θεού είμαστε όλοι. Εκείνος καθορίζει τις ασχολίες του καθενός μας, παρακολουθώντας συνάμα αν και πώς τις εκτελούμε. Παρακολουθεί, λοιπόν, κι εσένα. Να το θυμάσαι αυτό και να κάνεις το καθετί , ό,τι κι αν είναι, όπως θα το έκανες αν σου το είχε αναθέσει απευθείας ο ίδιος ο Θεός.
Με το ίδιο πνεύμα να δέχεσαι στο σπίτι σου κάθε επισκέπτη: Να σκέφτεσαι ότι ο Θεός τον στέλνει και κοιτάζει να δει αν θα του δείξεις αληθινή αγάπη. Όταν, πάλι, επισκέπτεσαι εσύ κάποιον , να σκέφτεσαι ότι ο Θεός σου έχει αναθέσει μιαν αποστολή, και κοιτάζει να δει αν θα την εκτελέσεις σύμφωνα με το θέλημα Του.
Προδιαθέτοντας έτσι τον εαυτό σου, θα είσαι πάντα κοντά στον Θεό. Καμιά δουλειά δεν θ’ αφαιρεί από το νου σου τη μνήμη Του. Φτάνει μόνο, το ξαναλέω, όλα να τα κάνεις με φόβο Θεού. Αυτό το ιερό αίσθημα είναι που διατηρεί αμετάπτωτη την προσήλωσή μας στον Κύριο.
Περιττό είναι, βέβαια, να πω ότι, αφού έχεις αποφασίσει να ζήσεις θεάρεστα , καμία θέση δεν έχουν στη ζωή σου ασχολίες που δεν ευαρεστούν τον Θεό, ασχολίες μάταιες, ασχολίες εφάμαρτες, ασχολίες που βλάπτουν την ψυχή.
Πέρα από τη λαϊκή αντίληψη, για την οποία σου γράφω εδώ, υπάρχει και κάτι άλλο που σχετίζεται με τις καθημερινές ασχολίες μας, κάτι που θα το χαρακτήριζα ως ασθένεια. Αυτή η ασθένεια είναι το ά γ χ ο ς. Έχουμε χρέος να εκτελούμε με προθυμία , προσοχή και επιμέλεια κάθε έργο που μας αναθέτει η πρόνοια του Θεού. Αυτό το χρέος δηλώνεται με έμφαση από τη φοβερή αγιογραφική προειδοποίηση: «Καταραμένος να ’ναι όποιος εκτελεί τα έργα του Κυρίου με αμέλεια» ( Ιερ. 31: 10 ) . Αλλά το άγχος και η ανησυχία, ,ή μάλλον οι πολλές ανησυχίες που αναστατώνουν την καρδιά και της αφαιρούν την ειρήνη, είναι μια αρρώστια του πεσμένου ανθρώπου, που, μετά την ανταρσία του ενάντια στον Θεό, παραδέρνει από ‘δω κι από ‘κει , ανίσχυρος και φοβισμένος. Το άγχος επιφέρει διατάραξη των λογισμών και δεν μας επιτρέπει να επιτελέσουμε σωστά τα έργα μας. Γι’ αυτό σου συνιστώ να μην του δώσεις τόπο στην καρδιά σου. Όποτε διαπιστώνεις ότι σε απειλεί, να το διώχνεις με την εγκάρδια επανάληψη της ευχής του Ιησού. Να εκτελείς με προθυμία και επιμέλεια κάθε έργο σου, ακόμα και το πιο ασήμαντο, αλλά την επιτυχία να την περιμένεις από τον Κύριο. Και όταν οι προσπάθειές σου δεν τελεσφορούν, να δέχεσαι την αποτυχία ως παραχώρηση του Κυρίου για το συμφέρον της ψυχής σου. Έτσι δεν θα σε κυριεύει ποτέ το άγχος.
Ο Θεός βοηθός!


«Από το βιβλίο: «ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ
Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
γράμματα σε μια ψυχή»
ΕΚΔΟΣΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΙΙΚΗΣ 2000

Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2011

Ζήλος «ου κατ’ επίγνωσιν»

Ιδιαίτερα οι θρησκευτικοί άνθρωποι διατρέχουν περισσότερο κίνδυνο να πουν μαζί με το Φαρισαίο: «ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων» ( Λουκ. ιη΄, 11 ) . Γύρω μας κυριαρχεί το κακό. Οι άνθρωποι συχνά βουλιάζουν στην άγνοια και την αμαρτία. Εύκολα μας έρχεται η ιδέα: «Δεν είμαστε σαν κι εκείνους, είμαστε καλύτεροι!». Μια τέτοια ιδέα μπορεί να μας δημιουργήσει υψηλό φρόνημα, να καλλιεργήσει μέσα μας την υψηλοφροσύνη και την έπαρση, οπότε η ταπεινοφροσύνη πάει περίπατο. Θέλει πολλή προσοχή. Θέλει η ταπεινοφροσύνη περισσότερη πεποίθηση στο Θεό και λιγότερη στον εαυτό μας. Θέλει άγρυπνη παρακολούθηση των κινήσεων της καρδιάς μας. Χρειάζεται πάντα η καθοδήγηση σοφού και διακριτικού πνευματικού.
Το να μπορούμε να ζούμε στην πλήρη αλήθεια, να δεχόμαστε τον έλεγχο του άλλου και να μη θιγόμαστε, να μη βλέπουμε τον εαυτό μας υψηλότερα από τους άλλους, δεν είναι εύκολο πράγμα.
Υπάρχουν άνθρωποι που νομίζουν τους εαυτούς τους ταπεινόφρονες. Αν όμως κάποιος διπλανός τους πει ένα λόγο προσβλητικό, εκεί αμέσως φουντώνει ο εγωισμός τους και γίνονται θηρία. Λέγει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος: «Οι περισσότεροι από εμάς ονομάζουμε τους εαυτούς μας αμαρτωλούς∙ ίσως να το παραδεχόμαστε. Αλλά την ταπεινόφρονα καρδιά την ελέγχει η προσβολή και η εξουδένωση εκ μέρους των άλλων».
Χρειάζεται πάντα προσοχή με τί μάτι βλέπουμε τους άλλους. Μπορεί ο άλλος τη στιγμή αυτή να έσφαλε, μη σπεύσεις να τον κατακρίνεις στην καρδιά σου και να θεωρείς τον εαυτό σου ανώτερο. Δεν ξέρεις αν κι εσύ αύριο σφάλεις σε κάτι. Ούτε γνωρίζεις αν ο άλλος, που τη στιγμή αυτή τον βλέπεις να σφάλλει, σε λίγο μπορεί να κλάψει πικρά και να συγχωρηθεί από το Θεό. Ο σοφός Πατέρας της Εκκλησίας άγιος Ιωάννης της Κλίμακος μας συμβουλεύει σχετικά: «Όσοι επιζητούμε την ταπεινοφροσύνη, ας μην παύσουμε να εξετάζουμε και να ανακρίνουμε τους εαυτούς μας. Και όταν αισθανόμεθα με την καρδιά μας σε όλα ανώτερον τον πλησίον, τότε είναι κοντά μας το έλεος ( δηλαδή το δώρο του Θεού η ταπεινοφροσύνη) .
Θα ήθελα να κλείσω τις φτωχές αυτές σκέψεις περί ταπεινοφροσύνης με τις σοφές συμβουλές που μας δίνει για την αρετή αυτή ο σοφός Μέγας Βασίλειος στην Περί ταπεινοφροσύνης ομιλία του: «Θα ρωτήση όμως κανείς, πώς μπορούμε να εγκαταλείψουμε την ολέθρια υπερηφάνεια και να περάσουμε στη σωτήρια ταπεινοφροσύνη; Αν αγωνιζόμαστε καθημερινά και με κάθε τρόπο γι’ αυτήν και δεν προσπερνάμε ούτε το παραμικρό, θεωρώντας ότι δεν μπορεί να μας βλάψη». Με τον αγώνα διαμορφώνεται ο πνευματικός μας κόσμος και με τη συνεχή πράξη σταθεροποιούνται αυτά που χαράσσουν την πορεία μας. Σφράγισε λοιπόν με την απλότητα της ταπεινοφροσύνης την όλη παρουσία σου, τα ρούχα, το βάδισμα, το κάθισμα, την τροφή, το κρεββάτι, το σπίτι, όλα τα σκεύη και τα έπιπλα που υπάρχουν σ’ αυτό. Ακόμα τα λόγια σου, το τραγούδι, τη συνάντησή σου με τον άλλο, να τα διακρίνει ένα πνεύμα μετριοφροσύνης μάλλον, παρά υπεροψίας και υπεροχής. Μην κομπάζεις με λόγια σοφιστικά, μην τραγουδάς για επίδειξη καλλιφωνίας και μην είσαι υπερόπτης ή πολύ σοβαρός όταν συνομιλείς με τον άλλο.
Σε όλα αυτά ψαλίδιζε την υπερβολή. Να είσαι καλός με τον φίλο σου, μετριοπαθής με τον οικιακό σου βοηθό, ανεξίκακος στους θρασείς, φιλάνθρωπος στους καταφρονεμένους και ταπεινούς. Να παρηγορείς όσους υποφέρουν, να επισκέπτεσαι όσους θλίβονται, κανένα να μην περιφρονείς. Να συνομιλείς με γλυκύτητα, στις απαντήσεις σου να είσαι ευχάριστος , σωστός και καταδεκτικός προς όλους.
Να μην επαινείς τον εαυτό σου, ούτε να τα φέρνεις έτσι, ώστε οι άλλοι να σε επαινούν. Να μη δέχεσαι λόγια άπρεπα, για να σκεπάσεις τάχα όσο γίνεται τα προτερήματά σου. Σπεύδε να ελέγχεις τον εαυτό σου για τα λάθη που έκανες. Μην περιμένεις από τους άλλους να ελεγχθείς. Για να μοιάσεις με το δίκαιο για τον οποίο κάνει λόγο το βιβλίο των Παροιμιών, που πρώτος γίνεται κατήγορος του εαυτού του. Μιμήσου τον Ιώβ, που δεν απέφυγε να εξομολογηθεί μπροστά στης πόλης τα πλήθη το πταίσμα του. Μην επιτιμάς τους άλλους αυστηρά, μη βιάζεσαι να τους ελέγξεις και μάλιστα με εμπάθεια. Ας μην ξεχνάμε τέλος πως η ταπεινοφροσύνη είναι το στολίδι της «εν Χριστώ» ζωής.


Από το βιβλίο: “Μητροπολίτου πρ. Πειραιώς
Καλλινίκου Καρούσου
Η «εν Χριστώ»
Πνευματική ζωή
Εκδόσεις Χρυσοπηγή
Αθήνα 2010

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2011

ΠΩΣ Ν’ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΟΥΜΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

…13) - Με προσοχή. Χρειάζεται πολύ προσοχή στην πορεία μας μέσα στον κόσμο. Σας θυμίζω ότι ολόκληρος ο κόσμος είναι ένα ναρκοπέδιο του διαβόλου.
- Γιατί ναρκοπέδιο;
- Α … παιδί μου …Τα είπαμε αυτά… Σε κάθε μας βήμα είναι δυνατόν να πατήσουμε μια νάρκη και να τιναχθούμε στον αέρα και να κομματιασθούμε. Η Αγία Γραφή ,φωνάζει: «Βλέπετε ουν πώς ακριβώς περιπατείτε». Που σημαίνει , «προσέχετε πώς ακριβώς θα περπατήσετε». Κι ένα πλήθος φορές μας συμβουλεύει: «Προσέχετε». Προσέχετε από αυτό, προσέχετε από εκείνο. «Προσέχετε από τους ανθρώπους». «Προσέχετε τον ίδιο σας τον εαυτό σας». Αλλοίμονο , σ’ αυτούς περπατούν μέσα στον κόσμο, απρόσεκτα, επιπόλαια, ανόητα. Αλλοίμονο σ’ αυτούς που με τολμηρό θράσος βαδίζουν στους δρόμους της κοσμικής ζωής. Θα τους καταστρέψη τελικά ο κόσμος.
14) - Με σύνεση. Χρειάζεται σύνεσις. Χρειάζεται περίσκεψις. Χρειάζεται η κατά Θεόν σοφία. Πρέπει νάμαστε σοφοί και όχι άσοφοι, διότι έτσι λέγει η Αγία Γραφή: «Μη ως άσοφοι αλλ’ ως σοφοί». Χρειάζεται να είμαστε ανάμεσα στους ανθρώπους, όπως λέγει ο Κύριος: «φρόνιμοι ως οι όφεις και ακέραιοι ως αι περιστεραί», που σημαίνει, «έξυπνοι και συνετοί σαν τα φίδια και ακέραιοι σαν τα περιστέρια». Να σκεπτώμαστε πολύ, πριν ενεργήσουμε και να προσευχώμαστε πολύ, πριν κινηθούμε. Να ,μελετούμε το λόγο του Θεού και των Αγίων και να ερευνούμε το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός , από μικρό παιδί εντυπωσίαζε τους πάντες με την σύνεσί του. Κάποτε μάλιστα, μας διηγείται το Ευαγγέλιον, όταν ήταν 12 ετών, στάθηκε ανάμεσα στους σοφούς και τους διδασκάλους των Εβραίων, στον ναό του Σολομώντος και τους εδίδασκε. Και εθαύμαζαν όλοι, όσοι τον άκουγαν, για την σύνεσι και για τις απαντήσεις του. «Και εξίσταντο δε πάντες οι ακούοντες αυτού επί τη συνέσει και ταις αποκρίσεσιν αυτού». Χαρά σ’ εκείνους που έχουν σύνεσι. Σύνεσι χριστιανική βέβαια. Σύνεσι πνευματική. Αυτή που εννοεί ο Απόστολος Παύλος, όταν λέγει ότι δεν παύει να προσεύχεται για όλους μας, για να γεμίσουμε από την επίγνωσι του θελήματος του Θεού, από όλη την σοφία του Κυρίου κι από πνευματική σύνεσι. Ας ζητά ο καθένας μας σύνεσι από τον Κύριο και ας είναι σίγουρος, ότι θα γίνη αυτό που λέγει η Αγία Γραφή: «θα σου δώση ο Κύριος σύνεσι σε όλα». Και θα αντιμετωπίζη πλέον τον κόσμο με σύνεσι.
15) – Με προφύλαξι. Να φυλαγώμαστε. Να αυτοπροστατευώμαστε. Δεν ξέρουμε πού βρίσκεται ο εχθρός. Δεν ξέρουμε πού είναι κρυμμένες οι παγίδες του. Ο κόσμος είναι χάος, έλεγε κάποιος. Θυμάσαι;… «Πού να ξέρω εγώ πού μπορεί να κρύβεται ο διάβολος;». Να ερευνούμε , λοιπόν, καλά τα πάντα. Τι κρύβεται πίσω από αυτό, τι κρύβεται κάτω από εκείνο.
Στις κατασκηνώσεις , που κάναμε τόσα χρόνια, ερχόντουσαν και παιδιά από την πόλι, αλλά και παιδιά από τα χωριά. Πόση εντύπωσι μου έκανε το ότι, τα παιδιά από την πόλι καθόντουσαν απρόσεκτα όπου νάναι, στις πέτρες και στο έδαφος. Τα παιδιά από τα χωριά , πρώτα κύτταγαν, αν εκεί που θα καθήσουν ήταν κάποιος σκορπιός ή κάποιο φίδι. Κι όταν επρόκειτο να σηκώσουν μια πέτρα, δεν έβαζαν αμέσως τα χέρια τους από κάτω για να την σηκώσουν, αλλά πρώτα την γυρνούσαν προσεκτικά να ιδούν, μήπως έχει κάτι από κάτω και τους δαγκώσει. Η γνώσις του κινδύνου τα έκαμε να φυλάγωνται. Ενώ τα παιδιά από την πόλι δεν υπολόγιζαν τι μπορεί να κρύβεται κάτω από την πέτρα. Η άγνοια του κινδύνου, τα έκαμε να μη φυλάγωνται.
Πίσω από έναν ωραίο άνθρωπο, μπορεί να κρύβεται ο διάβολος. Όπως και πίσω από ένα ωραίο ένδυμα. Μα και πίσω από τον καθρέπτη σου μπορεί να κρύβεται. Να φυλάγεσαι. Μπορεί κάτω από το μαξιλάρι σου να έχη φωλιάση ένα φίδι, μια οχιά. Ιδίως το καλοκαίρι στην εξοχή. Αλλ’ εξίσου κάτω από το μαξιλάρι σου, μπορεί να έχη φωλιάση χειμώνα-καλοκαίρι ένα δαιμόνιο, για να σου φέρνη στον ύπνο σου όνειρα κακά και αισχρά. Να φυλάγεσαι απ’ όλα. Από ανθρώπους, από ζώα, από πράγματα, από δαιμόνια…


Από το βιβλίο: «ΠΩΣ Ν’ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΟΥΜΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ» ΑΡΧΙΜ. ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗ
ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ
ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ
ΝΕΑΝΙΚΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ0 ΟΡΘΟΔΟΞΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
Ναύπακτος 2004

Τι δεν πρέπει να ζητά ο προσευχόμενος

Ο κοινός Κύριος μας παρέδωσε υπόδειγμα προσευχής λέγοντας: « Όταν προσεύχεσθε μη φλυαρήτε όπως οι ειδωλολάτρες˙ διότι νομίζουν ότι θα εισακουσθούν με την πολυλογία τους» ( Ματθ. 6,7 ) , ονομάζοντας βαττολογία την φλυαρία, που λέγεται με πολλά λόγια, αλλ’ είναι στερημένη από κάθε ωφέλεια.
Όταν λοιπόν ο Κύριος απαγορεύη την φλυαρία, με αυτό που λέγει υπαινίσσεται ότι δεν πρέπει οι προσευχόμενοι να ζητούν αυτά που φεύγουν και χάνονται , ούτε την ομορφιά του σώματος, που μαραίνεται από το χρόνο και καταστρέφεται από την αρρώστεια και σκεπάζεται από τον θάνατο˙ διότι τέτοιο είναι το σωματικό κάλλος ˙ είναι άνθος που ζει λίγο χρόνο, που φαίνεται για λίγο κατά την άνοιξι της νεότητος και που ύστερα από λίγο καταστρέφεται από την παλαιότητα του χρόνου.
Αν όμως κάποιος θέλη να εξετάση και την υπόστασί του, τότε θα μπορέση να το περιφρονήση περισσότερο. Διότι τίποτε άλλο δεν είναι, παρά φλέγμα και αίμα και ρεύμα και χυλός μασημένης τροφής. Διότι από αυτόν και τα μάτια και οι παρειές και οι μύτες και τα φρύδια και τα χείλη και όλο το σώμα ποτίζεται˙ και αν σταματήση κάποτε το πότισμά τους, οπωσδήποτε με αυτά θα λείψη και η ομορφιά του σώματος.
Ούτε να επιζητούν τον πλούτο των χρημάτων , που σαν τα νερά των ποταμών ρέει σε κάποια κατεύθυνσι και μετά προς άλλη και μεταβαίνει άλλοτε σ’ αυτόν και άλλοτε σ’ εκείνον, και φεύγει από αυτούς που τον έχουν και δεν ανέχεται να παραμένη σ’ αυτούς που τον αγαπούν και έχει αμέτρητους εχθρούς και σκόρους και ληστές και συκοφάντες και ναυάγια και πολεμικές επιθέσεις και επαναστάσεις λαών και κακουργίες υπηρετών και αφαιρέσεις εγγράφων και προσθήκες και μειώσεις και τα άλλα δεινά, όσα γεννιούνται σε όσους αγαπούν τα χρήματα από την φιλοπλουτία τους.
Ούτε να επιζητούν την δύναμι των αξιωμάτων˙ διότι και σ’ αυτήν γεννιούνται πολλές θλίψεις, φροντίδες που καταστρέφουν, συνεχείς αγρυπνίες, επιβουλές από τους φθονερούς , δολιότητες από αυτούς που μισούν, πολυλογία ρητόρων, που με τα πολύ πειστικά λόγια υποκλέπτει την αλήθεια και προξενεί μεγάλο κίνδυνο στους δικαστές.
Διότι υπάρχουν, πράγματι υπάρχουν μερικοί που είναι φλύαροι και λέγουν ανόητα, που ζητούν αυτά και τα παρόμοια από τον Θεό των όλων, δεν κάνουν όμως κανένα λόγο για τα αληθινά αγαθά. Και οι άρρωστοι βέβαια δεν διδάσκουν στο γιατρό τη χρήσι των φαρμάκων, αλλά μόνο ανέχονται όσα τους προσφέρει, έστω κι αν η μέθοδος της θεραπείας είναι επίπονη.
Ούτε όσοι ταξιδεύουν συμβουλεύουν τον κυβερνήτη πώς να κρατά το πηδάλιο και να κατευθύνη το σκάφος, αλλά κάθονται πάνω στα καταστρώματα και ανέχονται την δική του τέχνη, όχι μόνον όταν οδηγούνται από ευνοϊκούς ανέμους, αλλά και όταν βρίσκωνται στον έσχατο κίνδυνο . Και μόνο στο Θεό, που γνωρίζει πάρα πολύ καλά να μας δίνη ό,τι ακριβώς μας συμφέρει, δεν ανέχονται οι ανόητοι να παραχωρούν την ψυχή τους, αλλά ζητούν ως ωφέλιμα τα ολέθρια, κάνοντας όπως ο άρρωστος , που παρακαλεί το γιατρό να του δώση όχι εκείνα που τον απαλλάσσουν από την αρρώστεια, αλλ’ όσα τρέφουν την ύλη, την μητέρα της αρρώστειας.
Και βέβαια ο γιατρός δε θα ανεχθή την παράκλησι του αρρώστου, αλλά και αν ακόμη τον δη να χύνη δάκρυα και να θρηνή, θα ακολουθήση την επιταγή της επιστήμης του περισσότερο και δεν θα λυγίση από τα δάκρυά του˙ και την απείθεια αυτή δεν την ονομάζουμε απανθρωπιά, αλλά φιλανθρωπία. Διότι όταν υπακούη στον ασθενή και του χορηγή όσα τον ευχαριστούν, του συμπεριφέρεται όπως οι εχθροί του˙ όταν όμως του αντιστέκεται και πολεμά την επιθυμία του, συμπεριφέρεται με ευσπλαχνία και φιλανθρωπία. Έτσι και ο γιατρός των ψυχών μας, δεν δέχεται να δώση σ’ εκείνους που του ζητούν εκείνα που θα τους βλάψουν. Ούτε πάλι οι φιλόστοργοι πατέρες δέχονται να δώσουν μαχαίρια ή κάρβουνα αναμμένα στα πολύ μικρά παιδιά τους που τα επιζητούν, διότι γνωρίζουν καλά ότι μία τέτοια ενέργεια θα τα βλάψη.
Μερικοί μάλιστα από αυτούς που δεν ξέρουν τι ζητούν στην προσευχή , έπεσαν στη χειρότερη ανοησία και δε ζητούν από τον Θεό στην προσευχή τους μόνο ομορφιά σώματος και πλούτο και εξουσία και όλα τα παρόμοια, αλλά και καταριώνται τους εχθρούς τους και παρακαλούν να πέση πάνω τους κάποια τιμωρία και Εκείνον που με την προσευχή τους ζητούν για τον εαυτό τους να γίνη ήρεμος και φιλάνθρωπος, θέλουν Αυτόν με την προσευχή τους να Τον κάνουν για τους εχθρούς τους σκληρό και απάνθρωπο.
( Περί του κατά Θεόν … . ΕΠΕ 26, 124-128. PG 51, 26-27 )


Από το βιβλίο: «ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
Χρυσοστομικός Άμβων
Ε΄
Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ
Τα νεύρα της ψυχής»
Έκδοσις
Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου
Νέα Σκήτη Αγ. Όρους

"Η αδελφή μου η μοναχή"

Απόσπερο

Είχα ένα βάσανο –ποιος δεν είχε ή δεν έχει ή δεν θάχη βάσανο σ’ αυτόν τον κόσμο; Είχα ένα βάσανο και το κεφάλι μου γύριζε, η ψυχή μου ήταν σκοτεινιασμένη, η καρδιά μου έκλαιγε. Ήθελα να βγω από το σπίτι μου. Ήθελα να πάω να βρω παρηγοριά, γαλήνη, ελπίδες, αν γινόταν. Ο νους μου στράφηκε στην αδελφή μου την Αγγελική. Αυτή είχε πάντα ένα καλό λόγο, μια ματιά αγάπης, ένα δάκρυ στο δικό σου δάκρυ. Ένα υπέροχο πλάσμα ! Αργότερα θα σας πω πιο πολλά γι’ αυτήν.
Μπήκα στο λεωφορείο. Κάθισα και κοίταζα μπροστά. Καμιά εικοσαριά άνθρωποι ταξειδεύαμε. Ποιος ξέρει τι γύριζε και στο δικό τους κεφάλι. Κοίταζα μπροστά μου, μα έβλεπα περισσότερο τον πόνο μου παρά το δρόμο. Δεν κατάλαβα πότε έφτασα εκεί που έπρεπε να κατέβω. Πήρα το χωματένιο δρομάκι. Μπροστά , λίγο μακριά, το καταπράσινο βουνό. Πλάι μου , αλάργα, η θάλασσα, ήσυχη-γαλήνια, αληθινή ζωγραφιά. Ο ήλιος πήγαινε να κρυφτή πίσω απ’ την κορυφή του βουνού. Περπατούσα τώρα μεσ’ στο δάσος των πεύκων, μέσα στη μυρωδάτη δροσούλα, στην ησυχία, στη μοναξιά. Ένας στεναγμός, που μ’ ανακούφισε, βγήκε απ’ το στήθος μου. Ένα κοπάδι πουλιά πέταξε κοντά μου. Πετούσαν παίζοντας ,σφυρίζοντας. Τα κυκλάμινα είχαν βγη. Ήταν φθινόπωρο. Περπατούσα στο δάσος κ’ ανηφόριζα. Ανάσαινα πιο βαθειά τώρα. Στη στροφή του δρόμου φάνηκε πρώτα ανάμεσα απ’ τα δένδρα, ψηλά στον απέναντι λόφο, ένας σταυρός, ύστερα το πάνω μέρος του τρούλου που πατούσε ο σταυρός , ύστερα όλος ο τρούλλος. Όλη η Εκκλησιά, λες κι αναδυόταν. Να και το τείχος γύρω-γύρω, το παληό, χορταριασμένο τείχος. Περπατούσα κι όλο και πλησίαζα. Κι άρχισα να σιγοχαίρουμαι με την αδελφή μου, που θάβρισκα σε λίγο. Πέρασα απ’ τη μεγάλη ξύλινη πόρτα. Ένα κουδούνι χτύπησε από πάνω μου. Η αυλή ήταν φρεσκοσκουπισμένη, τα λουλούδια ποτισμένα, τα χαγιάτια στρωμένα με κουρελούδες, ψυχή όμως δε φαινόταν. Το Μοναστήρι είχε εσπερινό. Μπήκα στην Εκκλησιά σιγά. Γλυκές ψαλμωδίες έφτασαν στ ’αυτιά μου και το θυμίαμα, μυρωδάτο –μια μυρουδιά άγια, γέμισε τη μύτη μου. Πήρα ένα κερί-το άναψα , τόβαλα στο μανουάλι-έκανα το σταυρό μου-φίλησα την άγια εικόνα και προχώρησα στο ναό.
Τρεις μαζί φωνές λεπτές, ευγενικές, απαλές, ταπεινές έψελναν τα τροπάρια. Η μια ήταν της αδελφής μου!... Τα καντήλια και τα κεριά φώτιζαν αχνά, ιλαρά, ήσυχα την Εκκλησιά, την εικόνα του Χριστού , της Παναγιάς , των αγίων. Γύρω στα στασίδια ακίνητες κι αμίλητες οι μοναχές άκουγαν τα τροπάρια, στοχάζονταν τα νοήματά τους, προσεύχονταν, έκαναν κάθε τόσο το σταυρό τους. Στο «Φως ιλαρόν» γέμισε η Εκκλησιά απαλές φως, της καρδιάς και της ψυχής. Πού ήταν τόσες ψυχές; Κι ύστερα πάλι έσβυσαν σιγά-σιγά οι πολλές και έμειναν οι τρεις να λένε τ’ άλλα τροπάρια του Εσπερινού γλυκά, απαλά, με μια πηγαία τέχνη, σαν ένας άνθρωπος. Είχα ξεχάσει το βάσανό μου. Μέρωσε η ψυχή μου. Γλύκανε. Λάφρωσε ο νους μου. Σιγόψελνε η καρδιά μου. «Νυν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου» .
Μια-μια άρχισαν να κινούνται προς την εξώθυρα οι μοναχές, αθόρυβα, ταπεινά, σα σκιές αγγέλων.
Ναι και η αδελφή μου! Γλυκό, ταπεινό το προσωπάκι της κάτω από το μαύρο πέπλο της, με των κεριών το παίξιμο στα μάτια της, ερχόταν σιγά, ήρεμα χαμηλοβλέποντας.
« Αγγελική!» , σιγοψιθύρισα.
Στράφηκε ήρεμα προς εμένα.
- «Αδελφέ μου», είπε εγκάρδια , με μια γλύκα άλλου κόσμου, και μ’ έπιασε στους αγκώνες. « Κουρασμένος είσαι. Στενοχωρημένος. Γιατί;» ;
- «Δεν τα ξέρεις; Το βάσανο».
- «Έλα να τα πούμε στη Μητέρα».
Με πήγε μπροστά στην εικόνα της Παναγίας . Το γλυκό φως του καντηλιού φώτιζε την άγια μορφή της και της αδελφής μου το πρόσωπο και το δικό μου , που δεν μπορούσα να δω. Με κρατούσε από τον αγκώνα εκείνη στοργικά. Δε μιλούσε. Μονάχα κοίταζε μια την Παναγιά και μια εμένα και τα γαλήνια μάτια της αδελφής μου, της μοναχής Αγγελικής, έπαιρναν , θαρρείς, από τη χάρι της Παναγιάς γέμιζαν καλωσύνη, αγάπη, συμπόνοια, γίνονταν καθαυτό μάτια αγγέλου , κι ύστερα με κοίταζαν κι άδειαζαν μεσ’ τα δικά μου μάτια τ’ ουρανού τα δώρα, που κατέβαιναν ως τη ψυχή μου. Αρκετά λεπτά της ώρας κράτησε αυτή η μετάγγισι μέσα στην ήσυχη Εκκλησιά του Μοναστηριού, τη μοσχομυρισμένη από το λιβάνι, μπροστά στην εικόνα της Παναγιάς, που φώτιζε ταπεινά, ευλαβικά τ’ αχνό φως του καντηλιού.
- «Να πηγαίνουμε τώρα» είπε η αδελφή μου.
Πλησίασε κι ασπάστηκε την άγια Εικόνα της. Έκανα κι εγώ το ίδιο. Βγήκαμε λαφροπατώντας. Περάσαμε την αυλή. Φθάσαμε στην ξύλινη μεγάλη πόρτα.
- «Καληνύχτα», μου είπε το ίδιο εγκάρδια, με μια γλύκα άλλου κόσμου.
- «καληνύχτα !Αγγελική. Ευχαριστώ πολύ» είπα. Δεν μπορούσα να πω περισσότερα. Ένοιωθα ένα σεβασμό μπροστά στην μικρή αδελφή μου, την αδελφή Αγγελική. Έναν σεβασμό που έκανε τα λόγια μου λίγα, μετρημένα. Κοίταξα ξανά το γλυκό, ταπεινό προσωπάκι της στο φως του φεγγαριού και πήρα το δρόμο του γυρισμού. Περπατούσα μέσα στο δάσος των πεύκων πάλι, στην ησυχία. Έβλεπαν τα μάτια μου το δρόμο, μα ο νους μου είχε ακόμα μπροστά την εικόνα της Παναγίας, στα μάτια της αδελφής μου, στα μάτια εκείνα τα καθαυτά αγγελικά. Μια άγια γαλήνη πλημμύριζε την ψυχή μου. Γύρισα στο σπίτι μου λυτρωμένος.

Η αδελφή μου η Αγγελική

Η αδελφή μου η Αγγελική ήταν από μωρό ακόμα ένα χαριτωμένο πλάσμα. Μια «σταυρωμένη» ψυχή, που λέει ο λαός. Λένε, μάλιστα, πως όταν τη βαπτίζανε, το λάδι στην κολυμβήθρα έκανε ένα σταυρό, που δεν χάλασε και με τα τρία βουτήγματα που της έκανε ο παπάς «εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» -εγώ δεν το θυμάμαι, ήμουνα πέντε χρονών τότε. Κι έτρεξαν κι είπαν στη μητέρα μου πως κάτι εξαιρετικό θα γίνη η Αγγελική. Κάτι της Εκκλησίας. Πως, αν ήταν αγόρι, θα γινόταν παππάς!
Στα πρώτα παιδικά της χρόνια ήταν ένα λεπτό, ευγενικό κοριτσάκι, κατακάθαρο πάντα με δυο μάτια που καθρέφτιζαν την αθώα ψυχή της. Δυό μάτια, που τα κοίταζαν οι γνωστοί μας κι ένοιωθαν και στη δική τους ψυχή μια γαλήνη, μια γλύκα. Κι ήθελαν πάλι να τα δουν κι όλο να τα βλέπουν.
Κι εκείνη πάλι ήθελε να στέκεται ώρα και να κοιτάζη στα μάτια τον Αρχάγγελο Γαβριήλ, με το λευκό κρίνο στο άγιο του χέρι, στην Εκκλησιά μας.
- «Πού το πάει το κρίνο, μαμά, ο άγγελος; » ρώτησε την πρώτη φορά.
- «Στην Παναγία, κορούλα μου, γιατί η ψυχή της είναι λευκή σαν το κρίνο και μοσχοβολά απ’ τις αρετές της σαν κι αυτό».
Και πάλιν έβλεπε τον Αρχάγγελο η Αγγελική κι ύστερα στεκόταν μπροστά στην εικόνα της Παναγίας ώρα και φεύγοντας έρριχνε πάλι μια ματιά στον Αρχάγγελο Γαβριήλ.
Άλλες φορές στεκόταν και κοίταζε με τα γλυκά της μάτια τις εικόνες των Αγίων. Πιο πολύ της άρεσε η Αγία Αικατερίνη με τον τροχό και η Αγία παρθενομάρτυς Παρασκευή-ήταν, πράγματι, δυο πολύ όμορφες εικόνες. Είχε καταφέρει ο αγιογράφος να κάνη τις μορφές τους σεμνές, ταπεινές, γλυκές, με μια ουράνια ομορφιά. Άγιες. Και η Αγγελική δεν τις χόρταινε. Έβαζε συχνά όμορφα λουλούδια στο προσκυνητάρι τους, έκαμε αργά το σταυρό της κι ύστερα σηκωνόταν στις μύτες των παπουτσιών της και τις φιλούσε με τα λεπτά , ροδοκόκκινα χειλάκια της. Πού την έχανες –πού την εύρισκες; στις καλές φιλενάδες της, τις αγίες της Εκκλησιάς μας. Κι όλο ρωτούσε τη μητέρα μας την μακαρίτισσα –μια ψυχή σπάνια- για τη ζωή τους. Κι εκείνη, σαν χτυπούσε η καμπάνα εσπερινό κι άναβε το καντήλι και θύμιαζε το σπίτι, την έπαιρνε κοντά της και της μιλούσε απλά, εγκάρδια, ήρεμα για τις αρετές των αγίων, για την αγάπη τους στο Θεό και τους ανθρώπους , για τη δύναμι που είχαν τρυφερές παιδούλες μπροστά στους δυνατούς αυτοκράτορες , για τα θαύματα που έκαναν με τη χάρι Εκείνου. Κι έλεγε η μανούλα έχοντας κοντά της ακουμπισμένη επάνω της, την κορούλα της. Κι άκουγε η Αγγελική απ’ τον καλύτερο τούτο του κόσμου άμβωνα και τρέφονταν η ψυχή τη με του Θεού τον άρτο και ποτίζονταν με τα νάματα του παραδείσου και μεγάλωνε κι ανθοφορούσε λούλουδα αρετής, και καρποφορούσε καρπούς αγάπης.
Αν ήταν πρώτες φίλες της οι Αγίες της Εκκλησιάς μας, αμέσως ύστερα απ’ αυτές αγαπούσε όλες τις ψυχές, όλους τους ανθρώπους κι έδειχνε ιδιαίτερη συμπάθεια σ’ αυτούς που είχαν μια κάποια ανάγκη. Αυτή έτρεχε πρώτη στη συμμαθήτρια που αρρώστησε, για να τη συντροφέψη και να της πη τα μαθήματα –ήταν μαθήτρια του «άριστα» η Αγγελική. Σα λαγωνικό μυριζόταν το σπίτι που είχε κάποιο πόνο , κάποια δυσκολία κι εύρισκε πάντα τον καλύτερο τρόπο να το πλησιάση και να πη δυο λόγια αγάπης, να σχεδιάση ύστερα και να βρη και να δώση την βοήθεια που έπρεπε. Οι γρηούλες κι οι παππούδες στα σπίτια περίμεναν με λαχτάρα την επίσκεψί της κι ένοιωθαν χαρά , και γέμιζαν ελπίδες και δεν φοβόταν το θάνατο! –αφού ένας τέτοιος θα ήταν ο άγγελος, που θα τους συνώδευε ως τον ουρανό. Πόσες φορές δεν το είπαν οι άνθρωποι: « Εσύ παιδί μου, κατά λάθος έγινες άνθρωπος. Άγγελος ήτανε να γίνης!».
Αμ μ’ εκείνα τα φτωχά παιδάκια πάλι; Τα ορφανούλια; Τα ‘φερνε στο σπίτι μας, τάλουζε, τα χτένιζε, τους έδινε καινούρια φορεματάκια απ’ το μπαούλο που είχε ειδικά γι’ αυτό το σκοπό, κι ύστερα τάφερνε στο τραπέζι για να φάνε μαζί μας «τα αδελφάκια του Χριστού», όπως έλεγε. Οι καλεσμένοι της.
Μα το βάρος της αγάπης της για τους ανθρώπους το έρριχνε στο πολυτιμότερο στοιχείο τους, στην αθάνατη ψυχή τους, που γι’ αυτήν ήλθε στη γη και σταυρώθηκε ο Χριστός. Έκανε ό,τι μπορούσε για τις ψυχές την ημέρα και το βράδυ, όταν τελείωνε τη μελέτη των μαθημάτων της κι εμείς πηγαίναμε να κοιμηθούμε, γονάτιζε μπροστά στο εικονοστάσι μας και στο ιλαρό φως του καντηλιού παρακαλούσε, παρακαλούσε θερμά για την κάθε μια ψυχή, για τις αγαθές και τις πονηρές , για των παιδιών και των γερόντων, των κοριτσιών και των παλληκαριών. Πόσο τις αγαπούσε όλες τις ψυχές η αδελφή μου η Αγγελική και πόσο νοιάζονταν γι’ αυτές! Έτσι όπως νοιάζεται ο ουράνιος Πατέρας, στο βαθμό που μπορεί ο άνθρωπος.
Ήταν για μια ανώτερη, για μια αγγελική ζωή πλασμένη η μικρότερη αδελφή μου. Μια ζωή δοσμένη ολοκληρωτικά στην αγάπη του Θεού και των ανθρώπων. Κι αυτό το καταλαβαίναμε καλά όλοι μας στο σπίτι. Και οι συγγενείς. Γι’ αυτό , όταν στα εικοσιπέντε της χρόνια μας είπε, ότι θα αφιερωθή στην υπηρεσία του Θεού και στην αγάπη των ανθρώπων, δεν δυσκολευθήκαμε να συμφωνήσουμε. Γι’ αυτό ήταν πλασμένη η αδελφή μου, η καλή μου αδελφή. Και είναι τρία χρόνια τώρα που έγινε νύμφη του Χριστού. Και είναι τρία χρόνια τώρα που συχνά-πυκνά περπατώ στο δάσος, ανηφορίζω, φτάνω στο Μοναστήρι, για να μείνω για λίγο κοντά στην μοναχή Αγγελική, να δω το ήσυχο, ταπεινό προσωπάκι της κάτω από το μαύρο πέπλο της, να πάρω από την ουράνια γαλήνη της, από την γλύκα της κάποιου άλλου κόσμου, να παρηγορηθώ.

...

Το δηλητήριο

Ήταν μια Κυριακή του Ιανουαρίου. Μια μέρα ηλιόλουστη, ζεστή, μέσ’ στην καρδιά του χειμώνα. Ήταν μια απ’ τις αλκυονίδες μέρες , που κάνει η θεία Πρόνοια για το πουλάκι, την Αλκυόνα. Το Μοναστήρι έκανε τη λειτουργία του αργότερα σήμερα, γιατί είχαν ειδοποιήσει πως θα έλθουν και ήρθαν άνθρωποι απ’ την  πόλι. Οι ήρεμες, γλυκειές ψαλμωδίες, η ευωδία του θυμιάματος, το γλυκό φως των καντηλιών μπρος στις άγιες εικόνες, αυτές οι άγιες μορφές που ήταν, θαρρείς, ανάμεσά μας, όλα αυτά ετοίμαζαν τις ψυχές για το Μεγάλο Μυστήριο. Μέσ’ απ’ τα τζάμια της κόγχης έμπαιναν στο ιερό δέσμες φωτός , σαν αυτές που συνηθίζουν οι ζωγράφοι να παριστάνουν το Άγιο πνεύμα, και άγγιζαν την Άγια Τράπεζα, τα ιερά καλύμματα, το Άγιο Ποτήριο. Η αναίμακτη θυσία έγινε. Το Άγιο Πνεύμα μετέβαλε το ψωμί και το κρασί σε Σώμα και Αίμα Χριστού. Πλησίαζε η ώρα της Θείας Κοινωνίας. Μια-μια οι μοναχές έβαζαν μετάνοια στην Ηγουμένη, για να ζητήσουν συγγνώμην , και της φιλούσαν το χέρι. Ύστερα ζητούσαν συγχώρησι και μεταξύ τους. Μια μάλιστα μοναχή μπήκε γοργά μέσ’ στο πλήθος, έκανε βαθειά υπόκλιση μπρος σε μια γυναίκα και της φίλησε το χέρι. Ήταν η μητέρα της . Κι ύστερα μπήκαν η μια πίσω απ’ την άλλη οι μοναχές στο κέντρο της Εκκλησιάς και περίμεναν με φόβο και αγάπη την πρόσκλησι.
- «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης», ακούστηκε η φωνή του ιερέως, που κρατούσε ψηλά το Άγιο Ποτήριο, σκεπασμένο με το κόκκινο Άγιο Μανδήλιο. Κοινώνησε πρώτη η Ηγουμένη κι ύστερα , κρατώντας προσεχτικά το Άγιο Μανδήλι, παραστεκόταν –μάνα αυτής της ψυχής-στις μοναχές που κοινωνούσαν. Ήταν μια υπέροχη εικόνα θείας και ανθρώπινης αγάπης. Έπαιρναν μέσα τους τον Αμνό και Νυμφίο τους, τον Λατρευτό τους. Το τίμιο Αίμα Του κυλούσε τώρα στις παρθενικές φλέβες τους. Ο θείος Άρτος Του στήριξε τα νεανικά κορμιά τους…
Τελείωσε η θ. Λειτουργία και βγήκε έξω ο κόσμος. Οι μοναχές πήγαν να προσφέρουν καφέ στους επισκέπτας. Η αδελφή μου, η μοναχή Αγγελική είχε μείνη στο αναλόγι, κάτι να δη απ’ τα τροπάρια του Εσπερινού. Ύστερα έκλεισε το βιβλίο σιγά, έκανε το σταυρό της Και κινήθηκε προς την εξώπορτα, Μια φωνή όμως, μια σιγανή γυναικεία φωνή την σταμάτησε.
- «Αδελφή!».
Στάθηκε η μοναχή Αγγελική και γύρισε κατά τη φωνή. Ήταν μια νέα κοπέλα και γύρις κατά τη φωνή. Ήταν μια νέα κοπέλλα αυτή που την φώναξε. Μια κοπέλλα με κακοβαμμένα τα μαλλιά, τα μάτια, τα χείλη, τόσο που έλεγες πως δεν ήταν αληθινός άνθρωπος, παρά κάποια μεγάλη κούκλα, απ’ αυτές που έχουν στις βιτρίνες τα μεγάλα καταστήματα των Αθηνών. Μα η αδελφή Αγγελική ήξευρε να ξεπερνά τα εξωτερικά, να βλέπη πίσω απ’ αυτά μια ψυχή αδελφή, μια ψυχή για την οποία πέθανε ο Χριστός. Κύτταξε , λοιπόν, ήσυχα, γλυκά, αδελφικά την κοπέλλα. 
- «Ορίστε, καλή μου», της είπε.
- «Να σας απασχολήσω λίγα λεπτά;». 
- «Ευχαρίστως. Ελάτε». Και την πήρε κρατώντας την απ’ τους αγκώνες, όπως εμένα τότε που πήγα με το βάσανο, όπως θυμάστε, και στάθηκαν στην άκρη του ναού, κάτω απ’ ένα θόλο του. Η Εκκλησία μύριζε ακόμη θυμίαμα, κερί. Άγια γαλήνη βασίλευε. 
- «Τι θέλεις, καλή μου, από εμένα;» 
- «Υπάρχει Θεός;», πέταξε την ερώτησι ανήσυχη.
- «Ναι, καλή μου. Θεός πατέρας, παντοκράτωρ, που μας έπλασε και μας αγαπά».
- «Κι εμένα μ’ αγαπά;». 
- «Όλους τους αγαπά». 
- «Κι εκείνους που δεν τον αγαπούν;»
- «Κι εκείνους. Όπως ο πατέρας τα παιδιά του, που δεν τον ακούνε».
- «Κι εκείνους που τον σκότωσαν ή ετοιμάζονται να σκοτώσουν ή να σκοτωθούν;» ρώτησε πάλι η κοπέλλα και τα μάτια της τα βαμμένα γυάλιζαν σαν της τίγρεως και η μορφή της έμοιαζε θηρίου μορφή μάλλον ή γυναίκας, και το στήθος της ανεβοκατέβαινε γρήγορα και τα μεγάλα κατακόκκινα νύχια της λες κι έσταζαν αίμα.
- «Πιο πολύ εκείνους, αδελφή μου», είπε ήρεμα, εγκάρδια η μοναχή, βλέποντας μέσ’ στα μάτια με την γεμάτη αγάπη και ειρήνη του Θεού ματιά της την κοπέλλα. «Ησύχασε καλή μου. Πιο πολύ εκείνους. Για ‘κείνους κατέβηκε ο Κύριος Ιησούς Χριστός στον κόσμο. Έζησε κοντά τους. Έφαγε μαζί τους. Γιάτρεψε τις αρρώστειες τους. Λάφρωσε τον πόνο τους. Σταυρώθηκε –Πέθανε-Αναστήθηκε γι’ αυτούς. Για μας. Για μένα. Για σένα». 
- «Πες μου κι άλλα, αδελφή…» είπε, κάπως καλμαρισμένη απ’ τα λόγια αυτά, η νέα.
Της είπε κι άλλα η αδελφή Αγγελική, κρατώντας την πάντοτε απ’ τους αγκώνες τρυφερά και μεταγγίζοντας μέσ’ στα ανήσυχα μάτια της την ειρήνη του Θεού απ’ τα δικά της μάτια. Της είπε απ’ τις παραβολές του Κυρίου, απ’ την επί του όρους ομιλία Του, από τα γεγονότα προ του  πάθους Του. Η άγρια λάμψις των ματιών της κοπέλλας λιγόστευε σιγά-σιγά , χαμήλωνε, έπεφτε, χάθηκε εντελώς , κι ένα ορθρινό απαλό φως άρχιζε να τα φωτίζη.
Ένας ήλιος έβγαινε τώρα μέσ’ στα μάτια αυτά κι ανέβαινε αργά , αργά, καθώς μιλούσε η μοναχή Αγγελική, κι ανέβαινε και φώτιζε και φώτιζε, κι ομόρφαινε , κι ημέρευε και γλύκαινε τα μάτια, , την μορφή, την ψυχή της νέας. Το στήθος της γαλήνεψε. Τα χέρια δεν έτρεμαν πια. Ησύχασαν. Οι παλάμες της κρατούσαν τώρα τους αγκώνες της μοναχής πάνω απ’ τα ράσα της. 
- «Σας ευχαριστώ πολύ, ψέλλισε. Τα λόγια αυτά ήταν κάποιου άλλου κόσμου λόγια». 
- «Του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, καλή μου». 
- «Σας ευχαριστώ πολύ και πάλι». Και άνοιξε την πολυτελή τσάντα της. «Να μου επιτρέψετε να σας δώσω κάτι». 
- «Ω! Όχι. Όχι. Ευχαριστώ. Όχι, σας παρακαλώ». 
- «Δεν μπορεί. Θα το δεχθήτε, αδελφή, του Θεού, του καλού Θεού Άγγελε», κι άρχισαν να τρέμουν τα χέρια της πάλι, καθώς έπιασε κάτι στο βάθος της τσάντας και τόβγαζε σιγά έξω. «Πάρτε τα, σας παρακαλώ, και φυλάξτε τα να τα δείχνετε στις ψυχές , σαν τη δική μου, που θα περνούν απ’ τον τόπο αυτό του Θεού. Είναι τα δύο φιαλίδια με το δηλητήριο, που θα χρησιμοποιούσα σήμερα, την ώρα αυτή, για να θανατώσω δύο σώματα και δύο ψυχές. Τη δική μου και μιάν άλλη …» κι άρχισε να  κλαίη, να κλαίη ήρεμα, ανακουφιστικά. Κι έκλαιγε κι η μοναχή Αγγελική , κρατώντας στη παλάμη της τα φιαλίδια του Κάιν. Κλαίγοντας κι οι δυό ψυχές πήγαν μπροστά στην εικόνα του Χριστού, γονάτισαν κι η αδελφή Αγγελική απέθεσε στα πόδια Του τα φιαλίδια-λάφυρα της αγάπης Του.
Πόσα τέτοια , γνωστά και άγνωστα λάφυρα της αγάπης του Θεού, δεν κατέθεσαν στα πόδια Του τα Μοναστήρια, οι Εκκλησιές μας…


Από το βιβλίο: « ΙΩΣΗΦ Δ. ΑΓΑΠΗΤΟΥ
Η αδελφή μου η μοναχή»
Β’ ΕΚΔΟΣΙΣ
ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ
ΝΤΑΟΥ ΠΕΝΤΕΛΗΣ

Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2011

Για τους διορατικούς γέροντες

ΙΗ΄
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΔΙΟΡΑΤΙΚΟΥΣ ΓΕΡΟΝΤΕΣ
ιβ΄


Για τον άγιο Μακάριο έλεγαν ,πως κάποτε, καθώς πήγαινε στην εκκλησία των κελλίων για τη συνήθη ακολουθία , βλέπει έξω απ’ το κελλί ενός αδελφού ένα μεγάλο πλήθος από δαίμονες, που ήταν μετασχηματισμένοι , άλλοι σε γυναίκες, που μιλούσαν αναίσχυντα, άλλοι σε νεαρούς με το στόμα τους όλο βρισιές, άλλοι να χορεύουν κι άλλοι να μεταλλάζουν διάφορες μορφές και σχήματα. Ο Γέροντας που ήταν διορατικός, εστέναξε, λέγοντας:
- Οπωσδήποτε, ο αδελφός που μένει σε τούτο το κελλί πρέπει να ζει πολύ απρόσεχτα, για να ‘ναι μαζεμένα και να περικυκλώνουν το κελλί του, ασχημονώντας, τόσα πονηρά πνεύματα!
Όταν τελείωσε η ακολουθία , επιστρέφοντας, μπήκε στο κελί εκείνου του αδελφού και του λέγει:
- Είμαι πολύ στενοχωρημένος , αδελφέ, γιατί ζω με πολλήν αμέλεια˙ μα έχω εμπιστοσύνη σε σένα, και γνωρίζω καλά, πως αν εσύ προσευχηθείς για μένα, οπωσδήποτε ο Θεός θα με ανακουφίσει από τους πονηρούς λογισμούς.
Ο μοναχός έβαλε μετάνοια στον Γέροντα και του λέγει:
- Γέροντα, εγώ δεν είμαι άξιος να προσευχηθώ για σένα.
Μα ο Γέροντας επέμενε , παρακαλώντας τον και λέγοντάς του:
- Δεν φεύγω από ‘δω, αν δεν μου δώσεις τον λόγο σου, πως κάθε νύχτα θα κάνεις μια προσευχή για μένα.
Ο αδελφός υπάκουσε στην εντολή του Γέροντα. Κι αυτή την εντολή , βέβαια, την έδωκε ο Γέροντας, θέλοντας να δώσει στον μοναχό μια αφορμή για ν’ αρχίσει να προσεύχεται τις νύχτες. Σηκώθηκε , λοιπόν, ο μοναχός τη νύχτα κ’ έκαμε την προσευχή για τον Γέροντα. Κι όταν την τελείωσε, ένοιωσε τέτοια κατάνυξη, που συλλογίστηκε μέσα του: «δυστυχισμένη μου ψυχή! Για έναν τόσο καλό Γέροντα προσευχήθηκες , και για σένα την ίδια δεν προσεύχεσαι;». Κ’ έτσι, έκαμε και για τον εαυτό του μια μεγάλη προσευχή. Και μ’ αυτό τον τρόπο πέρασε μια βδομάδα, δηλ. κάθε βράδυ έκαμνε μια προσευχή για τον Γέροντα και μια για τον εαυτό του. Την Κυριακή, πηγαίνοντας πάλι προς την εκκλησία ο αββάς Μακάριος, ξαναβλέπει τους δαίμονες έξω απ’ το κελλί του μοναχού να στέκουν πολύ στενοχωρημένοι. Κι ο Γέροντας ικανοποιήθηκε, γνωρίζοντας πως οι δαίμονες στενοχωρήθηκαν εξαιτίας της προσευχής του αδελφού. Κι όταν, επιστρέφοντας , μπήκε χαρούμενος στο κελλί του μοναχού, του λέγει:
- Κάμε μου τη χάρη , αδελφέ, και πρόσθεσε άλλη μια προσευχή τη νύχτα για μένα.
Κι όταν ,την ερχόμενη νύχτα, έκαμε ο αδελφός τις δυό προσευχές για τον Γέροντα, πάλι ένοιωσε μεγάλο κύμα κατανύξεως μέσα του, και λέει με το νου του: « αχ, ταλαίπωρη ψυχή μου! Δεν προσθέτεις και για τον εαυτό σου άλλη μια προσευχή, που τόσον έχεις ανάγκη;» Και μ’ αυτό τον τρόπο, δηλ. με τέσσερις προσευχές κάθε νύχτα, πέρασε άλλη μια βδομάδα.
Την άλλη Κυριακή ο Γέροντας, περνώντας πάλι είδε τους δαίμονες στενοχωρημένους και σιωπηλούς , κ’ ευχαρίστησε το Θεό. Κι όταν μπήκε πάλι στο κελλί του μοναχού, τον παρακάλεσε να προσθέσει άλλη μια προσευχή για κείνον, κάθε νύχτα. Κι ο μοναχός πρόσθεσε κι άλλη μια προσευχή για τον εαυτό του, κ’ έτσι τις έκανε έξι τις προσευχές για κάθε νύχτα του.
Όταν πια την άλλη Κυριακή , ξανάρθε ο Γέροντας να ιδεί το μοναχό, οι δαίμονες θύμωσαν πολύ μαζί του κι άρχισαν να τον βρίζουν, γιατί έβλεπαν στενοχωρημένοι τη σωτηρία του μοναχού. Τότε ο αββάς Μακάριος εδόξασε το Θεό για την προκοπή του αδελφού, κι αφού τον παρακάλεσε να μην αμελεί μα να προσεύχεται χωρίς διακοπή, τον άφησε κ’ έφυγε για το κελλί του. Τότε και οι δαίμονες, βλέποντας την προθυμία και την προσοχή που έβαλε ο νέος μοναχός στην προσευχή του, με τη χάρη του Χριστού, έφυγαν εντελώς απ’ το κελλί του.


Από το βιβλίο: «Π.Β. ΠΑΣΧΟΥ
ΤΟ ΕΑΡ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ
ΜΙΚΡΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ Α΄»
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΚΡΊΤΑΣ
ΣΤ΄ΕΚΔΟΣΗ

Αρχειοθήκη ιστολογίου