Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

«Ο ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΖΕΡΒΑΚΟΣ ( Ο ουρανοδρόμος οδοιπόρος,1884-1980)..."

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ
ΑΡΧΜ.ΦΙΛΟΘΕΟΥ ΖΕΡΒΑΚΟΥ
(1884-1980)

Καταγωγή- Παιδική ηλικία


Ο πατήρ Φιλόθεος Ζερβάκος γεννήθηκε αρχές Μαΐου το έτος 1884 στο χωριό Πάκια της Λακωνίας, που ευρίσκεται πολύ κοντά στην κωμόπολι Μολάοι της Λακωνίας. Οι γονείς του, Παναγιώτης και Αικατερίνη, ήταν ευσεβείς και θεοσεβούμενοι χριστιανοί. Στο άγιο βάπτισμα ωνομάστηκε Κωνσταντίνος . Από την παιδική του ηλικία αγάπησε την εκκλησία, την ψαλμωδία και την ανάγνωσι ιερών βιβλίων.
Στην μικρή παιδική του ηλικία τον συνέβη κάποτε το εξής γεγονός, που ήταν προτύπωσις των μελλόντων να συμβούν. Συναθροίσθησαν τα παιδιά του της γειτονιάς και τα πιο μικρά του χωριού για να παίξουν. Ενώ, όμως, έπαιζαν συμφώνησαν όλα τα παιδιά και τον εξέλεξαν ηγούμενο. Τον προσέφεραν δε, σαν βακτηρία (ράβδο) ένα καλάμι και, αφού τους έβαλε στην γραμμή, εβγήκαν έξω από το χωριό ,δήθεν για να κτίσουν μοναστήρι, να γίνουν ασκηταί.
Εις το σημείον αυτό παραθέτουμε απόσπασμα από επιστολή του πατρός Φιλόθεου με παραλήπτη κληρικόν και γραμμένη στις 13-9-1955 ,αναφερόμενη σε προφητεία του παππού του , και η οποία έχει ως εξής: «…Όταν ήμουν παιδίον 7-8 ετών ο παππούς μου, γέρων, τότε εκατοντούτης και αόμματος, και τον επεσκέφθημεν μετά του αειμνήστου πατρός μου, με εζήτησε, με ασπάσθηκε, και είπε εις τους παρόντας∙ αυτό το παιδί μίαν ημέραν θα γίνη ιερεύς, όπως και έγινα…».
Ενώ ακόμη βρισκόταν ο μικρός Κωνσταντίνος σε ηλικία 8-10 ετών και επέστρεφε από κάποιο πατρικό κτήμα στο χωριό, εμφανίστηκε στο δρόμο ο διάβολος μπροστά του με παλαιά και σχισμένα ρούχα και παπούτσια, χαλκοπράσινος στο πρόσωπο και αηδέστατος, με κέρατα στο κεφάλι, και, αφού σταμάτησε μπροστά του σε απόστασι περίπου 10 μέτρων, έριχνε επάνω του πέτρες σαν βροχή. Οι πέτρες όμως έπεφταν δεξιά και αριστερά μπροστά στα πόδια του, αλλά καμμιά δεν τον άγγιζε.
Τόση μεγάλη αγάπη και θεϊκό πόθο είχε προς την εκκλησία, ώστε, ενώ πολλές φορές οι γονείς του τον έστελναν σε εργασία και συνέβαινε να κτυπήση η καμπάνα της εκκλησίας για Εσπερινό ή Θεία Λειτουργία, άφηνε την εργασία και έτρεχε στον ιερό Ναό. Αυτό έγινε αφορμή να αναγκασθούν οι γονείς του, όταν πλησίαζε η ώρα του Εσπερινού ή του Όρθρου ,να μην τον στέλνουν σε δουλειά.
Αφού τελείωσε το Δημ. Σχολείο στην ιδιαιτέρα του πατρίδα, οι γονείς του τον έστειλαν στο Διδασκαλείο και έγινε διδάσκαλος σε ηλικία 17 ετών. Μόλις ετελείωσε το Διδασκαλείο άκουσε ότι στην Αμερική οι ομογενείς ζητούν Έλληνας διδασκάλους για τα παιδιά τους. Απεφάσισε να μεταβή εις την Αμερική, αλλά, όπως έδειξαν τα πράγματα, δεν ήταν θέλημα Θεού και εμποδίστηκε.
Κάποια ημέρα, διερχόμενος από ένα κατάστημα του χωριού του, είδε μικρά βιβλιαράκια με βίους Αγίων. Αγόρασε μερικά και, όταν έφθασε στο πατρικό του σπίτι, κλείστηκε στο δώματιό του και άρχισε να μελετά. Διάβασε τους βίους των Αγίων Αντωνίου, Ιωάννου του Δαμασκηνού, Αγίας Βαρβάρας και άλλων.

Επίσκεψη χάριτος

Κατά την στιγμή όμως που διάβαζε αισθάνθηκε σαν να μπήκε στην καρδιά του ακτίνα θεϊκού φωτός ,η οποία εγέμισε την καρδιά του
από ανέκφραστη γλυκύτητα, χαρά και αγαλλίασι, και άναψε ένα πόθο και έρωτα υπερβολικό προς τον Θεό και τα ουράνια ∙ και είτε έτρωγε, είτε περπατούσε, είτε συνωμιλούσε ο νους του σκεπτόταν τα ουράνια και η ψυχή του και η καρδιά του ήταν, κατά κάποιο τρόπο ,κολλημένα στον Θεό και τα ουράνια.
Κατά τον χρόνο που διάβαζε τα μαρτύρια των Αγίων Μαρτύρων τον φαινόταν σαν να ήταν παρών και τα έβλεπε, και η ψυχή του κατανυγόταν. Όσες φορές πάλιν εδιάβαζε τους βίους των Οσίων Πατέρων φανταζόταν την έρημο και αισθανόταν κάποια γλυκύτητα και ,σιγά-σιγά, ,τον ερχόταν η επιθυμία για την μοναχική πολιτεία και ζωή.
Τον πόθο αυτόν εφανέρωσε στην μητέρα του , η οποία ,στην αρχή, έδειξε ότι ευχαριστήθηκε και τον ευχήθηκε να τον αξιώση ο Κύριος να γίνη μοναχός∙ αλλ’ όταν κάποιο βράδυ της είπαν ,ότι απεφάσισε να μεταβή σε έρημο τόπο για να γίνη μοναχός ,και να τον δώση χρήματα για να αναχωρήση, και είδε την στερεά απόφασί του, ελυπήθηκε και άρχισε να τον συμβουλεύη, ότι έπρεπε να μείνη, να περάσουν μερικά χρόνια και τότε να έφευγε. Ο νέος, τότε, Κωνσταντίνος, επέμενε και εστεναχώρησε την μητέρα του. Την νύκτα, στον ύπνο του, είδε ότι φοβεροί γίγαντες και απαίσιοι στην μορφή ερχόνταν μερικοί εναντίον του τρίζοντες τα δόντια τους και κρατώντας μαχαίρια, ξίφη γυμνά και κοντάρια, και τον απειλούσαν. Ένας μάλιστα από αυτούς, που φαινόταν σαν αρχηγός, με θυμό τον έλεγε: Αυτό που έβαλες στον νου σου γρήγορα να το βγάλης, γιατί θα σε κατασφάξουμε, θα σε κατακερματίσουμε ,και πλησίαζαν τα ξίφη και τα κοντάρια τους στο σώμα του.
Έντρομος και έμφοβος άρχισε δυνατά να επικαλείται σε βοήθεια την Κυρία Θεοτόκο∙ και ιδού βλέπει να κατέχεται από τους ουρανούς η εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου Μαρίας, την οποία αμέσως προσκύνησε ,και, αφού την έλαβε στα χέρια του, την καταφιλούσε και παρακαλούσε θερμά, λέγοντας: «Παναγιά μου, μη με εγκαταλίπης». Μόλις όμως φάνηκε η εικόνα οι φοβεροί εκείνοι γίγαντες έγιναν άφαντοι. Μετά όμως από λίγο η εικόνα της Παναγίας ανελήφθη και οι απαίσιοι εκείνοι ήλθαν πάλι με περισσότερο θυμό και λύσσα να τον κατασπαράξουν. Επικαλέσθηκε τότε και πάλι την Κυρία Θεοτόκο και εμφανίστηκε οπότε και διεσκορπίστηκαν . Όταν, πάλι, ανελήφθηκε εκ νέου η εικόνα, ήλθαν, για τρίτη φορά, οι απαίσιοι εκείνοι όχι όμως σε μορφή ανθρώπων ,αλλά σε μορφή τεράτων. Μέχρι την μέση είχαν πόδια ανθρώπων, από δε την μέση και πάνω ήταν σαν άγριοι ταύροι και έκαμναν σχήματα για να τον κατασπαράξουν. Και πάλι εζήτησε την βοήθεια της Κυρίας Θεοτόκου, η οποία ,αφού φανερώθηκε με την πάνσεπτο εικόνα Της, έδιωξε τα θηρία εκείνα. Αυτός όμως κατελήφθηκε από μεγάλο φόβο και τρόμο και κρατώντας στην αγκαλιά του την ιερή εικόνα Tης έλεγε: «Μη, Παναγία μου, πλέον απομακρυνθής ∙ μείνε μαζί μου, διότι ζητούν να με κατασπαράξουν». Λέγοντας αυτά ήλθε στον εαυτό του, δηλ. εξύπνησε ,και τόσος φόβος τον κατέλαβε, ώστε έμεινε μέχρι το πρωί ακίνητος και τρέμοντας.
Από τότε, τόσος φόβος τον κατέλαβε, ώστε μετά την δύσι του ηλίου είχε φόβο να βγη από το σπίτι, νομίζοντας ότι θα έβλεπε τους απαίσιους εκείνους γίγαντας. Με τον καιρό όμως, και λίγο-λίγο, τον έφυγε ο πόθος που είχε για την Μοναχική πολιτεία (ζωή) και άρχισε να επιθυμή τα του κόσμου, δηλ. τον πλούτο, την δόξα, τα αξιώματα, τις σαρκικές ηδονές και αναπαύσεις του σώματος. Αλλά η Χάρις του Θεού δεν τον εγκατέλειψε ούτε τον άφησε να γίνη δούλος του κόσμου και αιχμάλωτος των σαρκικών επιθυμιών.
Την περίοδο αυτή και σε ηλικία 17 ετών το 1901 είχε διορισθή διδάσκαλος στο χωριό Φοινίκι της περιοχής Μολάων που ήταν κοντά στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Εκεί κάποια ημέρα επήγε στο σπίτι ενός φίλου του φοιτητού, με τον οποίο έκαμναν εξάσκησι στην εκμάθησι μουσικών οργάνων (κιθάρας, μαντολίνου, βιολιού κ.λπ. ), γιατί από την παιδική του ηλικία αγαπούσε την μουσική, τα άσματα και τα ποιήματα. Επειδή όμως ο Θεός τον είχε προικίσει και με το χάρισμα της φωνής, οι ομοχώριοί του τον εφώναζαν πολλές φορές στην αγορά και απήγγειλε ποιήματα ,και, διότι από μικρός έψαλλε μελωδικά, τον ωνόμαζαν γαλιάντρα, δηλαδή καλήφωνο.
Όταν επήγε στο σπίτι του φίλου του, κατόπιν προσκλήσεως, για να παίξουν, εκείνος για να τον ευχαριστήση, επειδή γνώριζε πόσο του άρεσε η ψαλμωδία, άρχισε με το μουσικό όργανο να ψάλη τα ευλογητάρια , ο δε νέος Κωνσταντίνος, αφού ατένισε επάνω σε ένα τραπέζι, είδε κάποιο καλοδεμένο βιβλίο το οποίο άνοιξε και διάβασε την επικεφαλίδα που έγραφε: «Αδάμαντες του Παραδείσου», βιβλίο που εκδόθηκε από τον Κων/νο Δουκάκη από την Καλαμάτα.
Αυτό το βιβλίο περιείχε στην αρχή τον λόγο του Μεγ. Βασιλείου εις το «Πρόσεχε σεαυτώ», βίους εκλεκτών Αγίων και άλλες ψυχωφελείς διηγήσεις. Την στιγμή εκείνη τόση χαρά αισθάνθηκε, ώστε τον εφάνηκε ότι πράγματι ευρήκε αδάμαντες του Παραδείσου, όχι επίγειους, αλλά ουρανίους∙ και αφού έλαβε το βιβλίο ανεχώρησε με σπουδή χωρίς να αναφέρη τίποτε στον φίλο του, ο οποίος βλέποντας την αιφνίδια αλλοίωσι και αναχώρησί του βγήκε έξω στον εξώστη του σπιτιού του και τον προσκαλούσε . Αλλά ο νέος Κωνσταντίνος σαν κωφός δεν άκουσε και σαν άλαλος δεν άνοιξε το στόμα του, αλλά επήγε στο σπίτι του, μπήκε στο δωμάτιό του, έκλεισε την πόρτα και άρχισε ,με κατάνυξι και ευλάβεια να διαβάζη. Τόση δε χαρά και ευχαρίστησι αισθανόταν ,ώστε τον φαινόταν ότι πράγματι το βιβλίο αυτό περιείχε αδάμαντες του Παραδείσου.

Καλή αλλοίωσι

Μελετώντας, στην συνέχεια με προσοχή τον λόγο του Μεγ. Βασιλείου εις το «πρόσεχε σεαυτώ», τόση αίσθησι έλαβε και τόσο φόβο, στοχαζόμενος το άδηλο του θανάτου, ώστε έλεγε στον εαυτό του: «Άραγε τί γίνεται ,εάν πεθάνω αυτή τη στιγμή, αυτή την ώρα ή την ημέρα; Πού θα απέλθη η ψυχή μου, αφού δεν έκανα κανένα καλό για τη σωτηρία μου; διότι και ο νους μου ήταν προσκολλημένος στην ματαιότητα του κόσμου. Από την στιγμή εκείνη άφησε τα όργανα, τον κόσμο, ,τις επιθυμίες του κόσμου, και ο νους και η καρδιά και η ψυχή του προσεκολλήθησαν στην αγάπη του γλυκυτάτου μας Ιησού Χριστού και των ουρανίων αγαθών. Απέφευγε στο εξής την συναναστροφή και την επικοινωνία με τους κοσμικούς και ματαιόφρονας ανθρώπους, και μόνον με τους ιερείς συναναστρεφόταν ,και όπου άκουε ότι υπήρχε κάποιος ενάρετος και ευλαβής έτρεχε για να τον γνωρίση, συνομιλήση μαζί του και ωφεληθή. Εις δε την ανάγνωσι των θρησκευτικών βιβλίων τόση ευχαρίστησι έπαιρνε, ώστε πολλές φορές ολόκληρες νύκτες αγρυπνούσε μελετώντας στον Νόμο του Κυρίου. Επίσης μεγάλη χαρά ελάμβανε στην Εκκλησία , και γι’ αυτό με χαρά, σαν το διψασμένο ελάφι που τρέχει στις πηγές των υδάτων , έτσι έτρεχε στην Εκκλησία ,πρωτύτερα από όλους, για τον Εσπερινό, τον Όρθρο και την Θεία Λειτουργία.
Μαζί του είχε και τους μαθητάς του (του σχολείου) στις καρδιές των οποίων, με την ηθική διδασκαλία και τα κατηχητικά μαθήματα ,συνεργούσης και της Θείας Χάριτος, κατώρθωσε και εμφύτευσε την πίστι και τον φόβο του Θεού, ώστε ενόμιζε κανείς ότι τα παιδιά εκείνα δεν ήσαν παιδιά, αλλ’ άγγελοι Θεού!
Στα δυόμισυ χρόνια που υπηρέτησε σαν διδάσκαλος στο χωριό Φοινίκι της Λακωνίας ο ένας μαθητής στον άλλο δεν είπε ποτέ σκληρό λόγο , αλλά και στα σπίτια τους και στον δρόμο και όπου επήγαιναν ή ευρίσκονταν συμπεριφέρονταν σεμνά και καμμιά παρεκτροπή ποτέ δεν έγινε. Εσέβονταν τους γονείς τους και αγαπούσαν όλους. Στην εκκλησία παρέμεναν με πολλή ευλάβεια και προσοχή, με σταυρωμένα τα χέρια και ενατενίζοντες προς τις άγιες εικόνες , χωρίς καθόλου να κινούνται ή να κοιτάζουν δεξιά και αριστερά, διότι τους εδίδασκε ότι πρέπει να προσέχουν επειδή τους βλέπει ο Θεός. Είχε δε καταρτίσει δύο χορούς από καλλιφώνους μαθητάς και έψαλλαν στην εκκλησία μελωδικώτατα, και πολλές φορές χωριά και κωμοπόλεις της επαρχίας ζητούσαν από ενωρίς και καλούσαν τον θερμουργό διδάσκαλο Κωνσταντίνο και τα παιδιά της εκκλησιαστικής χορωδία του για να ψάλλουν. Όταν πάλι μαθητές του Σχολείου στο δρόμο ή στο σπίτι τους παρεκτρέπονταν ,μόλις ερχόταν στο Σχολείο μπροστά στον διδάσκαλό τους και τους λοιπούς μαθητάς εξομολογείτο και εζητούσε συγχώρησι . Με αυτό τον τρόπο όχι μόνον οι μαθηταί , που ήσαν πριν χειρότεροι και από άγρια θηρία (διότι εβλασφημούσαν ,ήσαν ασεβείς, παρήκοοι στους γονείς τους, ανυπότακτοι στο Σχολείο, ακόμη και κατά τα διαλείμματα έκαμναν πετροπολέμους), με την διδασκαλία από άγρια θηρία έγιναν ήμερα πρόβατα, αλλά και οι γονείς ωφελήθηκαν βλέποντας την μεταστροφή των παιδιών τους.

Κοινωνική δράσι

Στο χωριό Φοινίκι της Λακωνίας ,όπου υπηρέτησε σαν διδάσκαλος, (ο π. Φιλόθεος) για τρία περίπου χρόνια ,από το 1901-1904, επειδή δεν υπήρχε κοιμητήριο (νεκροταφείο) τα δε οστά των νεκρών ήσαν σε μια γωνιά του προαυλίου της Εκκλησίας, (επειδή όμως χάλασε ο τοίχος και εσκόρπισαν εδώ και εκεί…) επήρε τους μαθητάς του, τα περισυνέλεξε και τα τοποθέτησε σε μια μάνδρα έξω από το χωριό. Στη μάνδρα αυτή εφρόντισε και τους έπεισε, και συμφώνησαν και έκτισαν το νεκροταφείο. Εις αυτό επήγαινε συχνά με τους μαθητάς του και εργαζόταν. Μετέφεραν άλλοτε πέτρες, άλλοτε καθάριζαν τον τόπο, άλλοτε εργαζόταν στα θεμέλια, και βλέποντας οι κάτοικοι έδειχναν προθυμία. Τα αποτέλεσμα ήταν να συγκεντρωθούν αρκετά χρήματα και έτσι εκτίσθηκαν το νεκροταφείο και ο ιερός ναός στο όνομα των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ.
Επίσης, επειδή δεν υπήρχε σχολείο και οι μαθηταί ταλαιπωρούντο ,εφρόντισε και γι’ αυτό. Αφού ωμίλησε, κατάλληλα, στην Εκκλησία προς τους κατοίκους του χωριού, έκαμε στην συνέχεια κατάλογο, έγραψε τα ονόματα όλων των χωρικών και συνέστησε μια επιτροπή. Έπειτα προχώρησε στην διενέργεια εράνου, και όλοι προσέφεραν τον οβολό τους. Έγραψε δε και επιστολή στους ομογενείς της Αμερικής τους οποίους παρακαλούσε να κάμουν έρανο και βοηθήσουν στην οικοδομή του Σχολείου. Σε λίγο Καιρό συγκεντρώθηκε το αναγκαίο χρηματικό ποσό. Ταυτόχρονα όμως , με την προσωπική εργασία των κατοίκων, του ιδίου και των μαθητών του, ετοιμάσθηκαν όλα τα υλικά , ασβέστης, άμμος ,πέτρες, ξύλα, και σε ενάμισυ χρόνο κτίστηκε το Σχολείο με όλα τα απαραίτητα. Εάν έμενε περισσότερο είχε σκοπό να μεριμνήση για την επιδιόρθωσι της Εκκλησίας, η οποία ήταν και μικρή και είχε απόλυτη ανάγκη να επιδιορθωθή.




Κλήσις προς τον Μοναχισμό

Στην κωμόπολι που υπηρετούσε ,σαν διδάσκαλος, είχε συνδεθή με πνευματική φιλία με δύο νέους, με τους οποίους έγινε συμφωνία να αναχωρήσουν από τον κόσμο και να πάνε στο Άγιον Όρος για να γίνουν μοναχοί. Στο τέλος του χρόνου, όταν τελείωσαν τα μαθήματα του Σχολείου και επήγε στην ιδιαίτερη του πατρίδα , είπε στη μητέρα του ,ότι είχε σκοπό ν’ αναχωρήση για να γίνη μοναχός. Στον πατέρα του δεν ανέφερε τίποτε, επειδή ήταν ενάντιος και τον απειλούσε. Δεν ήθελε για κανένα λόγο να γίνη μοναχός.
Στις αρχές Αυγούστου του 1902 ανεχώρησε από το πατρικό σπίτι του και επήγε σε ένα Μοναστηράκι που ήταν 7 ώρες περίπου μακριά από το χωριό του Πάκια και τιμώταν στο όνομα του μεγαλομάρτυρος Γεωργίου. Το είχε ιδρύσει ο αοίδιμος Διδάσκαλος Γεώργιος Στουρνάρας , ιατρός και μοναχός, προερχόμενος από την Ήπειρο , ο οποίος πολλή ωφέλεια προξένησε με την διδασκαλία και τον θεάρεστο βίο του όχι μόνον στην επαρχία Επιδαύρου Λιμηράς, αλλά και σε πολλές άλλες επαρχίες. Έτρεχαν δε προς αυτόν πολλοί από διαφόρους τόπους για να τον δουν, να ακούσουν την γλυκύτατη διδασκαλία του και να θεραπευθούν από τις σωματικές και ψυχικές τους ασθένειες. Εις το Μοναστηράκι αυτό παρέμεινε λίγες ημέρες με σκοπό να αναχωρούσε από εκεί για το Άγιον Όρος.
Αυτό όμως το έμαθε ο πατέρας του, ότι δηλ. βρισκόταν εκεί, και ήλθε να τον πάρη∙ και για να τον πείση να επιστρέψη τον παρακαλούσε με δάκρυα και λέγοντας ,ότι, αν δεν επέστρεφε, θα έπεφτε στην θάλασσα. Επί πλέον ρωτούσε. Γιατί τόσοι ιατροί, δικηγόροι, αξιωματικοί, διδάσκαλοι δεν γίνονται καλόγηροι; Γεν γνωρίζουν εκείνοι το συμφέρον τους; Τον έδειχνε δε και ένα νεόκτιστο μεγάλο σπίτι, που είχε κτίσει κάποιος πλούσιος από την Αμερική, στο πλησιέστερο χωριό του μικρού Μοναστηριού. Δεν βλέπεις, τον έλεγε, αυτό το καλό σπίτι; Πόσον ευτυχισμένος είναι αυτός που το έκτισε! Ο δε απήντησε: Εγώ, πατέρα μου, δεν βλέπω τα επίγεια, αλλά βλέπω τα ουράνια με τα μάτια της ψυχής μου. Τα επίγεια είναι πρόσκαιρα, μάταια και φθαρτά. Τα ουράνια είναι άφθαρτα, αθάνατα και αιώνια. Οι ιατροί, για τους οποίους μου λέγεις, και οι δικηγόροι και οι διδάσκαλοι και οι αξιωματικοί και οι στρατηγοί και οι υπουργοί και οι βασιλείς, τα αξιώματα που έχουν δε θα τα πάρουν μαζί τους, όταν πεθάνουν. Και αυτό το σπίτι [που εσύ μου δείχνεις αυτού του πλουσίου, δεν θα το πάρη μαζί του, ούτε τον πλούτο του, επειδή μετά τον θάνατο δεν παραμένει ο πλούτος, δεν συνοδεύει η δόξα, αλλά μόνον η αρετή ωφελεί τότε. Βέβαια και οι ιατροί και οι διδάσκαλοι και οι αξιωματικοί και οι πλούσιοι και όλοι οι ευρισκόμενοι στον κόσμο, όταν θέλουν και κάμνουν αρετές, αγαθοεργίες, τηρούν τις εντολές του Θεού, και δεν έχουν προσηλωμένο τον νου τους στα πρόσκαιρα και επίγεια, σαν τα ζώα, αλλά σκέπτονται τον θάνατο, την κρίσι και ανταπόδοσι, μπορούν να σωθούν και χωρίς να γίνουν μοναχοί. Εμένα όμως, επειδή ο Πανάγαθος Θεός ένευσε (μίλησε) στην καρδιά μου να τον ακολουθήσω, οφείλω να ακούσω και υπακούσω στην ευαγγελική φωνή. «Όστις θέλει οπίσω μου ακουλουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού, και ακολουθείτω μοι» ( Μαρκ. 8,34 ) , και ο «ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος» ( Ματθ. 10,37 ) .
Έχω καθήκον και υποχρέωσι να αγαπώ και εσάς σαν γονείς μου, να σας σέβομαι, τιμώ και υπακούω, αλλά έχω συγχρόνως καθήκον να αγαπώ περισσότερο τον Θεό, να τον τιμώ, να τον σέβομαι και να τον υπακούω. Εφόσον δε Εκείνος με προσκαλεί να τον ακολουθήσω, θα τον ακολουθήσω. Πρέπει, μάλιστα, και εσείς ,σαν γονείς μου, να χαίρεσθε και να με προτρέπετε προς αυτό και όχι να λυπήσθε και να με εμποδίζετε. Εάν ο επίγειος βασιλεύς με καλούσε στα ανάκτορά του για να με έχη κοντά του και για να μου έδιδε μεγάλο αξίωμα, τί θα εκάμνατε; Φαντάζομαι ότι θα το είχατε μεγάλη χαρά και θα το ενομίζατε σαν μεγάλη τιμή. Πολύ περισσότερο πρέπει να χαίρεσθε τώρα που με προσκαλεί κοντά του ο επουράνιος Βασιλεύς Ιησούς Χριστός.
Παρόλα αυτά ο πατέρας του επέμενε και τον έλεγε ότι, χωρίς αυτόν δεν μπορούν να ζήσουν, και αν δεν επιστρέψη θα πάη να πνιγή. Και είχε δίκαιον, εν μέρει, σημειώνει ο π. Φιλόθεος εις την αυτοβιογραφία του, που έλεγε αυτά, καθ’ ότι αγαπούσε υπερβολικά τους γονείς του, τους σεβόταν, τους φρόντιζε, και όλο του τον μισθό τον έδιδε σε αυτούς∙ αλλά και δεν μπορούσε ποτέ να τους αγαπήση περισσότερο και από τον Θεό. Φοβήθηκε όμως, για τον πατέρα του, μήπως ο πονηρός τον ωθήση (σπρώξη) σε απονενοημένο διάβημα και αναγκάσθηκε, καίτοι δεν το ήθελε, και επέστρεψε, με απόφασι σε πρώτη ευκαιρία να αναχωρούσε και πάλι κρυφά.
Μετά από λίγες ημέρες επήγε σε ένα πατρικό κτήμα, όπου έμενε ένας μικρότερος αδελφός του. Έφθασε εκεί αργά την νύκτα και, επειδή δεν τον βρήκε εκεί, είπε προς τον εαυτό του: «Τώρα είναι κατάλληλος καιρός να φύγω, διότι δεν θα με δη κανείς» ∙ και αμέσως ανεχώρησε βαδίζοντας ολόκληρη την νύκτα εκείνη ασκεπής και χωρίς υποδήματα, και χωρίς να έχη μαζί του μήτε ραβδί, μήτε τίποτε άλλο, εκτός από ένα μικρό ευαγγέλιο ,που είχε πάντοτε μαζί του και διάβαζε. Επειδή, όμως, ήταν νύκτα ασέληνος και εβάδιζε σε τόπους απάτητους, δασώδεις και επάνω σε βουνά, για να μην τον δη κανείς και ειδοποιήσει τους γονείς του και έλθουν σε αναζήτησί του, εβάδιζε επάνω σε αγκάθια με αποτέλεσμα να καταπληγωθούν τα πόδια του. Ο πόθος του, όμως, για να βρη τον ποθούμενο Χριστό, τον πολύτιμο μαργαρίτη, ανακούφισε τους πόνους και την ταλαιπωρία του.

...

Η ένωσις των «Εκκλησιών» μόνον δια της αληθούς ταπεινώσεως θα επιτευχθή.
(Αποσπάσματα)


…Μόνον δια της ταπεινώσεως, της μετανοίας και επιστροφής στον Θεόν, την Ορθόδοξον πίστιν, την Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστ. Εκκκλησίαν και τας Αποστολικάς και Πατρικάς παραδόσεις, χωρίς συμβούλια και διαβούλια, χωρίς ακαίρους και αλόγους διαλόγους ,χωρίς συνέδρια ματαιότητος, θα επιτευχθή η επιπόθητος ένωσις.
Εάν δεν αποβάλουν την υπερηφάνειαν, δεν ταπεινωθούν, δεν μετανοήσουν και επιστρέψουν, πάσαι αι προσπάθειαι, αι φροντίδες, κόποι και αγώνες προς ένωσιν θα αποβούν μάταιοι, ανωφελείς ,μάλλον επιζήμιοι, αιτία και αφορμή ευρύνσεως ,αυξήσεως των διαιρέσεων, διχονοιών και πολέμων…
Ουδείς πιστός Ορθόδοξος Χριστιανός ,συνετός, φρόνιμος, έχων ολίγον φόβον Θεού θα δεχθή ποτέ ένωσιν με τους αιρετικούς παπιστάς τους καταφρονητάς των επτά Αγίων Οικουμενικών Συνόδων και των Αποστολικών και πατρικών Παραδόσεων…
Ας στοχασθή καλώς ο Πατριάρχης και ας μη αυταπατάται και νομίζη εύκολον την ένωσιν και ότι θα τον ακολουθήσουν οι γνήσιοι Έλληνες Ορθόδοξοι και ότι θα καταπατήσουν την συνείδησίν των και θα καταφρονήσουν ευκόλως Αποστολικάς και Πατρικάς Παραδόσεις και τους Ιερούς κανόνας των Αγίων Αποστόλων και Θεοφόρων Αγίων Πατέρων… Εκείνων, οι οποίοι, δια να στηρίξουν την Ορθόδοξον πίστιν και την Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν, ηγωνίσθησαν, εκοπίασαν, ίδρωσαν, ενήστευσαν, ηγρύπνησαν, υπέμειναν βασάνους, διωγμούς, εξορίας, φυλακίσεις, καταφρονήσεις, θανάτους, και θα δεχθούν τας ιδικάς του Παραδόσεις και τας του Πάπα;…
…Οι καλοί ποιμένες , οι θειότατοι Πατέρες της Εκκλησίας, δια να φυλάξουν καθαράν και άσπιλον την Νύμφην του Χριστού Εκκλησίαν (όπως την παρέλαβον από τον Νυμφίον Χριστόν ) από τας διαφόρους και ποικίλας πλάνας και αιρέσεις, ηγωνίσθησαν, υβρίσθησαν, κατηγορήθησαν, εσυκοφαντήθησαν, εφυλακίσθησαν, εξωρίσθησαν, πολλάς βασάνους και θλίψεις υπέμειναν, τινές δε και θανάτους.
Αλλά τη πίστει τη θερμή προς τον Θεόν και τη του Αγίου Πνεύματος δυνάμει και χάριτι ενισχυθέντες ,εξεδίωξαν μακράν της Εκκλησίας τους λοιμώδεις λύκους ,τους αιρετικούς, εκσφενδονίσαντες τη σφενδόνη του Αγ. Πνεύματος , παραδόντες αυτούς τω αιωνίω αναθέματι∙ διό και ο Θεός, εδόξασεν αυτούς και εν γη και εν Ουρανώ. Και οι μεν Άγιοι Πατέρες ,οι καλοί και αληθείς Ποιμένες ,εξεδίωξαν μακράν της Εκκλησίας τους αιρετικούς , τους λοιμώδεις λύκους, ο δε Οικουμενικός πατριάρχης Αθηναγόρας καλεί τον αιρετικόν Πάπαν, τον εχθρόν της Ορθοδόξου Εκκλησίας ,τον παραβάτην και καταφρονητήν των Αποστολικών και Πατρικών Παραδόσεων. Πίπτει εις τας αγκάλας του ,τον εκλιπαρεί, τον αναγνωρίζει ως πρώτον, ανοίγει την θύραν της Ορθοδόξου Εκκλησίας των λογικών του προβάτων, είσελθε, τω λέγει, ως πρώτος και εγώ ως δεύτερος θα σε ακολουθώ με τα πρόβατά μου!! Οίμοι! Οίμοι ,ψυχή μου! Στέναξον, κλαύσον, θρήνησον, ως άλλος Ιερεμίας, ουχί δια την επίγειον Ιερουσαλήμ, την πόλιν των αιμάτων, την αποκτείνασαν τους προφήτας και λιθοβολήσασαν τους απεσταλμένους προς αυτήν ( Ματθ. 23,37 ). Συ θρήνησον δια την εκλεκτήν Νύμφην του Χριστού, την ακηλίδωτον και άμωμον , την Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν, την πνευματική Μητέρα των ορθόδοξων Χριστιανών, την αναδείξασαν τους Αγίους Απόστολους ,Μάρτυρας, Προφήτας, Ιεράρχας, Διδασκάλους, Ιερομάρτυρας, Οσιομάρτυρας, Οσίους και Δικαίους…
Δι’ αυτήν θρήνησον, διότι οι Επίσκοποι και φύλακες αυτής εκοιμήθησαν, οι δε ποιμένες αυτής ήνοιξαν διάπλατα τας θύρας, διά να εισέλθουν ακωλύτως οι λοιμώδεις λύκοι και θύσουν, αρπάσουν και σκορπίσουν τα πρόβατα, υπέρ ων Χριστός το Αίμα Αυτού εξέχεε…

O Κύριος, όμως, δεν καθεύδει∙ «Ιδού ου νυστάξει , ουδέ υπνώσει ο φυλάσσων τον Ισραήλ» (Ψαλμός 120,4 ). Ημείς όμως καθεύδομεν. Η νυξ και ο ύπνος της αμελείας μας κατέλαβε και εάν δεν εξυπνήσωμεν θα μας παραπέμψη τον αιώνιον θάνατον και θα μείνωμεν, ως αι μωραί παρθένοι, έξω του Νυμφώνος. Οι δε αισθητοί και νοητοί, οι ορατοί και αόρατοι λύκοι θα μας κατασπαράξουν.
Δια να μη μείνωμεν έξω του Νυμφώνος Χριστού και δια να μην κατασπαραχθώμεν υπό των ορατών και αοράτων εχθρών ημών, οι οποίοι κύκλω ημών περιπατούν, ας ακούσωμεν τον θεοκήρυκα Απόστολον Παύλον, όστις βροντοφώνως μας λέγει: «Ώρα ημάς ήδη εξ ύπνου εγερθήναι∙ η νυξ προέκοψεν, η δε ημέρα ήγγικεν∙ αποθώμεθα ουν τα έργα του σκότους και ενδυσώμεθα τα όπλα του φωτός…» (Ρωμ.13, 11-12)…
Εάν αποτινάξωμεν τον κατέρχοντα ημάς ύπνον της ραθυμίας και μετά σπουδής και επιμελείας αναστώμεν, και μετά πίστεως και συντριβής καρδίας ζητήσωμεν την βοήθειαν του Θεού, θα την λάβωμεν ,διότι δυνατός εστι και ημάς και την Εκκλησίαν Του να διαφυλάξη και πάντας τους εχθρούς ημών να διασκορπίση και αφανίση.
Αλλά δια να λάβωμεν την βοήθειαν του Θεού πρέπει συν τη προσευχή να σταθώμεν στερεοί και ανδρείοι, να ομολογήσωμεν την Ορθόδοξον Πίστιν και να είπωμεν ευθαρσώς προς τους σπεύδοντας και συνιστώντας την ψευδένωσιν και λοιπούς φιλοπαπιστάς εχθρούς και προδότας της Ορθοδοξίας, τα λόγια εκείνα τα χρυσά του σοφωτάτου και Οσιωτάτου Ιωσήφ Βρυεννίου, τα οποία είπε προς τους από τους Πάπα απεσταλμένους.
«Λοιπόν μηχανάσθε λαθραίως αποπλανήσαι ημάς; ή ουκ ίστε ως έκαστον μέγα κακόν από μικρού άρχεται, και ούτω γίνεται μέγα, και αεί εκ δοκούντων αδιαφόρων η πλάνη γίνεται, και εκ του συγκατατίθεσθαι τοις δοκούσι μικροίς παραπτώμασιν αρχόμεθα περιπίπτειν εν τοις μεγάλοις. Ουδέν εστι τούτο, ουδέν εκείνο. Ουκούν πάντα συγχωρητέα; Ως απώλοιτο αύτη η γνώμη μετά των συνιστώντων αυτήν! Ουκ αρνησόμεθα σε φίλη Ορθοδοξία∙ ου ψευσόμεθά σε πατροπαράδοτον σέβας, ουκ αφιστάμεθά σου μήτερ ευσέβεια∙ εν σοι εγεννήθημεν, εν σοι ζώμεν και εν σοι κοιμηθησόμεθα. Ει δε καλέσει καιρός, και μυριάκις υπέρ σου τεθνηξόμεθα!»
Ας ακούσωμεν δε και τον Όσιον και Άγιον Πατέρα ημών Μελέτιον τον Ομολογητήν, τί παραγγέλει περί των καταφρονητών των Αποστολικών και Πατρικών Παραδόσεων:
«Μη πείθεσθε μονάζουσι μηδέ τοις πρεσβυτέροις,
εφ’ οις ανόμως λέγουσι, κακίστως εισηγούνται.
Και τι φημί μονάζουσι και τους πρεσβυτέρους,
μηδ’ επισκόπους ήκετε, τα μη λυσιτελούντα.
Πράττειν και λέγειν και φρονείν δολίως παραινούσι!
Τις ευσεβής σιγήσειεν, τίς όλως ηρεμήσει,
και γαρ την συγκατάθεσιν η σιωπή σημαίνει.
Και τούτο δείκνυσι σαφώς ο Πρόδρομος Κυρίου
και Μακκαβαίοι συν αυτώ μικράς νομοθεσίας,
προκινδυνεύοντες στερρώς μέχρις αυτοθανάτου
και μήτε το βραχύτατον του Νόμου παριδόντες.
Επαινετός ο πόλεμος γνωρίζεται πολλάκις,
και μάχη κρείττον δείκνυται ψυχοβλαβούς ειρήνης.
Βέλτιον γαρ ανθίστασθαι τοις ου καλώς φρονούσι
ή τούτους επακουλουθείν κακώς ομονοούντας,
χωριζομένοις του Θεού και τούτοις ενουμένοις».
Ουδείς πιστός Ορθόδοξος, εχέφρων, συνετός, φρόνιμος, διακριτικός, έχων φόβον Θεού θα δεχθή τοιαύτην ψευδοένωσιν χωρίζουσαν του Θεού και ενούσαν τοις ψευδοχρίστοις, ψευδοδιδασκάλοις, αιρετικοίς εργάταις του σκότους.
Ημείς άπαντες οι Ορθόδοξοι ,ομοθυμαδόν, εν μια γλώσση, ψυχή, γνώμη και καρδία, επόμενοι τοις αυτόπταις του Λόγου και υπηρέταις θεοκήρυξι και πανενδόξοις ,πανευφήμοις Αποστόλοις, και τοις θεοφόροις Πατράσι, και τοις διδάγμασι, ταις διδαχαίς και παραδόσεσι αυτών ακουλουθούντες, ταύτην αποκηρύσσομεν. Δεν δεχόμεθα εν ουδενί λόγω ουδέ συμφωνούμεν…
Ερωτώ ,λοιπόν, Υμάς, Μακαριώτατοι, Παύλε Πάπα Ρώμης και Αθηναγόρα Πατριάρχα Κωνσταντινουπόλεως, είπατέ μοι, όσα οι τριακόσιοι εξήκοντα επτά Θεοφόροι Πατέρες, οι συγκροτήσαντες την Ζ΄ Αγίαν Οικουμενικήν Σύνοδον εις τον Α΄ Κανόνα αυτών και όλα όσα αι προηγούμεναι εξ άγιαι Οικουμενικαί Σύνοδοι εθέσπισαν (πριν του σχίσματος, ότε αι εκκλησίαι Ανατολική και Δυτική ήσαν μία, ηνωμέναι) να φυλάττωμεν είναι αληθή ή δεν είναι; Εάν είναι αληθή, ως είναι, διατί δεν τα ακολουθείτε;
Μάθετε , όχι από εμέ, αλλά από τους Αγίους Πατέρας, τους συγκροτήσαντες τας Επτά Αγίας Οικουμενικάς Συνόδους, από τον θεοκήρυκα Απόστολον Παύλον, το στόμα του Χριστού, ότι εάν δεν ακολουθήτε, δεν φυλάσσετε, όσα εκείνοι ευηγγελίσαντο, εκήρυξαν, εδίδαξαν, ενομοθέτησαν, μας παρέδωκαν εγγράφως ή αγράφως είσθε υπό ανάθεμα.
Και δια να απαλλαγήτε του αλύτου τούτου δεσμού, σας συμβουλεύει πάλιν Αυτός ο Ίδιος ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός να ταπεινωθήτε, να μετανοήσετε, να ομολογήσετε την υπερηφάνειαν και την παρακοήν σας, και δια της ταπεινώσεως, της μετανοίας ,επιστροφής, υποταγής και υπακοής εις τας Επτά Αγίας Οικουμενικάς Συνόδους και τας Αποστολικάς και Πατρικάς Παραδόσεις, άνευ διαλόγων ατελειώτων και μωρών και ακαίρων συζητήσεων, θα απαλλαγήτε του δεσμού του αναθέματος, και ,τότε, θα επέλθη η ποθητή ένωσις…

ΨΥΧΟΦΕΛΗ ΣΑΛΠΙΣΜΑΤΑ

Περί συγχρόνων ανθρώπων

…Δια τους ανθρώπους, τέκνον μου, της σημερινής πονηράς και σκολιάς γενεάς αρμόζουν τα λόγια του Κυρίου∙ Ούτος μοι λαός και μωρός και ουχί σοφός…, και εγώ φως εις τον κόσμον ήλθον και οι άνθρωποι ηγάπησαν το σκότος περισσότερον από το φως ,διότι είναι πονηρά τα έργα αυτών. Ουκ έστι σύνεσις, ουκ έστι μετάνοια, ουκ έστι πίστις, ουκ έστι αγάπη, ουκ έστι δικαιοσύνη και αλήθεια εις τους ανθρώπους της σημερινής πονηράς και σκολιάς γενεάς.
Ευτυχώς ευρίσκονται ολίγοι εκλεκτοί. Πολλοί γαρ εισίν οι κλητοί, αλλ’ ολίγοι οι εκλεκτοί∙ χάριν των ολίγων εκλεκτών φείδεται ο Θεός των πολλών αμαρτωλών ,αναμένων, ως μακρόθυμος και πολυέλεος ,την μετάνοιαν και επιστροφήν αυτών. Αλλ’ όταν ίδη ότι επιμένουν εις την κακίαν και δεν επιστρέφουν, τότε ως δίκαιος, τους παιδεύει…
Η σημερινή γενεά υπερέβη όλας τας γενεάς εις την κακίαν και εάν δεν επιστρέψη εις τον Θεόν και μετανοήση θα τιμωρηθή. Εκλείποιεν αμαρτωλοί από της γης και άνομοι ώστε μη υπάρχειν αυτούς. Εάν μη μετανοήτε, είπεν αυτός ο Κύριος ,ομοίως πάντες απολείσθε. Ημείς ας λυπούμεθα δια τον πολύν κόσμον που εσκοτίσθησαν, ετυφλώθησαν και δεν δέχονται το φως, ηγάπησαν περισσότερον το σκότος από το φως, το ψεύδος από την αλήθειαν, την κακίαν από την αρετήν, τον διάβολον από τον Χριστόν, και ας παρακαλούμεν τον Θεόν να τους φωτίση να ίδουν το φως το αληθινόν και να μετανοήσουν δια να μην απολεσθούν∙ να τον παρακαλούμεν να συγχωρήση και ημάς, διότι και ημείς είμεθα αμαρτωλοί, και να είμεθα έτοιμοι διότι δεν γνωρίζομεν την ώραν και την στιγμήν του θανάτου…

Δια την αγιότητα και τελειότητα τρία πράγματα απαιτούνται

… Δια τον καταρτισμόν της πνευματικού προόδου, η οποία οδηγεί τον άνθρωπον εις τον εξαγνισμόν, την καθαρότητα εκ του μολυσμού του ματαίου τούτου κόσμου και των ανθρωπίνων και σαρκικών παθών και ηδονών, δια την αγιότητα και τελειότητα και ένωσιν του ανθρώπου μετά του Θεού ,τρία πράγματα απαιτούνται:
Πρώτον, η κατά Θεόν χριστιανική ζωή και πολιτεία των γονέων και το καλό παράδειγμα αυτών.
Δεύτερον, η κατά Θεόν διδασκαλία και διαπαιδαγώγησις των τέκνων υπό των γονέων από μικράς, νηπιακής ηλικίας, αφ’ ης το παιδί αρχίζει να αισθάνεται , να εννοή, να ακούη, να ομιλή, και
Τρίτον, η απομάκρυνσις και τελεία αποφυγή εκ των κακών συναναστροφών, διεφθαρμένων, ασεβών, απίστων και διεστραμμένων παιδίων, κορασίδων, νέων, νεανίδων, ακόμη και γεροντισσών και γερόντων. Επειδή ,κατά τη γνώμη αρχαίων σοφών, αι κακαί συναναστροφαί φθείρουν ήθη χρηστά, και κατά τον Απόστ. Παύλον φθείρουν ήθη χρηστά ομιλίαι κακαί. Λοιπόν, ως τέκνα μου αγαπητά, σας δίδω τας ανωτέρω πατρικάς νουθεσίας , και από σήμερον να θέσετε εις εφαρμογήν τας οδηγίας μου δια να αναδείξητε την κόρην σας αγίαν. Πρωτίστως να της δώσετε το καλόν παράδειγμα, να γίνεται όσον το δυνατόν αγία, διότι αγίους μας θέλει ο Θεός. Γίνεσθε, είπεν, άγιοι, ότι εγώ Άγιος ειμί. Εάν ήτο αδύνατον, δεν θα το έλεγεν ο Θεός, διότι αδύνατα ο Θεός δεν ζητεί από τους ανθρώπους. Θα γίνωμεν δε Άγιοι ,εάν αγαπήσωμεν τον Θεόν με όλην μας την ψυχήν και την καρδίαν, αγαπήσωμεν δε και τον πλησίον μας, ακόμη και τους εχθρούς μας, ως τον εαυτόν μας. Τότε και μόνον θα γίνωμεν Άγιοι και παιδιά του Θεού…

Από το βιβλίο : «Ο ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΖΕΡΒΑΚΟΣ
( Ο ουρανοδρόμος οδοιπόρος,1884-1980)
Ένας σύγχρονος όσιος πατήρ
Της Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας
ΤΟΜΟΣ Α΄
• ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ
• ΕΞΩΘΕΝ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
• ΘΑΥΜΑΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
• ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΣΑΛΠΙΣΜΑΤΑ
• ΠΑΤΡΙΚΑΙ ΥΠΟΘΗΚΑΙ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ Χρυσοστομικός Άμβων Γ΄ «Ο ΓΑΜΟΣ, Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΟΥΣ»

Εάν είναι χρήσιμη, είναι βοηθός. Εάν είναι κακή, διόρθωσέ την.

Πρόσεχε τον εαυτό σου. Η γυναίκα εάν είναι χρήσιμη είναι βοηθός σου. Τί γίνεται όμως ,όταν δεν είναι χρήσιμη; Κάνε την χρήσιμη. Μήπως δεν υπήρξαν καλές και κακές γυναίκες, για να μην έχης δικαιολογία; Ήταν ασυνείδητη η γυναίκα του Ιώβ; Η Σάρα όμως ήταν καλή.
Θα σου δείξω μια γυναίκα κακή και πονηρή. Δεν έβλαψε τον άντρα της η γυναίκα του Ιώβ∙ ήταν πονηρή και κακή και τον συμβούλεψε να βλασφημήση. Τί έκανε όμως; κούνησε τον πύργο; έρριξε κάτω το διαμάντι; νίκησε το βράχο; πλήγωσε το στρατιώτη; τρύπησε το σκάφος; ξερρίζωσε το δένδρο; Τίποτε από όλα αυτά∙ αλλ’ εκείνη προσέκρουσε και ο πύργος έγινε πιο σταθερός∙ αυτή σήκωσε τα κύματα και το πλοίο δεν καταποντιζόταν ,αλλά έπλεε με ούριο άνεμο∙ ο καρπός του τρυγήθηκε, και το δένδρο δεν κουνήθηκε ∙ έπεσαν τα φύλλα του και η ρίζα του έμεινε ασάλευτη.
Τα λέω αυτά, για να μην προφασίζεται κανένας την κακία της γυναίκας του. Είναι κακή; διόρθωσέ την . Αλλά, λέει ,με έβγαλε από τον παράδεισο. Αλλά και σε ανέβασε στους ουρανούς. Η ίδια φύσις, βέβαια, αλλά διαφορετική γνώμη.
Αλλά ήταν κακή η γυναίκα του Ιώβ; Η Σωσάννα όμως ήταν καλή. Ήταν ακόλαστη η Αιγυπτία; Η Σάρρα όμως ήταν αξιοπρεπής. Είδες εκείνην; Δες και αυτήν∙ διότι και μεταξύ των ανδρών άλλοι είναι φαύλοι, ενώ άλλοι σπουδαίοι. Καλός ο Ιωσήφ, οι πρεσβύτεροι όμως ακόλαστοι. Βλέπεις παντού την κακία και την αρετή, χωρίς αυτά να κρίνωνται από τη φύσι τους, διαιρούνται όμως από τη γνώμη τους. Μη μου προβάλλης δικαιολογίες.
(Εις το «Είδον τον Κύριον καθήμενον…», Δ΄
ΕΠΕ 8Α,338-392 PG 56, 122-123)

«Η δε γυνή ίνα φοβήται τον άνδρα»

«Η δε γυνή ίνα φοβήται τον άνδρα». Δεν παραγγέλλει τα σχετικά μόνο με την αγάπη, αλλά τί άλλο; «Ίνα φοβήται τον άνδρα». Η γυναίκα είναι δεύτερη εξουσία. Ας μη ζητά λοιπόν ,ούτε αυτήν την ισοτιμία, διότι βρίσκεται κάτω από εξουσία∙ ούτε εκείνος να την περιφρονή σαν πρόσωπο που βρίσκεται σε υποταγή∙ διότι είναι σώμα, και αν η κεφαλή περιφρονή το σώμα θα καταστραφή μαζί του∙ αλλά σαν αντίρροπο της υπακοής ας προβάλλη την αγάπη. Όπως ακριβώς η κεφαλή, έτσι πρέπει να συμπεριφέρεται και το σώμα. Το σώμα να της δίνη τα χέρια, τα πόδια και όλα τα υπόλοιπα μέλη για να την υπηρετούν, εκείνη πάλι να φροντίζη το σώμα με κάθε αίσθησι που έχει. Τίποτε δεν είναι καλλίτερο από τη συζυγία αυτή.

«Αγάπη και φόβος στη συζυγική ζωή»

Και πώς θα μπορέση να υπάρχη αγάπη, λέγει, όταν υπάρχη φόβος; Τότε προ παντός μπορεί να υπάρξη. Διότι εκείνη που φοβάται και αγαπά, φοβάται την κεφαλή και την αγαπά, εκείνη που αγαπά, φοβάται την κεφαλή και την αγαπά σαν μέλος, επειδή και η κεφαλή είναι μέλος του σώματος. Γι’ αυτό τοποθέτησε τη γυναίκα κάτω από τις διαταγές του άνδρα, και τον άνδρα τον τοποθέτησε παραπάνω από την γυναίκα για να υπάρχη ειρήνη. Διότι όταν υπάρχη ισοτιμία δε θα υπάρχη ποτέ ειρήνη, ούτε πάλι όταν η οικογένεια ακολουθή δημοκρατικές αρχές, ούτε όταν όλοι είναι αρχηγοί∙ αλλά πρέπει να υπάρχη μία εξουσία. Και αυτά βέβαια συμβαίνουν στις περιπτώσεις που οι άνδρες δεν είναι πνευματικοί∙ διότι όταν είναι πνευματικοί οι άνδρες θα υπάρχη ειρήνη. Πέντε χιλιάδες άνθρωποι ήταν και κανένας δεν έλεγε ότι κάτι από τα υπάρχοντα είναι δικό του, αλλά υποτάσσονταν ο ένας στον άλλο. Αυτό είναι απόδειξις της συνέσεως και του φόβου του Θεού. Έδειξε ,λοιπόν, τον τρόπο της αγάπης ,δεν έδειξε όμως τον τρόπο του φόβου.
Και πρόσεχε∙ τον τρόπο της αγάπης τον επεκτείνει διηγούμενος τα σχετικά με τον Χριστό, τα σχετικά με τη δική του σάρκα, τα σχετικά με το «αντί τούτου καταλείψει άνθρωπος τον πατέρα και την μητέρα αυτού», τα σχετικά όμως με τον φόβο δεν τα επεκτείνει ακόμη. Γιατί, λοιπόν; Διότι θέλει περισσότερο να επικρατή αυτό που αναφέρεται στην αγάπη. Διότι όταν υπάρχη αγάπη, ακολουθούν όλα τα καλά, όταν όμως υπάρχη ο φόβος οπωσδήποτε δεν ακολουθούν τα άλλα. Εκείνος, βέβαια, που αγαπά τη γυναίκα του, θα τα υπομένη όλα κι αν ακόμη δεν την έχη κάνει πολύ πειθαρχική.
Είναι πολύ δύσκολο και φοβερό πράγμα η ομόνοια, όταν δεν είναι ενωμένοι οι σύζυγοι με την τυραννία της αγάπης∙ ο φόβος όμως αυτό δε θα το κατορθώση εντελώς (πάντως). Γι’ αυτό και ασχολείται περισσότερο με αυτό που είναι ισχυρό. Και φαίνεται η γυναίκα ότι υπερτερεί από τον άνδρα, επειδή διατάχθηκε να φοβάται∙ πραγματικά , βέβαια, υπερτερεί ,διότι ο άνδρας διατάχθηκε το κυριώτερο, δηλαδή το να αγαπά.

Τρόπος επιτυχίας της συζυγικής αγάπης

Όσο λοιπόν, για το πώς θα συμπεριφέρωνται σωστά και η γυναίκα και ο άνδρας, ο Παύλος τα ανέφερε με ακρίβεια, προτρέποντας τη γυναίκα να φοβάται και να σέβεται τον άνδρα της σαν κεφαλή, και ο άνδρας να την αγαπά σαν γυναίκα. Πώς όμως θα μπορέσουν να γίνουν αυτά;
Ο Παύλος είπε ότι αυτά πρέπει να γίνουν ∙ το πώς όμως πρέπει να γίνουν θα σας πω εγώ. Αυτό θα γίνη, αν περιφρονούμε τα χρήματα, αν έχουμε μόνον ένα σκοπό, δηλαδή την αρετή της ψυχής, αν έχουμε πάντοτε μπροστά μας το φόβο του Θεού. Εκείνο, λοιπόν, που έλεγε, όταν μιλούσε στους δούλους, «Ό,τι αν ποιήση έκαστος αγαθόν ή κακόν, τούτο κομιείται παρά του Κυρίου» (Εφ. 6,8) , το ίδιο ισχύει και εδώ. Να μη αγαπά κανείς, λοιπόν, τόσο πολύ τη γυναίκα του για χάρι της, όσο για χάρι του Χριστού. Αυτό βέβαια εννοούσε και ο Παύλος λέγοντας: «ως τω Κυρίω» ∙ και για τον Κύριο κάμνοντας τα πάντα, έτσι όλα να τα κάνης. Αυτό ας είναι αρκετό να προτρέψη και να πείση και να μην επιτρέψη να υπάρχη κάποια φλυαρία και διχόνοια.
Κανείς πιστός να μη συκοφαντή τον άνδρα στη γυναίκα του∙ αλλ’ ούτε και ο άνδρας να πιστεύη εύκολα αυτά που λέγονται εναντίον της γυναίκας του, ούτε η γυναίκα να ασχολήται εύκολα με τις υποθέσεις του άνδρα, ούτε βέβαια να δίνη αφορμές για υποψίες.
Πες μου, λοιπόν, γιατί χαρίζεις τον εαυτό σου όλη τη μέρα στους φίλους σου και στη γυναίκα σου το βράδυ∙ αλλά και ούτε και έτσι μπορείς να την ενημερώνης και να την κάνης να είναι πάνω από κάθε υποψία;
Και αν ακόμη σε κατηγορή η γυναίκα, να μη στενοχωριέσαι∙ αυτή η ενέργεια της είναι απόδειξις φιλίας, και όχι αφορμή απογνώσεως∙ οι κατηγορίες της είναι απόδειξις φιλίας και θερμής διαθέσεως και φόβου. Διότι φοβάται μήπως κανείς έκλεψε το συζυγικό της κρεβάτι, μήπως κάποιος υπονόμευσε την συζυγική της κλίνη.
Υπάρχει και άλλη απόδειξις μικροψυχίας; Κανένας ας μην έχη υπερβολικές αξιώσεις από τους δούλους, ούτε ο άνδρας από την κόρη, ούτε η γυναίκα από τους υπηρέτες. Διότι αυτά είναι αρκετά να προκαλούν υποψίες.
Θυμήσου, σε παρακαλώ, τους δικαίους εκείνους∙ η Σάρρα η ίδια παρεκάλεσε τον πατριάρχη να πάρη σα γυναίκα του την Άγαρ∙ αυτή, διέταξε, κανένας δε την ανάγκασε, ούτε την επέπληξε ο άνδρας της∙ αλλά, αν έζησε πολλά χρόνια χωρίς παιδιά, προτίμησε ποτέ να μη γίνη πατέρας, παρά να λυπήση τη γυναίκα του.
Ύστερα όμως από όλα αυτά τι λέει η Σάρρα; «Κρίναι ο Θεός ανά μέσον σου και εμού» (Γεν. 16,5) . Άραγε δε θα οργιζόταν ,αν ήταν κάποιος άλλος; δε θα είχε σηκώσει και τα χέρια να την κτυπήση λέγοντας περίπου τα εξής: Τι λέγεις; Εγώ δεν ήθελα να συνέλθω με τη γυναίκα∙ έγινε το δικό σου θέλημα, η δική σου επιθυμία και πάλι κατηγορείς; Εκείνος, όμως δεν είπε τίποτε τέτοιο αλλά τί είπε; «Ιδού η παιδίσκη εν ταις χερσί σου∙ χρω αυτής ως αν αρεστόν σοι η» (Γεν. 16,6) . Παρέδωσε τη σύντροφο της κλίνης του για να μη λυπήση τη Σάρρα. Και αλήθεια, δεν υπάρχει μεγαλύτερη εκδήλωσις συμπαθείας από αυτό.
Εάν ,βέβαια, το να καθίση κάποιος μαζί με άλλους για φαγητό ,θεωρείται ακόμη και στους ληστές απόδειξις της ενότητος κατά των αντιπάλων, (και ο Ψαλμωδός λέγει «ος επί το αυτό εγλύκανάς μοι εδέσματα (Ψαλμ.54, 15 ) ∙ το να γίνουν στο εξής ένα σώμα- διότι αυτό σημαίνει το να γίνη σύντροφος της κλίνης∙ είναι πολύ περισσότερο ικανό να φέρη ομοψυχία. Τίποτε όμως από αυτά δεν μπόρεσε να καταβάλλη τον δίκαιο Αβραάμ, αλλά την παρέδωσε στη γυναίκα του, αποδεικνύοντας ότι δεν έγινε κάτι από δική του υπαιτιότητα∙ και το σπουδαιότερο , βέβαια, την έδιωξε, ενώ ήταν έγκυος.
Ποιός θα μπορούσε να μη λυπηθή εκείνην που κυοφόρησε παιδί από τον Αβραάμ; Αλλ’ ο δίκαιος δε συγκινήθηκε, διότι πάνω απ΄ όλα είχε την αγάπη προς τη γυναίκα του.
Ας μιμούμαστε και μεις τον Αβραάμ. Κανείς ας μη χλευάζη τη φτώχεια του πλησίον∙ κανείς ας μην επιθυμή υπερβολικά χρήματα, και λύθηκαν όλα. Ούτε να λέγη η γυναίκα στον άνδρα της∙ άνανδρε και δειλέ, είσαι πολύ απρόθυμος και τεμπέλης και αγαπάς υπερβολικά τον ύπνο∙ ο τάδε και ο τάδε, αν και ταπεινός αν και κατάγεται από ταπεινούς γονείς ,κινδύνεψε και ξενιτεύθηκε και δημιούργησε μεγάλη περιουσία και η γυναίκα του φοράει χρυσά κοσμήματα και κάθεται πάνω σε ζευγάρι από άσπρα άλογα, γυρίζει παντού και έχει πλήθος από υπηρέτες και ευνούχους∙ εσύ όμως έχασες εντελώς το ηθικό σου και ζης χωρίς σκοπό. Ας μη τα λέγη αυτά η γυναίκα, καθώς και τα παρόμοια, διότι είναι σώμα, όχι για να δίνη διαταγές στην κεφαλή, αλλά για να πείθεται και να κάνη υπακοή. Πώς λοιπόν, λέγει, θα υποφέρη τη φτώχεια, από πού θα βρη παρηγοριά; Ας ξεχωρίζη μόνη της τις φτωχότερες∙ ας σκέφτεται πάλι, πόσες ευγενικές κοπέλλες και καταγόμενες από πλούσιες οικογένειες, όχι μόνον δεν πήραν τίποτε από τους άνδρες τους, αλλά επί πλέον έδωσαν και ξόδεψαν όλα τα δικά τους ∙ ας θυμάται τους κινδύνους που προκαλούν τα πλούτη αυτού του είδους και θα παραδεχθή τον ήσυχο τρόπο της ζωής. Και με λίγα λόγια, αν συμπεριφέρεται με αγάπη προς τον άνδρα της, δε θα πη τίποτε τέτοιο, αλλά θα προτιμήση να τον έχη κοντά της, χωρίς να φέρη τίποτε, παρά να φέρη χιλιάδες τάλαντα χρυσού, και η ίδια να επωμισθή όλες τις φροντίδες μιας τέτοιας αποδημίας.
Αλλ’ ούτε ο άνδρας να παρασύρεται και να βρίζη και να κτυπά τη γυναίκα του, επειδή έχει την εξουσία, αλλά να τη συμβουλεύη, να τη νουθετή, σαν ατελέστερη που είναι να την καταπείθη με τα λόγια και ποτέ να μη σηκώνη χέρι για να την κτυπήση∙ αυτά δεν αρμόζουν σε ψυχή ελεύθερη∙ να μη χρησιμοποιή ούτε ύβρεις, ούτε προσβολές, ούτε επιπλήξεις, αλλά να την κατευθύνη σαν πλάσμα με λιγότερες ικανότητες.
Πώς θα γίνη αυτό; Αν της μαθαίνη τον αληθινό πλούτο, τη φιλοσοφία των ουρανών, δε θα την κατηγορήση καθόλου γι’ αυτά. Ας την διδάσκη ότι η φτώχεια δεν είναι καθόλου κακό∙ ας την διδάσκη όχι μόνον με λόγια αλλά και με έργα∙ ας τη διδάσκη να περιφρονή τη δόξα, και τίποτε τέτοιο δε θα αγαπήση η γυναίκα, ούτε θα επιθυμήση. Και σα να δέχεται άγαλμα, έτσι από το βράδυ εκείνο που θα τη δέχεται στο δωμάτιό του, ας τη διδάσκη την σωφροσύνη, την καλωσύνη, που είναι απαραίτητη για να ζήση με σεμνότητα∙ αμέσως από την αρχή και από αυτά ακόμη τα πρόθυρα της συζυγικής ζωής να καταβάλλη την αγάπη στα χρήματα∙ και να της διδάσκη την ευσέβεια και να την συμβουλεύη να μη φορά χρυσά κοσμήματα στα αυτιά της και στα μάγουλα και γύρω από το λαιμό της, ούτε να τα έχη φυλαγμένα στο θάλαμο, ούτε να έχη πολυτελή και χρυσά ενδύματα∙ ας είναι ωραία τα κοσμήματά της, να μην είναι όμως προκλητικά∙ αφού τα αφήσης όμως όλα για τους ηθοποιούς, στόλιζε το σπίτι με πολλή κοσμιότητα, για να αναδίδη σωφροσύνη μάλλον, παρά κάποια άλλη ευωδία. Από αυτά θα προκύψουν και δύο και τρία καλά∙ πρώτα δε θα θλίβεται η νύφη, όταν καταστραφούν τα δωμάτια και αποστέλλωνται στον καθένα τα ιμάτια και τα χρυσά κοσμήματα και τα αργυρά σκεύη∙ δεύτερον δε θα φροντίση ο νυμφίος για την απώλειά τους και για την ασφάλεια εκείνων που τα προμηθεύτηκε. Τρίτον, που είναι και το καλλίτερο και το σπουδαιότερο, θα αποδείξη από αυτά τα ίδια τη διάθεσί του, ότι δηλαδή, δε χαίρεται με κανένα από αυτά, και ότι θα καταργήση και όλα τα υπόλοιπα και δε θα επιτρέψη ποτέ να γίνουν ούτε άσεμνοι χοροί, ούτε τραγούδια.

Απομάκρυνσις των σατανικών πομπών

Και γνωρίζω ,βέβαια, ότι ίσως φαίνομαι σε μερικούς άξιος για γέλια, συμβουλεύοντας αυτά∙ αν όμως με ακούσετε, περνώντας ο καιρός και απολαμβάνοντας την ωφέλεια από το πράγμα αυτό, τότε θα καταλάβετε το κέρδος. Και το γέλιο θα διαλυθή και θα περιγελάσετε την τωρινή συνήθεια .και θα καταλάβετε ότι πραγματικά αυτά που γίνονται τώρα είναι γνώρισμα των ανόητων παιδιών και των μεθυσμένων ανδρών∙ ενώ αυτά που σας συμβουλεύω είναι απόδειξις σωφροσύνης και σκέψεως και της πνευματικής ζωής.
Τι, λοιπόν, λέγω, ότι πρέπει να γίνη; Απομάκρυνε από το γάμο όλα τα αισχρά άσματα ,τα σατανικά, τα άσεμνα τραγούδια τη συνεργασία των ακόλαστων νέων και αυτά θα μπορέσουν να συνετίσουν την νύφη. Διότι αμέσως θα μπορέση να σκεφθή μόνη της: Πω πω! ποιος είναι ο άνδρας αυτός; είναι φιλόσοφος, δεν υπολογίζει καθόλου την παρούσα ζωή, με οδήγησε στο σπίτι του για να γεννήσω και να αναθρέψω τα παιδιά, για να φροντίζω το σπίτι! Προκαλούν βέβαια αυτά αηδία στη νύφη; Ναι∙ μέχρι την πρώτη και τη δεύτερη μέρα∙ κατόπιν όμως δε θα είναι, αλλά θα αισθάνεται πολλή μεγάλη ευχαρίστησι, απαλλάσσοντας τον εαυτό της από κάθε υποψία. Διότι ο άνδρας που δεν ανέχθηκε ούτε αυλούς, ούτε χορευτές, ούτε θηλυπρεπή τραγούδια, και αυτά παρά την ευκαιρία του γάμου, πολύ δύσκολα κατόπιν θα δεχθή να κάνη ή να πη κάτι αισχρό.
Μετά από αυτά, όταν απομακρύνης όλα τα του γάμου, αφού την παραλάβης να την διαπαιδαγωγήσης καλά, διώχνοντας τη ντροπαλότητα για αρκετό χρονικό διάστημα, όχι όμως αμέσως. Και αν βέβαια η κόρη είναι ντροπαλή, γνωρίζει να σιωπά σεβόμενη τον άνδρα της και μένοντας με ανοιχτό το στόμα μπροστά σε αυτά που βλέπει και ακούει. Εσύ όμως μη διαλύσης αμέσως αυτή την σεμνότητα, πράγμα που κάνουν οι ακόλαστοι άνδρες, αλλά να την εκβάλλης για αρκετό χρονικό διάστημα∙ από αυτό θα έχης μεγάλο κέρδος. Δε θα σε κατηγορήση γι’ αυτά, ούτε πάλι θα σε κατηγορήση για κείνα που θα διατυπώσης κατόπιν.

Εάν οι δυο δεν γίνουν ένα ,δεν κάνουν πολλούς.
Μυστήριο αγάπης.


Έρχονται για να γίνουν ένα σώμα. Να πάλι μυστήριο αγάπης. Εάν οι δύο δεν γίνουν ένα, δεν κάνουν πολλούς, εν όσω θα μένουν δύο, όταν όμως ενωθούν, τότε κάνουν. Τί διδασκόμαστε από αυτό; ότι μεγάλη είναι η δύναμις της ενώσεως. Η εφευρετική σοφία του Θεού ,διήρεσε τον ένα σε δύο αντίθετα από την αρχή, και θέλοντας να δείξη ότι και μετά την διαίρεσι πάλι ένας μένει, δεν επέτρεψε να είναι επαρκής ο ένας για τη γέννησι των παιδιών. Διότι ποτέ δεν είναι ένας, αλλά το μισό του ένα∙ και είναι φανερό γιατί δεν τεκνοποιεί, όπως και προηγουμένως.
Είδες το μυστήριο του γάμου; Από τον ένα έκαμε ένα , και πάλι, αφού έκανε ένα αυτούς τους δυο , έτσι κάνει ένα∙ ώστε και τώρα από τον ένα γεννιέται ο άνθρωπος. Διότι η γυναίκα και ο άνδρας δεν είναι δύο άνθρωποι, αλλά ένας άνθρωπος. Και τώρα ακριβώς, και από πολλές περιπτώσεις θα διαπιστώσετε αυτό, όπως από τον Ιάκωβο, από τη Μαρία, τη μητέρα του Χριστού, από τα λόγια, «άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς», (Γεν. 1,27). Εάν όμως ο άνδρας είναι η κεφαλή και η γυναίκα το σώμα, πώς είναι δύο; Γι’ αυτό η γυναίκα έχει τη θέσι του μαθητή και ο άνδρας τη θέσι του διδασκάλου, αυτός του άρχοντα και εκείνη της υπηκόου. Και από αυτή τη διάπλασι του σώματος θα μπορέση κανείς να δη, ότι είναι ένα, διότι έχουν γίνει από την πλευρά και είναι σαν δύο μισά.
Γι’ αυτό και την ονομάζει βοηθό, για να δείξη ότι είναι ένα∙ γι΄αυτό και από τον πατέρα και τη μητέρα προτιμά τη συμβίωσι, για να αποδείξη ότι είναι ένα . Και ο πατέρας όμοια χαίρεται όταν παντρεύεται ο γυιός του και η θυγατέρα του, επειδή το σώμα έρχεται σε δικό του μέλος. Και τόσα έξοδα γίνονται και μείωσις των χρημάτων ,και όμως δεν ανέχεται να τον βλέπη άγαμο. Διότι, όπως με τον τρόπο αυτό έχει διαιρεθή η σάρκα, είναι ατελής ο καθένας για τεκνοποιία , ο καθένας είναι ατελής για τη σύστασι του παρόντος βίου. Γι’ αυτό και ο προφήτης λέγει: «Υπόλειμμα πνεύματος αυτού» ( Μαλ. 2,15 ) .

Πώς συνενώνονται σε ένα σώμα;

Πώς όμως συνενώνονται σε ένα σώμα; Όπως ακριβώς αν αφαιρέσης το καθαρώτερο μέρος του χρυσού, και το ανακατώσης με άλλο χρυσό, έτσι κι εδώ. Δεχόμενη η γυναίκα το πιο εκλεκτό, σαν η ηδονή να το χωνεύη, τρέφει και θάλπει αυτό και αφού συνεισφέρει τα δικά της, το αποδίδει στον άνδρα.

Ο γάμος διατηρεί τον αγιασμό
που προέρχεται από την πίστι


«Ειρήνην διώκετε μετά πάντων και τον αγιασμόν» (Εβρ. 12,14) . Τί εννοεί «τον αγιασμόν»; Την σωφροσύνη και την κοσμιότητα στον γάμο. Και αν κάποιος λέγει, είναι άγαμος, ας μένη αγνός ή ας παντρεύεται. Κι αν είναι έγγαμος, ας μην πορνεύη, αλλ’ ας χρησιμοποιή την γυναίκα του, διότι και αυτό είναι αγιασμός. Πώς; Δεν είναι ο γάμος αγιασμός αλλά διατηρεί τον αγιασμό που προέρχεται από την πίστι, διότι δεν σε αφήνει να στρέφεσαι προς την πόρνη. Διότι ο γάμος είναι τίμιος, όχι άγιος∙ είναι καθαρός ο γάμος, δεν προσφέρει όμως αγιότητα, παρά εμποδίζει να μολυνθή η καθαρότητα που έχει δοθή με την πίστι.
(Προς Εβραίους, Λ΄ΕΠΕ 25,300. PG 63,210)

«Συνεργοί εν Κυρίω»

Μην κατηγορούμε τον γάμο, ούτε να νομίζουμε ότι είναι εμπόδιο και πρόσκομμα για τον δρόμο που οδηγεί στην αρετή το να έχη κανείς γυναίκα και παιδιά και να φροντίζη για σπίτι και να ασκή κάποια τέχνη. Να, και εδώ ήταν άνδρας και γυναίκα, που και εργαστήρια διεύθυναν και τέχνη ασκούσαν και επέδειξαν πολύ πιο αυστηρή εγκράτεια από αυτούς που ζουν στα μοναστήρια. Από πού είναι φανερό αυτό; Από αυτά που είπε ο Παύλος γι’ αυτούς αναφέροντάς τους , ή και καλλίτερα όχι από αυτά που είπε αναφέροντάς τους, αλλά και από αυτά που στη συνέχεια επιβεβαίωσε γι’ αυτούς. Διότι αφού είπε∙ «ασπάσασθε Πρίσκιλλαν και Ακύλαν», πρόσθεσε και το αξίωμά τους. Ποιό λοι0πόν είναι αυτό; Δεν είπε τους πλούσιους , τους διάσημους ,τους αριστοκράτες, αλλά τί; «Τους συνεργούς μου εν Κυρίω» ( Ρωμ. 16, 3 ) .
(Εις το «Ασπάσασθαι Πρίσκιλλαν και Ακύλαν», Α΄ΕΠΕ 27,30. PG 51,190-191 )

Εκκλησιασμός από τη βρεφική ηλικία

«Άννα ουκ ανέβη μετ’ αυτού, ότι είπε τω ανδρί αυτής∙ έως του αναβήναι το παιδάριον , εάν απογαλακτίσω αυτό, και οφθήσεται τω προσώπω Κυρίου και καθήσεται έως του αιώνος εκεί» (Α΄ Βασ. 1,22) .
Βλέπεις; Δεν το θεωρούσε ασφαλές να το αφήση στο σπίτι και να μεταβή στο ναό∙ διότι από τη στιγμή που της δόθηκε το δώρο, δεν ανεχόταν να εμφανισθή χωρίς δώρο. Να το οδηγήση πάλι στο ναό και έπειτα να το πάρη και να φύγη, φοβόταν. Γι’ αυτό περίμενε τόσο χρόνο, για να εμφανισθή μαζί με το δώρο. Και το οδήγησε και το άφησε και δεν δυσανασχέτησε εκείνο που αποχωρίστηκε από τη θηλή∙ γνωρίζετε πώς συνήθως δυσανασχετούν τα παιδιά, όταν παύουν να θηλάζουν. Όμως αυτό δε δυσανασχετούσε, ούτε όταν χωριζόταν από τη μητέρα του, αλλά έβλεπε προς το Δεσπότη, ο οποίος έκανε και εκείνη μητέρα και ούτε αυτή πονούσε καθώς αποχωριζόταν το παιδί της∙ διότι μεσολαβώντας η χάρις νίκησε τη φυσική συμπάθεια και νόμιζαν ότι βρισκόταν μαζί. Και όπως η Κληματαριά που έχει φυτευθεί σε κάποιο τόπο, απλώνει τόσο πολύ μακριά τις κληματόβεργες, και μολονότι το σταφύλι είναι κρεμασμένο σε μεγάλη απόσταση συνδέεται με τη ρίζα, έτσι ακριβώς συνέβηκε και με τη γυναίκα αυτή. Διότι ενώ διέμεινε στην πόλι άπλωνε το κλήμα της μέχρι το ναό, και εκεί κρέμασε ώριμο το σταφύλι της και η απόστασις του τόπου δεν εμπόδισε καθόλου, διότι η αγάπη του Θεού ένωνε το παιδί με τη μητέρα του. Διότι, αν και η ηλικία του ήταν ακόμη ανώριμη ,ήταν όμως ώριμη η αρετή του, και σε αυτούς που πήγαιναν στο ναό, γινόταν δάσκαλος της θεοσεβείας. Διότι ρωτώντας από περιέργεια και μαθαίνοντας τον τρόπο της γεννήσεώς του, έπαιρναν αρκετή παρηγοριά, δηλαδή ελπίδα στον Θεό.
(Περί Άννης, Γ΄ΕΠΕ 8Α, 72-74. PG 54,555 )

Κάνε τον εαυτό σου βασιλικό

Και συ, λοιπόν, γυναίκα, αυτήν να μιμηθής και αν είσαι στείρα, παρουσίασε τέτοια προσευχή και παρεκάλεσε τον ιερέα να σε βοηθήση με τη μεσιτεία του. Οπωσδήποτε, αν δεχθής με πίστι τα λόγια, η ευλογία των πατέρων θα καταλήξη σε καλό και ωραίο καρπό. Αν πάλι γίνης μητέρα, αφιέρωσε και συ το γυιό σου. Εκείνη τον οδήγησε στο ναό, εσύ κάνε τον εαυτό σου ναό βασιλικό. Διότι λέει: «Το σώμα υμών ναός του εν υμίν αγίου Πνεύματος εστι» ( Α΄ Κορ. 6, 19 ) .
Και πάλι∙ «ενοικήσω εν αυτοίς και εμπεριπατήσω» ( Β΄ Κορ. 6,16 ) .

Το σπουδαιότερο πράγμα η εν Κυρίω ανατροφή των παιδιών

Μέχρι πότε θα είμαστε σάρκες; μέχρι πότε θα σκύβουμε πάνω στη γη; Όλα ας έρχωνται σε δεύτερη θέση προκειμένου να γίνη η φροντίδα και η ανατροφή των παιδιών με βάσι την παιδεία και τη νουθεσία του Κυρίου. Αν το παιδί μάθη να σκέπτεται από την αρχή για την αρετή, απόκτησε μεγάλο πλούτο μεγαλύτερο από κάθε άλλο και δόξα μεγαλύτερη. Δε θα κατορθώσης τίποτε το σπουδαίο ,αν μάθης το παιδί σου κάποια τέχνη και την αρχαία φιλοσοφία, με την οποία θα αποκτήση χρήματα , όσο αν το διδάξης την τέχνη με την οποία θα περιφρονήση τα χρήματα. Αν θέλης να το κάνης πλούσιο, κάνε το με τον τρόπο αυτό. Διότι πλούσιος δεν είναι αυτός που έχει ανάγκη από πολλά χρήματα, και τον περιτριγυρίζουν πολλά αγαθά, αλλά εκείνος που δεν έχει ανάγκη από τίποτε. Αυτό να μάθης το γυιό σου ,αυτό να διδάξης ,αυτός είναι ο μεγαλύτερος πλούτος. Μην φροντίζης πώς να το κάνης να προκόψη στα κοσμικά διδάγματα και να το καταντήσης φιλόδοξο, αλλά φρόντισε με ποιο τρόπο θα μάθη να περιφρονή τη δόξα σ’ ετούτη τη ζωή. Από αυτό θα μπορούσε να γίνη πιο ένδοξος και πιο σπουδαίος.
Αυτά μπορούν να το κάνουν και ο φτωχός και ο πλούσιος . Αυτά δεν τα μαθαίνει κανείς από το δάσκαλο, ούτε από κάποια τέχνη, αλλά με τα θεία λόγια. Μη φροντίζης να ζήση εδώ πολλά χρόνια, αλλά να ζήση εκεί την αιώνια και ατέλειωτη ζωή.

Από την πρώτη ηλικία, ας τα οδηγήσουμε στην ουράνια πολιτεία.

Δεν είδατε ότι όσοι ζουν στις πόλεις, πολλές φορές ,μόλις τα παιδιά τους αποκοπούν από τη θηλή, τα κάνουν θαλλοφόρους και αγωνοθέτες και γυμνασιάρχες και χοροδιάρχες; Αυτό ας κάμνουμε και μεις. Από την πρώτη τους ηλικία ας τα οδηγήσουμε στην ουράνια πολιτεία. Διότι αυτή η επίγεια μόνο δαπανηρή είναι και δεν φέρνει κανένα κέρδος.
Πράγματι, πες μου, ποιό κέρδος θα μπορούσε να προέλθη από τις ζητωκραυγές του λαού; διότι, όταν έλθη η νύχτα, αμέσως όλος εκείνος ο κρότος και ο θόρυβος σβήνει, και όταν περάση το πανηγύρι, σαν να απόλαυσαν ένα όνειρο, έτσι μένουν πάλι έρημοι από κάθε ευφροσύνη και δεν μπορούν να βρουν, αν και την αναζητούν, την ευθυμία ούτε από τα στεφανώματα, ούτε από τις πολυτελείς ενδυμασίες και την άλλη εντυπωσιακή εμφάνισι, διότι όλα αυτά πέρασαν γρηγορότερα από κάθε άνεμο. Ενώ η πολιτεία των ουρανών είναι τελείως αντίθετη∙ χωρίς δαπάνη μας φέρνει πολύ και μόνιμο κέρδος. Διότι αυτόν που ζει εκεί δεν τον επεφημούν διαρκώς άνθρωποι μεθυσμένοι, αλλά το πλήθος των αγγέλων. Και γιατί λέγω το πλήθος των αγγέλων; Θα τον επαινέση και θα τον υποδεχθή ο ίδιος ο Δεσπότης των αγγέλων. Και εκείνος που επαινείται από τον Θεό, όχι μία, ούτε δύο και τρεις μέρες αλλά αιώνια πανηγυρίζει στεφανωμένος και δε θα δης ποτέ το κεφάλι του γυμνό από τη δόξα εκείνη. Διότι ο χορός του πανηγυριού αυτού δεν περιορίζεται σε ορισμένες μόνο μέρες ,αλλά επεκτείνεται στην αιωνιότητα του μέλλοντος.
Στην λειτουργία αυτή ποτέ δεν μπορεί να γίνη η φτώχεια εμπόδιο, αλλά μπορεί και ο φτωχός να τελέση τη λειτουργία αυτή και προπάντων ο φτωχός, διότι είναι απαλλαγμένος από κάθε βιωτική ματαιοδοξία∙ διότι δεν χρειάζεται δαπάνη χρημάτων και περιουσίας, αλλά ψυχή καθαρή και διάνοια γεμάτη από σωφροσύνη. Από αυτήν υφαίνονται για την ψυχή τα ενδύματα της πολιτείας εκείνης και πλέκεται το στεφάνι∙ ώστε αν δεν είναι στολισμένη με τα κατορθώματα της αρετής, δεν την ωφελεί σε τίποτε το πολύ χρυσάφι∙ όπως ακριβώς ούτε ζημιά προκαλείται από την πολλή φτώχεια, αν έχη αποθησαυρισμένο πλούτο εσωτερικό.

Μιμήσου τον Χριστό

Αυτόν και συ μιμήσου . Και αν ακόμη η σύζυγός σου διαπράξη άπειρα αμαρτήματα σε βάρος σου, όλα να τα παραβλέψης και να τα συγχωρήσης. Και να πάρης δύστροπη γυναίκα, να την αλλάξης με τη καλωσύνη και την πραότητα, όπως και ο Χριστός την Εκκλησία. Διότι όχι μόνο την ακαθαρσία της καθάρισε αλλά και τα γηρατειά της εξάλειψε, ξεντύνοντας τον παλαιό άνθρωπο, που περιβάλλεται από τα αμαρτήματα. Και αυτό πάλι υπονοώντας ο Παύλος έλεγε: « Ίνα παραστήση εαυτήν εαυτώ ένδοξον την εκκλησίαν, μη έχουσα σπίλον ή ρητίδα» ( Εφ. 5,27 ) . Δεν την έκανε δηλαδή μόνον καλή, αλλά και νέα, όχι στο σώμα, αλλά στη διάθεση.
Και δεν είναι μόνον αυτό θαυμαστό, ότι παίρνοντάς την άσχημη και δύσμορφη και αισχρή και γερασμένη δε σιχάθηκε την ασχήμια της, αλλά και σε θάνατο παρέδωσε τον εαυτό του , και τη μεταμόρφωσε σε ομορφιά ανυπέρβλητη∙ αλλ’ ότι και ύστερα από αυτά, αν και βλέπη πολλές φορές να κηλιδώνεται και να λερώνεται, δεν τη χωρίζει ούτε την αποκόπτει από τον εαυτό του, αλλά και επιμένει να την περιποιείται και να την διορθώνη. Διότι, πες μου, πόσοι αμάρτησαν μετά την πίστι τους σε αυτόν; Κι όμως δεν αισθάνθηκε αποστροφή γι’ αυτούς. Για παράδειγμα, εκείνος που στην Κόρινθο διέπραξε πορνεία, ήταν μέλος της Εκκλησίας∙ όμως δεν απέκοψε το μέλος αλλά το διόρθωσε. Η εκκλησία των Γαλατών όλη απεσκίρτησε και έπεσε στον Ιουδαϊσμό∙ όμως ούτε αυτήν την έδιωξε, αλλά αφού την θεράπευσε μέσω του Παύλου την επανέφερε στην προηγούμενη συγγένεια.
Όπως δηλαδή στην περίπτωσι των σωμάτων, αν συμβή κάποια ασθένεια δεν αποκόπτουμε το άρρωστο μέλος, αλλ’ απομακρύνουμε την αρρώστεια, έτσι ας κάνουμε και σχετικά με τη γυναίκα. Αν συμβή να έχη κάποια κακία, μη την διώξης, αλλά προσπάθησε να εξαφανίσης την κακία.
Αν και βέβαια μία γυναίκα μπορούμε να τη διορθώσουμε , αλλά πολλές φορές δεν μπορούμε να θεραπεύσουμε ένα ανάπηρο μέλος. Αλλ’ όμως αν και γνωρίζουμε ότι η αναπηρία του είναι αθεράπευτη, ούτε έτσι το αποκόπτουμε.
Πώς λοιπόν δεν είναι παράλογο, όπου είναι αδύνατη η διόρθωσις και δεν υπάρχει κανένα κέρδος, να δείχνουμε τόση φροντίδα, ενώ όπου είναι αγαθές οι ελπίδες και μεγάλη η μεταβολή να εμποδίζουμε την θεραπεία; Διότι εκείνα που είναι ανάπηρα στη φύσι είναι αδύνατο να τα διορθώσουμε πάλι, ενώ τη διεστραμμένη διάθεσι μπορούμε να την μεταβάλλουμε.


Και αν η γυναίκα είναι αδιόρθωτη;

Αν όμως λέγης, ότι αυτή πάσχει από αθεράπευτη αρρώστια και παρ’ όλο που την φρόντισες πολύ αυτή εξακολουθεί να έχη τις δικές της συνήθειες, ούτε έτσι πρέπει να την διώξης∙ διότι το μέλος που πάσχει από αθεράπευτη νόσο δεν κόβεται ούτε αυτό. Και είναι δικό σου μέλος αυτή, διότι λέγει: «Έσονται οι δύο εις σάρκαν μίαν» ( Γεν. 2, 24 ) . Και στην περίπτωσι βέβαια του μέλους δεν θα έχουμε κανένα κέρδος από τη θεραπεία, όταν από την αρρώστια του καταντήση να γίνη αθεράπευτο, , από την περίπτωσι όμως της γυναίκας, έστω κι αν εξακολουθή να νοσή αθεράπευτα, θα μας φυλαχθή μεγάλη αμοιβή όταν την διδάσκουμε και την παιδαγωγούμε.
Και αν εκείνη δεν κερδίση τίποτε από τη διδασκαλία μας, για τη υπομονή μας θα λάβουμε μεγάλη αμοιβή από το Θεό, διότι για το φόβο του δείξαμε τόσο μεγάλη υπομονή και υποφέραμε με πραότητα την κακία της και κρατήσαμε το μέλος μας. Διότι η γυναίκα είναι αναγκαίο μέλος μας και γι’ αυτό πρέπει να την αγαπάμε πάρα πολύ. Αυτό το πράγμα πάλι διδάσκοντας ο Παύλος έλεγε: «Ούτως οφείλουσιν οι άνδρες αγαπάν τας εαυτών γυναίκας , καθώς και ο Χριστός αγάπησεν την Εκκλησίαν∙ ότι μέλη εσμεν εκ του σώματος αυτού και εκ της σαρκός αυτού» ( Εφ. 5, 28-30 ) .
Όπως δηλαδή η Εύα, λέγει, έγινε από την πλευρά του Αδάμ, έτσι και μεις γίναμε από την πλευρά του Χριστού. Διότι αυτό σημαίνει, «εκ της σαρκός αυτού και εκ των οστέων αυτού» ( Γεν. 2, 21 ) .



Η ωφέλεια από τη διδασκαλία των ψαλμών

«Λαλούντες εαυτοίς ψαλμοίς και ύμνοις και ωδαίς πνευματικαίς» ( Εφ. 5, 19 ) . Επειδή η ανάγνωσις έχει κόπο και πολλή ενόχλησι, δεν ωδήγησε σε ιστορίες, αλλά σε ψαλμούς, για να ευχαριστής συγχρόνως την ψυχή σου ψάλλοντας και να αποφεύγης τον κόσμο.
«Με ύμνους, λέγει, και πνευματικές ωδές». Τώρα όμως τα παιδιά σας λέγουν τραγούδια και χορούς του σατανά, όπως και οι μάγειροι και οι τραπεζοκόμοι και οι χορευτές. Κανείς όμως δε γνωρίζει κανένα ψαλμό, αλλά και το πράγμα φαίνεται ότι είναι εντροπή και χλευασμός και προκαλεί γέλιο. Από εκεί διαιωνίζονται όλα τα κακά. Διότι σε όποιο χώμα τοποθετηθή το φυτό, τέτοιο καρπό θα φέρη∙ αν τοποθετηθή σε αμμώδες και αλμυρό, τέτοιο καρπό παράγει, αν σε γλυκό και εύφορο, πάλι όμοιο καρπό. Έτσι κάποια πηγή είναι τα διδάγματα.
Δίδαξε στο παιδί σου να ψάλλη εκείνους τους ψαλμούς που είναι γεμάτοι από φιλοσοφία, όπως για σωφροσύνη αμέσως, ή καλίτερα πριν από όλα να μη συναναστρέφεται με πονηρούς, αμέσως από αυτήν την αρχή του βιβλίου. Γι’ αυτό λοιπόν και από δω άρχισε να λέη ο προφήτης : «Μακάριος ανήρ ος ουκ επορεύθη εν βουλή ασεβών» ( Ψαλμ. 1, 1 ) . Και πάλι: «Ουκ εκάθισα μετά συνεδρίου ματαιότητος» ( Ψαλμ. 25, 4 ) .«Εξουδένωται ενώπιον αυτού πονηρευόμενος , τους δε φοβουμένους τον Κύριον δοξάζει» ( Ψαλμ. 14, 4 ) . Δίδαξέ το να συναναστρέφεται με αγαθούς ∙ και θα βρης εκεί πολλά τέτοια∙ για να εξουσιάζη την κοιλιά του, για να ελέγχη το χέρι του, για να μην είναι ακόλαστο, για να μην είναι πλεονέκτης, ότι δεν αξίζουν τίποτε τα χρήματα, ούτε η δόξα και όλα τα παρόμοια. Όταν από παιδί το ωθήσης προς αυτά, θα το οδηγήσης σιγά-σιγά και προς τα υψηλότερα.
Οι ψαλμοί περιέχουν τα πάντα, οι ύμνοι πάλι τίποτε το ανθρώπινο. Όταν συνηθίση στους ψαλμούς, τότε θα γνωρίση και τους ύμνους , διότι είναι ιερώτερο πράγμα. Διότι οι δυνάμεις των ουρανών υμνούν δεν ψάλλουν. Διότι λέγει: «Ουκ ωραίος ύμνος εν στόματι αμαρτωλού ( Σοφ. Σειρ. 15, 9 ) ∙ και πάλι: «Οι οφθαλμοί μου επί τους πιστούς της γης, του συγκαθήσθαι αυτούς μετ’ εμού», και πάλι: Ου κατώκει εν μέσω της οικίας μου ποιών υπερηφανίαν » ∙ και πάλι: «Πορευόμενος εν οδώ αμώμω, ούτος μοι ελειτούργει» ( Ψαλμ. 100, 6-8 ) .

Ωφέλειες από τη μελέτη των ψαλμών

Για να συμπεριφέρωνται πάλι με σύνεσι τα παιδιά, ας ακούσουν τον προφήτη που λέγει: «Ότι αι ψόαι μου επλήσθησαν εμπαιγμάτων» ( Ψαλμ. 37, 8 ) . Και ότι πρέπει να είναι εγκρατείς στο φαγητό: «Και απέκτεινεν εν τοις πλείοσιν αυτών, έτι της βρώσεως ούσης εν τω στόματι αυτών» ( Ψαλμ. 77, 30-31 ) . Και ότι πρέπει να είναι κυρίαρχοι των αγαθών : Πλούτος εάν ρέη, μη προστίθεσθε καρδίαν» ( Ψαλμ. 61,11 ) . Και για να εξουσιάζουν την δόξα: «Ουδέ συγκαταβήσεται αυτώ η δόξα αυτού» ( Ψαλμ. 48, 18 ) . Για να μην ζηλεύουν τους πονηρούς: «Μη παραζήλου εν πονηρευομένοις» ( Ψαλμ. 36, 1 ) . Για να θωρούν ότι οι εξουσίες δεν αξίζουν τίποτε: «Είδον τον ασεβή υπερηψούμενον και επαιρόμενον ως τας κέρδους του Λιβάνου, και παρήλθον, και ιδού, ουκ ην» ( Ψαλμ. 36, 35-36 ) . Για να θεωρούν τα παρόντα αγαθά μηδαμινά: «Εμακάρισαν τον λαόν ω ταύτα εστί∙ μακάριος ο λαός ου Κύριος ο Θεός βοηθός αυτού» ( Ψαλμ. 143, 15 ) . Ότι όχι απλώς αμαρτάνουμε, αλλά υπάρχει ανταπόδοσις: «Ότι συ αποδώσεις εκάστω κατά τα έργα αυτού» ( Ψαλμ. 61, 13 ) . Και γιατί δεν ανταποδίδει καθημερινά, λέγει: «Ο Θεός κριτής δίκαιος, και ισχυρός και μακρόθυμος» ( Ψαλμ. 7, 12 ) . Ότι η ταπεινοφροσύνη είναι καλό λέγει: «Κύριε, ουχ υψώθη η καρδία μου» ( Ψαλμ. 130, 1 ) . Ότι η υπερηφάνεια είναι κακό , λέγει: «Δια τούτο εκράτησεν αυτούς η υπερηφανία εις τέλος » ∙ και πάλι: «Κύριος υπερηφάνοις αντιτάσσεται » ∙ και πάλι: «Εξελεύσεται ως εκ στέατος η αδικία αυτών» ( Ψαλμ. 72, 6. Παροιμ. 3, 34. Ψαλμ. 72, 7 ) . Ότι η ελεημοσύνη είναι καλό, λέγει: « Εσκόρπισεν , έδωκε τοις πένησιν, η δικαιοσύνη αυτού μένει εις τον αιώνα» ( Ψαλμ. 111, 9 ) . Ότι είναι επαινετό να σπλαχνίζεται και να δανείζη τους άλλους: «Χρηστός ανήρ ο οικτείρων και κιχρών» ( Ψαλμ. 111, 5 ) . Και θα συναντήσης εκεί πολλά περισσότερα διδάγματα γεμάτα από φιλοσοφία, όπως για παράδειγμα , ότι δεν πρέπει να βρίζουμε , λέγει: «Τον καταλαλούντα λάθρα τον πλησίον αυτού τούτον εξεδίωκον» ( Ψαλμ. 100, 5 ) .
( Προς Κολοσσαείς, Θ’ ΕΠΕ 22, 266-270, PG 62, 362-363)

Από το βιβλίο: ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
Χρυσοστομικός Άμβων Γ΄
«Ο ΓΑΜΟΣ, Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΟΥΣ»
Έκδοσις:
Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου
Νέα Σκήτη Αγ. Όρους

Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2009

"ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΛΟΓΟΙ Ε΄ ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ"

Όπου Χριστός, εκεί χαρά αληθινή

- Γέροντα, μερικές φορές δεν μπορώ να χαρώ ,και τότε σκέφτομαι μήπως η χαρά δεν είναι για μένα .
- Τι λες; Δεν είναι η χαρά για σένα; Και για ποιον είναι; για το ταγκαλάκι; Χαμένο τόχεις; Για τον άνθρωπο είναι η χαρά. Ο Θεός δεν έδωσε λύπη∙ έδωσε μόνο χαρά.
- Γιατί όμως ,Γέροντα, δεν έχω πάντοτε μέσα μου χαρά;
- Όταν ο νους σου δεν είναι στον Θεό, πώς θα νιώσης την χαρά του Θεού; Εσύ ξεχνάς τον Χριστό και ο νους σου γυρίζει συνέχεια στις δουλειές και στις μηχανές , και έτσι σταματάει η πνευματική σου μηχανή. Βάλε λοιπόν μπρος την ευχή και την σιγανή ψαλμωδία, και μετά θα τρέχης και θα γυρίζης σαν σβούρα γύρω από τον Χριστό.
Μόνον κοντά στον Χριστό βρίσκει κανείς την πραγματική, την γνήσια χαρά, γιατί μόνον ο Χριστός δίνει χαρά και παρηγοριά πνευματική. Όπου Χριστός ,εκεί χαρά αληθινή και αγαλλίαση παραδεισένια. Όσοι είναι μακριά από τον Χριστό, δεν έχουν πραγματική χαρά. Μπορεί να κάνουν όνειρα: «θα φτιάξω αυτό, θα φτιάξω το άλλο, θα πάω εδώ, θα πάω εκεί», μπορεί να απολαμβάνουν τιμές ή να τρέχουν σε διασκεδάσεις και να χαίρωνται, αλλά η χαρά που νιώθουν δεν είναι δυνατόν να γεμίση την ψυχήν τους. Αυτή η χαρά είναι υλική, κοσμική χαρά, αλλά από υλικές χαρές δεν γεμίζει η ψυχή, και ο άνθρωπος μένει μ’ ένα κενό στην καρδιά του. Είδες τί λέει ο Σολομών; «Έχτισα σπίτια ,φύτεψα αμπέλια ,έκανα κήπους ,μάζεψα χρυσάφι, απέκτησα ό,τι πόθησε η καρδιά μου, αλλά στο τέλος κατάλαβα ότι όλα αυτά είναι μάταια».
Η κοσμική χαρά δίνει κάτι το πρόσκαιρο, κάτι για εκείνη την στιγμή, δεν δίνει αυτό που δίνει η πνευματική χαρά. Η πνευματική χαρά είναι ζωή παραδεισένια .Όσοι πέρασαν πρώτα από την Σταύρωση και αναστήθηκαν πνευματικά, ζουν την πασχαλινή χαρά. «Πάσχα Κυρίου Πάσχα»! Και μετά έρχεται η Πεντηκοστή!...Και όταν φθάσουν πια στην Πεντηκοστή και δεχθούν την πύρινη γλώσσα, το Άγιο πνεύμα, τότε όλα τελειώνουν…

Αξίζει να πεθάνουμε ηρωικά, παρά να νικηθούμε από τα πάθη

- Γέροντα, μόνον η ευγνωμοσύνη στον Θεό φθάνει για να μας παρακινήση στον αγώνα κατά των παθών;
- Μόνον η ευγνωμοσύνη στον Θεό δεν φθάνει∙ χρειάζεται και καλή διάθεση ,αναγνώριση της αμαρτωλότητάς μας και φιλότιμη άσκηση.
- Γέροντα, η μνήμη του θανάτου βοηθάει στην εσωτερική εργασία;
- Ναι, πολύ βοηθάει. Αν έχουμε μνήμη θανάτου με ελπίδα στον Θεό, θα γνωρίσουμε την ματαιότητα αυτού του κόσμου και θα βοηθηθούμε πνευματικά. Γι’ αυτό να φέρνουμε στο νου μας το κριτήριο του Θεού και να μην ξεχνούμε ότι θα κριθούμε για τις αμαρτίες που κάναμε και δεν μετανοήσαμε. «Τι κάνω; Πώς ζω με τόση αμέλεια; να σκεφθώ. Αν πεθάνω αυτήν την στιγμή, πού θα πάω; Μήπως έκανα κανένα συμβόλαιο με τον θάνατο; Πεθαίνουν και μικροί και μεγάλοι». Αν σκέφτωμαι ότι ο Θεός μπορεί σε λίγο να με πάρη, τότε δεν θα αμαρτάνω.
Για να πεθάνουν τα πάθη ,πρέπει να σκεφτώμαστε τον θάνατο, την μέλλουσα Κρίση, και να πάθουμε κι εμείς από φιλότιμο για τον Χριστό που πολλά έπαθε ,για να μας λυτρώση. Ο αγώνας κατά των παθών είναι ένα διηνεκές γλυκό μαρτύριο για την τήρηση των εντολών ,για την αγάπη του Χριστού. Αξίζει να πεθάνουμε ηρωικά, παρά να νικηθούμε από τα πάθη και να πληγώσουμε τον Χριστό.
- Στρυμώχνομαι ,Γέροντα, στον αγώνα μου.
- Ένα αγκαθάκι βγάζεις από το δάκτυλό σου και πονάς, πόσο μάλλον να ξερριζώσης από μέσα σου ένα πάθος! Ύστερα να ξέρης ότι, όταν ο άνθρωπος καταβάλλη προσπάθεια να κόψη ένα πάθος του, τότε ο πειρασμός βάζει εμπόδια και στρυμώχνεται ο άνθρωπος , όπως στρυμώχνεται και ο δαιμονισμένος, όταν του διαβάζουν εξορκισμούς, γιατί γίνεται αγώνας, παλεύει με τον διάβολο∙ έπειτα όμως ελευθερώνεται.
Το καθάρισμα του εαυτού μας δεν γίνεται χωρίς κόπο, πατώντας κουμπιά. Δεν κόβονται αμέσως τα πάθη, όπως και ο κορμός του δένδρου δεν κόβεται αμέσως με μια πριονιά. Το πριόνι κόβει για πολλή ώρα, μέχρι να κοπή πέρα-πέρα ο κορμός. Και δεν τελειώνει εδώ η δουλειά. Για να γίνη ο κορμός έπιπλο, πόσος κόπος χρειάζεται! Πρέπει πρώτα να πελεκηθή, να γίνη σανίδες και μετά να τις πάρη ο επιπλοποιός, για να τις κάνη χρήσιμο έπιπλο.
- Κι αν, Γέροντα, δεν καταλαβαίνω ότι αυτός ο κόπος είναι απαραίτητος;
- Τότε θα μείνης κούτσουρο και θα σε ρίξουν στην φωτιά.

«Εκ του υστερήματος…»

- Γέροντα, ο Απόστολος Παύλος λέει: «Ιλαρόν δότην αγαπά ο Θεός». Εγώ πιέζω τον εαυτό μου, για να δώσω, ή να κάνω κάποιο καλό.
- Είμαστε παιδιά του Θεού και είναι καθήκον μας να κάνουμε το καλό, γιατί ο Θεός είναι όλος αγάπη. Είδες η χήρα που φιλοξένησε τον προφήτη Ηλία; Ειδωλολάτρις ήταν, αλλά τί αγάπη είχε μέσα της! Όταν ο Προφήτης πήγε και της ζήτησε ψωμί, του είπε: «Έχουμε λίγο λάδι και αλεύρι∙ αυτό θα φάω με τα παιδιά μου και μετά θα πεθάνουμε». Δεν του είπε: «Δεν έχουμε να σου δώσουμε». Και όταν ο Προφήτης ,για να δοκιμάσει την προαίρεσή της ,της είπε να φτιάξη ψωμί πρώτα για εκείνον και μετά για τα παιδιά της, η καημένη αμέσως του έφτιαξε. Αν δεν είχε μέσα της αγάπη, θα έβαζε λογισμούς. «Δεν φτάνει που του λέω ότι έχουμε λίγο, θα έλεγε, ζητάει να φτιάξω πρώτα για εκείνον!».
Φάνηκε η προαίρεσή της, για να έχουμε εμείς παραδείγματα. Αλλά εμείς διαβάζουμε Αγία Γραφή, διαβάζουμε τόσα και τόσα, και τι κάνουμε;
Θυμάμαι, και στο Σινά τα Βεδουϊνάκια που δεν ήξεραν τίποτε από το Ευαγγέλιο , αν τους έδινες κάτι, ακόμα και πολύ λίγο να ήταν, θα το μοιράζονταν μεταξύ τους και θα έπαιρναν όλα από λίγο. Και αν για το τελευταίο δεν έμενε τίποτε, θα του έδιναν τα άλλα από το δικό τους.
Όλα αυτά να τα παίρνετε σαν παράδειγμα και να εξετάζετε τον εαυτό σας, για να βλέπετε πού βρίσκεσθε. Αν εργάζεται έτσι κανείς, ωφελείται όχι μόνον από τους Αγίους και από τους αγωνιστές ,αλλά από όλους τους ανθρώπους. Σκέφτεται: «Αυτό το φιλότιμο το έχω εγώ; Πώς θα κριθώ;» Γιατί ο καθένας μας μόνος του θα κριθή από τον καλύτερό του.
Αξία έχει να δίνουμε από το υστέρημά μας ,είτε πρόκειται για κάτι πνευματικό είτε για κάτι υλικό. Έχω, ας υποθέσουμε ,τρία μαξιλάρια. Αν δώσω το ένα που μου περισσεύει, δεν έχει αξία. Ενώ, αν δώσω αυτό που χρησιμοποιώ για προσκέφαλο, αυτό έχει αξία, γιατί έχει θυσία. Γι’ αυτό και ο Χριστός είπε για την χήρα: «Η χήρα η πτωχή αύτη πλείον πάντων έβαλεν…»

Η αγάπη καταργεί τις αποστάσεις

- Γέροντα, πώς επικοινωνούν πνευματικά από μακριά οι άνθρωποι;
- Γράφουν κανένα γράμμα ή με ασύρματο ή με σήματα μορς!...
- Δηλαδή, Γέροντα;
- Για να υπάρξει πνευματική επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων, πρέπει να εργάζωνται στην ίδια συχνότητα. Αυτό δεν μπορούν να το πιάσουν οι επιστήμονες . Θυμάσαι εκείνο το περιστατικό που αναφέρω στους «Αγιορείτες Πατέρες»; Μια μέρα ένας μοναχός θα πήγαινε να επισκεφθή έναν Πατέρα στην Καψάλα και σκεφτόταν: «Τί να του πάω για ευλογία;». Οικονόμησε λοιπόν δύο ψάρια και τα καθάριζε, για να του τα πάη. Εν τω μεταξύ ,ο άλλος είχε λάβει την πληροφορία από τον Θεό για την επίσκεψη του αδελφού και σκεφτόταν: «Τώρα που θα ‘ρθη, τί να τον φιλέψω;». Την ώρα λοιπόν που ο αδελφός καθάριζε ψάρια, ένας κόρακας ήρθε ξαφνικά, του πήρε το ένα ψάρι και το πήγε στον άλλον στην Καψάλα –απόσταση πεντέμισι ώρες. Το καταλαβαίνετε; Ο ένας σκεφτόταν πώς να αναπαύση τον άλλον και ο κόρακας μετά έκανε τον ενδιάμεσο!
Όταν ο άνθρωπος έχη την Αγάπη, τον Χριστό, και βουβός να είναι ,μπορεί να συνεννοηθή με όλα τα δισεκατομμύρια των λαών και με την κάθε ηλικία των ανθρώπων, που έχει και αυτή την δική της γλώσσα.
Βάλε δυο ανθρώπους που δεν έχουν αγάπη μεταξύ τους να καθήσουν ο ένας δίπλα στον άλλον και να μη μιλούν. Βαλε και δύο άλλους που έχουν αγάπη μεταξύ τους να καθήσουν ο ένας δίπλα στον άλλον και να μη μιλούν και αυτοί. Πώς θα νιώθουν οι μεν και πώς θα νιώθουν οι δε; Και οι πρώτοι δε θα μιλούν και οι δεύτεροι δεν θα μιλούν. Όμως οι δεύτεροι και με την σιωπή θα «μιλούν», γιατί θα υπάρχη επικοινωνία μεταξύ τους. Αντίθετα οι πρώτοι δεν θα μπορούν να επικοινωνήσουν ,γιατί ανάμεσά τους θα υπάρχη μόνωση. Όταν δεν υπάρχη αγάπη ,μπορεί δυο άνθρωποι να βρίσκωνται κοντά, αλλά να είναι μακριά ο ένας από τον άλλον.
- Γέροντα, στενοχωριέμαι που ήρθε η ημέρα να φύγετε πάλι από κοντά μας.
- Στην πνευματική ζωή δεν υπάρχη «κοντά» και «μακριά». Την αγάπη του Χριστού δεν την χωρίζουν αποστάσεις ,γιατί ο Χριστός με την αγάπη Του καταργεί τις αποστάσεις. Επομένως , είτε κοντά είτε μακριά βρίσκεται κανείς, νιώθει πάντα κοντά , όταν είναι κοντά στον Χριστό και συνδέεται με τον άλλον αδελφικά με αγάπη Χριστού.

Δοξολογώ τον Θεό που η αγάπη μου είναι τέτοιου είδους ,πνευματική, αγγελική, οπότε οι αποστάσεις καταργούνται και η επαφή θα υπάρχη μαζί σας και σ’ αυτήν την ζωή από μακριά και στην άλλη που είναι ακόμη πιο μακριά, γιατί και εκείνη η απόσταση θα είναι πολύ κοντινή, αφού μας ενώνει η Αγάπη, ο Χριστός.

Όταν η πίστη κλονίζεται

- Γέροντα, γιατί πολλοί άνθρωποι ,ενώ πίστευαν, έχασαν την πίστη τους;
- Αν δεν προσέχει κανείς στα θέματα της πίστεως και της λατρείας, σιγά-σιγά ξεχνιέται και μπορεί να γίνη αναίσθητος, να φθάση σε σημείο να μην πιστεύη τίποτε.
- Μερικοί, Γέροντα, λένε ότι η πίστη τους κλονίζεται, όταν βλέπουν να υποφέρουν καλοί άνθρωποι.
- Ακόμη κι αν κάψη ο Θεός όλους τους καλούς, δεν πρέπει να βάλη κανείς αριστερό λογισμό, αλλά να σκεφθή πως ο Θεός ό,τι κάνει, από αγάπη το κάνει. Ξέρει ο Θεός πώς εργάζεται. Για να επιτρέψη να συμβή κάποιο κακό, κάτι καλύτερο θα βγη.
- Γέροντα, σήμερα ακόμη και τα πιστά παιδιά αμφιταλαντεύονται ,γιατί στα σχολεία υπάρχουν καθηγητές που διδάσκουν την αθεΐα.
- Γιατί να αμφιταλαντεύωνται; Η Αγία Αικατερίνη δεκαεννιά χρονών ήταν και διακόσιους φιλοσόφους τους αποστόμωσε με την κατά Θεόν γνώση και την σοφία της. Ακόμη και οι Προτεστάντες την έχουν προστάτιδα της επιστήμης.
Στα θέματα της πίστεως και στα θέματα της πατρίδος δεν χωράνε υποχωρήσεις∙ πρέπει να είναι κανείς αμετακίνητος ,σταθερός.
- Γέροντα, παλιά προσευχόμουν με πίστη στον Θεό και ό,τι ζητούσα μου το έκανε. Τώρα δεν έχω αυτήν την πίστη. Πού οφείλεται αυτό;
- Στην κοσμική λογική που έχεις. Η κοσμική λογική κλονίζει την πίστη. «Εάν έχητε πίστιν και μη διακριθήτε, πάντα όσα εάν αιτήσητε εν τη προσευχή πιστεύοντες, λήψεσθε», είπε ο Κύριος. Όλη η βάση εκεί είναι. Στην πνευματική ζωή κινούμαστε στο θαύμα. Εάν συν δύο δεν κάνει πάντα τρία∙ κάνει και πέντε χιλιάδες και ένα εκατομμύριο!
Χρειάζεται καλή διάθεση και φιλότιμο. Γιατί, αν ο άνθρωπος δεν έχη καλή διάθεση, τίποτε δεν καταλαβαίνει. Να, και για την Σταύρωση του Χριστού, τόσες λεπτομέρειες είχαν πει οι Προφήτες- μέχρι και τί θα κάνουν τα ιμάτιά Του, τί θα κάνουν τα χρήματα της προδοσίας, ότι θα αγοράσουν μ’ αυτά τον αγρό του Κεραμέως, για να θάβουν τους ξένους-, αλλά, οι Εβραίοι πάλι δεν καταλάβαιναν. «Ο δε παράνομος Ιούδας ουκ ηβουλήθη συνιέναι»…


Η ελπίδα και η εμπιστοσύνη στον Θεό είναι η μεγαλύτερη ασφάλεια

- Γέροντα, ακόμη αντιμετωπίζω το καθετί ανθρώπινα και όχι πνευματικά, κι έχω αγωνία.
- Εσύ βάζεις τα προγράμματά σου μπροστά από τα προγράμματα του Θεού, γι’ αυτό βασανίζεσαι. Με την εμπιστοσύνη στον Θεό και με την ταπείνωση όλα τα προβλήματα λύνονται. Να κάνης αυτό που μπορείς εσύ και μετά να αφήνεσαι στην θεία Πρόνοια, στο θείο θέλημα. Η ελπίδα στον Θεό είναι τονισμένη πίστη∙ είναι η μεγαλύτερη ασφάλεια για τον άνθρωπο.
Μικρό πράγμα είναι να έχη κανείς σύμμαχο τον Θεό; Θυμάμαι, πριν πάω στο στρατό, έκανα προσευχή στην Αγία Βαρβάρα να με βοηθήση –την είχα σε ευλάβεια, γιατί πήγαινα στο εξωκκλήσι της από μικρός και προσευχόμουν. «Ας κινδυνεύσω στον πόλεμο, είπα, αλλά μόνον άνθρωπο να μη σκοτώσω». Και πώς τα οικονόμησε ο Καλός Θεός! Όταν βγήκαν τα αποτελέσματα ,ενώ άλλους που ήταν μορφωμένοι τους έστειλαν στην πρώτη γραμμή σαν απλούς στρατιώτες, τουφεκιοφόρους, εμένα που ήμουν του δημοτικού με πήραν για ασυρματιστή! Μου έλεγαν οι άλλοι: «Έχεις μεγάλο μέσο». «Βρε τί μέσο έχω; Δεν έχω κανένα γνωστό». «Τι; μας κοροϊδεύεις;», μου έλεγαν. Ποιον έχεις στο Γενικό Επιτελείο;». Αφού επέμεναν ,τους έλεγα κι εγώ: «Έχω στο Γενικό Επιτελείο τον Χριστό». Έτσι δεν χρησιμοποίησα ποτέ ντουφέκι.
- Γέροντα, πώς αυξάνει η ψυχική αντοχή;
- Με την ελπίδα και την εμπιστοσύνη στον Θεό, οι οποίες δίνουν δυνάμεις πολλές. Πρέπει να αφήνουμε τον εαυτό μας στα χέρια του Θεού με απόλυτη εμπιστοσύνη και να βλέπουμε την κάθε δοκιμασία σαν δώρο σταλμένο από την αγάπη του Θεού. Ο άνθρωπος που έχει μεγάλη εμπιστοσύνη στον Θεό χαίρεται τα πάντα. Είτε είναι άρρωστος ,είτε μένει νηστικός, είτε τον αδικούν, είτε…, είτε…, πιστεύει ότι ο Θεός τα έχει επιτρέψει ,ελπίζει στον Θεό και είναι πάντα ασφαλισμένος στο λιμάνι της ελπίδος του Θεού.

Να παραδειγματιζώμαστε από τα ζώα



- Γέροντα, τί είναι αυτό το βουητό που ακούγεται;
- Ένα μελίσσι εγκαταστάθηκε στο παράθυρό μου και τώρα εργάζεται εντατικά. Τί τραβάω το βράδυ με τις φωνές τους! Ελάτε να σας δείξω την κυψέλη μου. Να δήτε με τί αρχιτεκτονική εργάζονται οι μέλισσες, ενώ δεν έχουν ούτε αρχιτέκτονα ούτε εργολάβο! Εύχομαι να δουλέψετε και εσείς σωστά, πνευματικά, να φτιάξετε πνευματική κυψέλη, να βγάζη μέλι πνευματικό, να έρχωνται οι λαϊκοί να τρώνε και να γλυκαίνονται πνευματικά.
- Τί σημαίνει, Γέροντα, αυτό που λέει ο Ψαλμωδός: «Ανθρώπους και κτήνη σώσεις ,Κύριε»;
- Εννοεί ότι ο Θεός βοηθάει και τα ζώα. Πόσοι Άγιοι είναι προστάτες ζώων! Αλλά και τί τραβάνε τα καημένα! Εμείς ούτε μια εβδομάδα δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε την υπακοή που κάνουν αυτά στον άνθρωπο. Αν τα ταΐσουν, τα τάισαν∙ διαφορετικά μένουν νηστικά. Αν δεν κάνουν αυτό που θέλει το αφεντικό τους, τα χτυπούν. Και τί κόπο κάνουν ,χωρίς να περιμένουν κανέναν μισθό. Εμείς ένα «Κύριε ελέησον» να πούμε, Παράδεισο έχουμε να λάβουμε. Μικρό πράγμα είναι αυτό; Μας πέρασαν επομένως και στην ακτημοσύνη και στην υπομονή και στην υπακοή.
Όλα να τα παρακολουθήτε, γιατί όλα βοηθούν. Παρατηρώ τα μυρμήγκια πόσο φιλότιμα εργάζονται, χωρίς να έχουν επιστάτη. Εγώ δεν βρήκα σε κανέναν άνθρωπο την λεπτότητα που είδα στα μυρμήγκια. Τα νέα μυρμηγκάκια πάνε και κουβαλούν στην φωλιά ξυλάκια και ένα σωρό άλλα άχρηστα πράγματα, επειδή ακόμη δεν ξέρουν τί πρέπει να φέρουν. Τα παλιά μυρμήγκια τα αφήνουν να τα κουβαλήσουν, χωρίς να τους κόβουν την προθυμία, και μετά τα βγάζουν έξω από την φωλιά . Ύστερα ,σιγά-σιγά τα νέα βλέπουν τί κουβαλούν τα παλιά και μαθαίνουν τί πρέπει να φέρνουν. Αν ήμασταν εμείς, θα λέγαμε: «Έλα εδώ εσύ, τί είναι αυτά που κουβαλάς; Πέταξέ τα γρήγορα έξω!».
Τα ζώα τα έκανε ο Θεός, για να εξυπηρετείται ο άνθρωπος ,αλλά και για να παραδειγματίζεται. Ο άνθρωπος ,αν είναι άνθρωπος, από όλα ωφελείται.

Τα ζώα διαισθάνονται την αγάπη του ανθρώπου

- Γέροντα, ο Αββάς Ισαάκ λέει: «Καρδία ελεήμων είναι καύσις καρδίας υπέρ πάσης της κτίσεως…».
- Ναι, έτσι είναι∙ «καύσις καρδίας» και υπέρ των ζώων, αλλά και υπέρ των δαιμόνων ακόμη. Ο πνευματικός άνθρωπος δίνει την αγάπη του πρώτα στον Θεό, έπειτα στους ανθρώπους, και την υπερχείλιση της αγάπης του την δίνει στα ζώα και σε όλη την κτίση. Αυτή η θεϊκή αγάπη πληροφορεί και τα ζώα, τα οποία καταλαβαίνουν τον άνθρωπο που τα αγαπάει και τα πονάει και τον πλησιάζουν, χωρίς να φοβούνται. Ακόμη και τα άγρια ζώα μπορούν να διακρίνουν έναν άνθρωπο που τα αγαπάει από έναν κυνηγό που θέλει να τα σκοτώση. Τον κυνηγό τον αποφεύγουν, τον άνθρωπο που τα αγαπάει τον πλησιάζουν. Νόμιζα ότι δεν συμβαίνει το ίδιο και με τα φίδια, γιατί το φίδι είναι το μόνο ζώο που δεν αγαπιέται από τους ανθρώπους. Διαπίστωσα όμως αργότερα ότι και τα φίδια διαισθάνονται την αγάπη του ανθρώπου και πιάνουν φιλία μαζί του. Αν ο άνθρωπος έρθη στην θέση του φιδιού και το πονέση, το φίδι αμέσως το καταλαβαίνει και τον πλησιάζει σαν φίλος. Είναι σαν να λέη: «Δόξα σοι ο Θεός, βρήκα κι εγώ επιτέλους έναν φίλο!».
- Είναι, Γέροντα, το ένστικτο που έχουν;
- Ο Θεός ,για να εξυπηρετούνται ,έχει δώσει και σ’ αυτά ό,τι χρειάζονται∙ τους έδωσε την διαίσθηση. Μετά την πτώση ο άνθρωπος στερήθηκε το υπερφυσικό, αλλά του έμεινε ο νους, η λογική. Π.χ. οι άνθρωποι βλέπουν κάπου πλατάνια και καταλαβαίνουν ότι εκεί υπάρχει και νερό∙ ψάχνουν και το βρίσκουν. Ενώ τα ζώα το πληροφορούνται σαν να έχουν ραντάρ. Η καμήλα, όταν είναι στην έρημο και διψάη, τρέχει μόνη της προς το μέρος που υπάρχει νερό και ο καμιλιέρης την ακολουθεί. Είναι σαν να παίρνη τηλεγράφημα.

Τα ζώα ζητούν βοήθεια από τον άνθρωπο

Τα καημένα τα ζώα θεό έχουν τον άνθρωπο. Όπως εμείς ζητούμε βοήθεια από τον Θεό, έτσι και αυτά ζητούν βοήθεια από τον άνθρωπο.
Στο Άγιον Όρος άκουγα για τον Γερο-Θεοφύλακτο από την Σκήτη του Αγίου Βασιλείου ότι είχε μεγάλη φιλία με τα άγρια ζώα. Αυτά διαισθάνονταν την αγάπη του και πήγαιναν στην Καλύβη του, όταν είχαν καμμιά ανάγκη. Κάποτε ένα ζαρκάδι που είχε σπάσει το πόδι του πήγε έξω από το Κελλί του και βέλαζε θλιμμένα. Βγήκε ο Γέροντας και το είδε να τεντώνη το σπασμένο του ποδαράκι σαν να του το έδειχνε. Εκείνος του έφερε λίγο παξιμάδι να φάη και πήρε δύο ξυλάκια, με τα οποία του έδεσε σταθερά το πόδι του . Μετά είπε στο ζαρκαδάκι: «Πήγαινε τώρα στο καλό και μετά από μια εβδομάδα να ξαναπεράσης να το δω». Ο καλός Γέροντας συνεννοήθηκε με το ζώο σαν γιατρός με πονεμένο άνθρωπο, επειδή είχε γίνει άνθρωπος του Θεού!
- Γέροντα, μου κάνει εντύπωση πως ο Όσιος Γεράσιμος δεν φοβήθηκε καθόλου το λιοντάρι που τον πλησίασε ,για να του βγάλη το αγκάθι.
- Ε, Άγιος ήταν, αλλά και τα ζώα ποτέ δεν κάνουν κακό στον άνθρωπο ,όταν βρίσκωνται σε ανάγκη. Μια φορά, που ήμουν με την κήλη, κάποιοι εργάτες κουβαλούσαν ξύλα με τα ζώα εκεί στην περιοχή του Καλυβιού. Βλέπω σε μια στιγμή ένα ζώο να πέφτη, το καημένο , κάτω και το σαμάρι με τα ξύλα να πέφτη από πάνω του. Διπλώθηκαν τα πόδια του και δεν μπορούσε να τα ισιώση. Εγώ ξέχασα ότι είχα κήλη, ξέχασα ότι δυσκολευόμουν ακόμη και να περπατήσω. Τρέχω, πετάω τα ξύλα. Πάω να σηκώσω το σαμάρι, δεν μπορούσα. Δίνω μια, τραβάω τα σχοινιά και ελευθέρωσα το ζώο. Οπότε ένας Πατέρας που ήταν εκεί κοντά φώναζε: «Πρόσεχε ,έχεις κήλη, θα πάθης καμμιά ζημιά». Τότε θυμήθηκα ότι είχα κήλη. «Καλά, του λέω, εγώ έχω κήλη, εσύ που δεν έχεις κήλη, γιατί δεν έτρεξες;». «Φοβάμαι μήπως με κλωτσήση», μου λέει. «Ευλογημένε, του λέω, το ζώο, και λύκος να είναι, όταν το καημένο βρίσκεται σε ανάγκη, ζητάει βοήθεια και δεν κάνει κακό στον άνθρωπο».
Αλλά κι αν πεινούν κι αν διψούν τα ζώα, στον άνθρωπο καταφεύγουν, , γιατί ο άνθρωπος είναι το αφεντικό τους. Θυμάμαι, στο Καλύβι του Τιμίου Σταυρού, ένα καλοκαίρι, μια οχιά κατέβηκε από την λαμαρίνα της σκεπής και κουλουριάστηκε μπροστά μου. Σήκωνε το κεφάλι της ψηλά, έβγαζε τη γλώσσα της και σφύριζε. Διψούσε πολύ – είχε καή από τον πολύ καύσωνα- και με απειλούσε. Ζητούσε νερό, αλλά με επιτακτικό τρόπο, λες και ήμουν υποχρεωμένος να πάω να της φέρω νερό. «Βρε, της λέω, εσύ, έτσι που κάνεις, δεν συγκινείς τον άλλον!». Της έβαλα μετά νεράκι και ήπιε. Ενώ τα τσακάλια πολύ με συγκινούν, γιατί, όταν πεινούν, κλαίνε σαν μωρά παιδιά. Να δήτε τί έχω πάθει και με τα γατάκια τώρα στο Καλύβι. Πρόσεξαν πως, κάθε φορά που χτυπούσε το καμπανάκι έβγαινα έξω, και πότε-πότε τους έρριχνα κάτι να φάνε. Όταν λοιπόν πεινούν, τραβούν το σχοινί και χτυπάει το καμπανάκι. Βγαίνω και βλέπω να χτυπούν αυτά το καμπανάκι και τα ταΐζω. Πώς τα έχει κάνει όλα ο Θεός!
- Έρχονται, Γέροντα, ζώα στο Καλύβι σας;
- Πώς δεν έρχονται! Έρχονται τσακάλια, αγριόχοιροι… Έρχεται πού και πού και μια μικρή αλεπού. Όταν φεύγουν οι γάτες, έρχεται η αλεπουδίτσα. Οι αγριόχοιροι, το καλοκαίρι δεν εμφανίζονται, επειδή φοβούνται τους κυνηγούς ∙ τότε μόνο τα φίδια εμφανίζονται, γιατί τα φοβούνται οι άνθρωποι.
Έρχονται και πουλιά, κοπάδια, μικρά-μεγάλα . Τους βάζω βρεγμένο παξιμάδι και τρώνε. Το ινδοκάρυδο από τα λουκούμια το κρατώ ξεχωριστά για κάτι πουλιά που φέρνουν την άνοιξη. Τα καημένα κελαηδούν ανοιξιάτικα ακόμη από τον χειμώνα με τα χιόνια. Φέρνουν παρηγοριά δηλαδή. Αυτά πεθαίνουν για το ινδοκάρυδο!
- Γέροντα, στο Σινά, εκεί που μένατε είχατε ζώα;
- Στο Σινά, επειδή ήταν έρημος, πλησίαζαν πιο πολύ τα άγρια ζώα, καθώς και τα πουλιά. Είχε και πέρδικες, είχε και ορτύκια, σαν αυτά που έτρωγαν οι Εβραίοι στην έρημο. Είχε και κάτι όμορφα ποντίκια, σαν χελωνάκια, χωρίς ουρά, που είχαν επάνω στην ράχη τους ένα τρίχωμα σαν βούρτσα! Τα τάιζα όλα , τις πέρδικες, τα ορτύκια, τα ποντίκια! Έβαζα ότι είχα ξεχωριστά πάνω στις πλάκες , γιατί μάλωναν! Πήγαινε το πουλάκι να φάη, πήγαινε και το ποντίκι, οπότε σηκωνόταν το πουλάκι να φύγη.
Τα πουλιά ,όπου πήγαινα, με ακολουθούσαν. Όταν ανέβαινα πάνω στα βράχια και άρχιζα να ψάλλω, μαζεύονταν εκεί και στο τέλος τους έρριχνα λίγο ρύζι. Άμα ήθελα ησυχία ,δεν έπρεπε να ψάλω καθόλου, γιατί μαζεύονταν όλα γύρω μου! Θυμάμαι μια φορά που πιάστηκε η μέση μου και έμεινα μερικές μέρες ξαπλωμένος, ένα πουλάκι, το καημένο, μπήκε μέσα στο κελλί μου και ήρθε πάνω στο στήθος μου. Στάθηκε εκεί, με κοιτούσε στο πρόσωπο και κελαηδούσε, ώρες, πολύ γλυκά. Μου έκανε εντύπωση!

Η υπερηφάνεια γελοιοποιεί τον άνθρωπο

- Γέροντα, τί είναι αυτό που μας κάνει να θέλουμε να γίνη γνωστό στους άλλους ό,τι καλό κάνουμε, ενώ έχει τόση γλυκύτητα, τόση απαλάδα, το να ζη και να εργάζεται κανείς στην αφάνεια;
- Το πιο σπουδαίο είναι ότι, όταν ο άνθρωπος έχη εσωτερικότητα και προσπαθή να μη γίνεται γνωστό το καλό που κάνει, είναι αισθητό στους άλλους∙ όλοι τον ευλαβούνται και τον αγαπούν, χωρίς ο ίδιος να το καταλαβαίνη.
Πόσο συμπαθής είναι ο ταπεινός άνθρωπος και πόσο αποκρουστικός ο υπερήφανος! Τον υπερήφανο κανείς δεν τον αγαπάει, ακόμη και ο Θεός τον αποστρέφεται. Βλέπεις, και τα μικρά παιδιά, αν δουν κανένα παιδί λίγο υπερήφανο, το κοροϊδεύουν , ενώ ένα παιδί σιωπηλό , συνετό, πόσο το εκτιμούν! Ή, αν δουν κανέναν να περπατάη καμαρωτός-καμαρωτός, τον παίρνουν μυρωδιά και τον κοροϊδεύουν . Θυμάμαι κάποιον στην Κόνιτσα που, ενώ πέθαινε από την πείνα, φορούσε κάθε μέρα κοστούμι, γραβάτα και ρεπούμπλικο και έβγαινε στην πλατεία καμαρωτός. Τα παιδάκια, μόλις τον έβλεπαν, πήγαιναν από πίσω του και παρίσταναν πώς περπατούσε. Μικρούτσικα παιδάκια τώρα! Πόσο μάλλον οι μεγάλοι καταλαβαίνουν τον υπερήφανο άνθρωπο! Μη βλέπης που δεν μιλούν, για να μην τον εκθέσουν ∙ από μέσα τους όμως αηδιάζουν.
Όποιος θέλει να προβάλλη τον εαυτό του, τελικά γελοιοποιείται. Θυμάμαι, όταν ήμουν στο Σινά, είχε έρθει ένας παπάς που τον έλεγαν Σάββα. Ήταν λίγο κενόδοξος, είχε και μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του. Μια μέρα οι Βεδουίνοι ανέβαζαν στο μοναστήρι ένα βαρύ πράγμα με το βίντσι και, καθώς το σήκωναν, φώναζαν, για να συγχρονισθούν, «σάουα-σάουα», δηλαδή «όλοι μαζί». Τους άκουσε ο παπα-Σάββας κι έτρεξε αμέσως έξω. «Βρε, ακόμη δεν ήρθα, λέει, και “Σάββα” φωνάζουν! Και εδώ όλοι με έμαθαν!». Νόμιζε ότι οι Βεδουίνοι φώναζαν «Σάββα, Σάββα»! Μόλις το άκουσα ,με έπιασαν τα γέλια! Είναι να μη γελάσης; Όπως δουλεύει το μυαλό του ανθρώπου, έτσι τα ερμηνεύει όλα… Άμα ο άνθρωπος είναι λίγο φαντασμένος, όλα φαντασμένα τα ερμηνεύει.
- Γέροντα, από υπερηφάνεια το κάνει;
- Είναι αιχμάλωτος στην κενοδοξία ,τον κλέβει και η φαντασία και φθάνει μετά… Μου έλεγε ένας μοναχός πως, όταν ήταν λαϊκός, είχε δώσει σε κάποιον ένα επίσημο επανωφόρι. Μια μέρα που βρέθηκαν μαζί σε μια συντροφιά, εκείνος το φορούσε, οπότε κάποια στιγμή λέει: «Αυτό το παλτό ξέρετε από πού το έχω; Από το Παρίσι! Αν ξέρατε και πόσο το αγόρασα!». Και να είναι εκεί μπροστά και ο άλλος που του έδωσε το επανωφόρι ευλογία!
- Καλά, Γέροντα, ανόητος ήταν;
- Μα πιο ανόητος από τον υπερήφανο υπάρχει; Τελικά η υπερηφάνεια γελοιοποιεί τον άνθρωπο.

Αν δικαιολογούμε τους άλλους δεν θα τους κατακρίνουμε

- Γέροντα, όταν μου περνούν λογισμοί υπερηφανείας και κατακρίσεως, προσπαθώ να δικαιολογώ τους άλλους. Αυτό είναι πτώση ή αγώνας;
- Αγώνας είναι. Όταν κάποιος χαζεύη με ανοιχτό το στόμα και μπη μια μύγα στο στόμα σου, θα την φτύση. Αλλά καλύτερα είναι να προσέχη να μην μπη.
- Συχνά όμως, Γέροντα, βλέποντας τί κάνουν οι άλλοι τους κατακρίνω.
- Εδώ που τα λέμε, δεν μπορείς να μη βλέπης τί γίνεται γύρω σου. Πρέπει όμως να αποκτήσης διάκριση, ώστε να δίνης στους άλλους ελαφρυντικά και να τους δικαιολογής. Τότε θα τους βλέπης σε καλή κατάσταση.
- Γέροντα, την ώρα της Ακολουθίας έχω λογισμούς γιατί μια αδελφή δεν έρχεται στο αναλόγιο να ψάλη, γιατί μια άλλη ψάλλει σιγανά, και συνέχεια κατακρίνω.
- Ε, καλά, γιατί δεν σκέφτεσαι ότι η αδελφή ίσως είναι κουρασμένη ή είχε έναν πόνο και δεν μπόρεσε να κοιμηθή ,και γι’ αυτό δεν μπόρεσε να κοιμηθή, και γι’ αυτό δεν ψάλλει; Ξέρω αδελφές που, και άρρωστες να είναι και να μη μπορούν να σύρουν τα πόδια τους από τον πυρετό, θα αγωνισθούν να μη γίνη αυτό αντιληπτό ,για να μην τις πουν να φύγουν από το διακόνημα και πάη άλλη αδελφή στην θέση τους και δυσκολευθή. Αυτό δεν σε συγκινεί;
- Με συγκινεί, Γέροντα, αλλά δεν καταφέρνω πάντα να δικαιολογήσω μια αδελφή, όταν φέρεται άσχημα.
- Σκέφθηκες ποτέ ότι η αδελφή μπορεί να φέρεται άσχημα ,για να κρύψη την αρετή της; Εγώ γνωρίζω ανθρώπους που κάνουν επίτηδες αταξίες και τους κακολογούν όσοι δεν ασχολούνται με τον εαυτό τους. Ή μπορεί κάποια αδελφή να φερθή άσχημα, επειδή είναι κουρασμένη, αλλά αμέσως μετανιώνει∙ εσύ την κατακρίνεις ,ενώ εκείνη έχει ήδη μετανιώσει για την άσχημη συμπεριφορά της. Στα μάτια των ανθρώπων είναι ταπεινωμένη, στα μάτια όμως του Θεού είναι ψηλά.
- Γέροντα, έχω μια στενότητα∙ δεν έρχομαι στην θέση του άλλου, για να τον δικαιολογήσω.
- Να βλέπης με πόνο τον άλλον που σφάλλει και να δοξάζης τον Θεό για όσα σου έχει δώσει, γιατί μετά ο Θεός θα σου πη: «Εγώ, παιδί μου, τόσα σου έδωσα, κι εσύ γιατί μου φέρθηκες σκληρά;». Να βλέπης το παρελθόν του ανθρώπου, τις ευκαιρίες που του δόθηκαν να καλλιεργήση τον εαυτό του και τις ευκαιρίες που είχες εσύ και δεν τις αξιοποίησες. Έτσι θα συγκινηθής από τις δωρεές που σου χάρισε ο Θεός, θα Τον δοξολογήσης γι’ αυτές και θα ταπεινωθής, επειδή δεν ανταποκρίθηκες . Παράλληλα θα νιώσης αγάπη και πόνο για τον αδελφό που δεν είχε τις δικές σου ευκαιρίες και θα κάνης γι’ αυτόν καρδιακή προσευχή.
Υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν εγκλήματα μεγάλα, αλλά έχουν πολλά ελαφρυντικά. Ποιός ξέρει οι άνθρωποι αυτοί πώς είναι στα μάτια του Θεού; Εάν δεν μας βοηθούσε ο Θεός ,μπορεί κι εμείς να ήμασταν αλήτες. Κάποιος εγκληματίας έκανε λ.χ. είκοσι εγκλήματα και τον κατακρίνω και δεν σκέφτομαι τί παρελθόν έχει. Ποιός ξέρει πόσα εγκλήματα μπορεί να έκανε ο πατέρας του!... Από μικρό παιδί τί κλοπές θα τον έβαζαν να κάνη! Ύστερα, όταν ήταν νέος, πόσα χρόνια θα έζησε μέσα στις φυλακές και θα καθοδηγήθηκε από άλλους έμπειρους φυλακισμένους. Αυτός θα μπορούσε να είχε κάνει όχι είκοσι αλλά σαράντα εγκλήματα και συγκρατήθηκε. Ενώ εγώ με την κληρονομικότητα κι με την αγωγή που είχα, θα έπρεπε τώρα να έκανα θαύματα. Έκανα; Όχι. Άρα είμαι αναπολόγητος . Αλλά , ακόμη και είκοσι θαύματα να έκανα , ενώ μπορούσα να κάνω σαράντα , πάλι θα ήμουν αναπολόγητος. Με αυτούς τους λογισμούς διώχνουμε την κατάκριση και ανοίγουμε μία ρωγμή στην σκληρή καρδιά μας.

Πώς θα απαλλαγούμε από τα πάθη μας

- Γέροντα, γιατί πέφτω συνέχεια στην γαστριμαργία;
- Γιατί εκεί έχεις αδυναμία. Ο διάβολος πολεμάει το φυλάκιο που είναι αδύνατο∙ τα άλλα που είναι οχυρωμένα καλά δεν τα χτυπάει. «Αν καταλάβω αυτό το φυλάκιο, λέει, εύκολα θα καταλάβω ένα-ένα και όλα τα άλλα φυλάκια». Γι’ αυτό, το αδύνατο φυλάκιο πρέπει να το οχυρώσης καλά.
- Γέροντα, πελαγώνω, όταν βλέπω τα πάθη μου.
- Να μην πελαγώνης ούτε να δειλιάζης. Με θάρρος να παίρνης ένα-ένα τα πάθη σου, αρχίζοντας τον αγώνα σου από το πιο μεγάλο. Στην αρχή βοηθάει να μην τα λεπτολογής , αλλά να χτυπάς και να ξερριζώνης τα πιο χοντρά που βλέπεις. Και καθώς θα αχρηστεύωνται οι ρίζες των μεγάλων παθών, θα ξεραίνωνται και οι λεπτές ρίζες από τα μικρότερα πάθη. Επομένως, όταν ξερριζώσης ένα μεγάλο πάθος, μαζί με αυτό θα ξερριζωθούν και άλλα μικρότερα.
- Γιατί, Γέροντα, ενώ παίρνω πολλές αποφάσεις να αγωνισθώ με ζήλο κατά των παθών μου, τελικά δεν τις πραγματοποιώ;
- Γιατί παίρνης πολλές αποφάσεις μαζί. Τα πάθη, όπως και οι αρετές, αποτελούν μια αλυσίδα. Το ένα πάθος είναι συνδεδεμένο με το άλλο και η μία αρετή με την άλλη, όπως τα βαγόνια είναι ενωμένα το ένα με το άλλο και όλα ακολουθούν το πρώτο. Αν λοιπόν αποφασίσης να αγωνισθής για αρκετό διάστημα, για να κόψης ένα συγκεκριμένο πάθος και να καλλιεργήσης την αντίστοιχη αρετή, θα το πετύχης. Και μαζί μ’ αυτό το πάθος που θα κόψης, θα απαλλαγής και από άλλα πάθη και θα αναπτυχθούν οι αντίστοιχες αρετές. Ας πούμε ότι ζηλεύεις∙ αν αγωνισθής να μη ζηλεύης, θα καλλιεργήσης την αγάπη, την καλωσύνη, και συγχρόνως θα απαλλαγής από τον θυμό, από την κατάκριση, από την κακία, από την λύπη.
- Γέροντα, ένα πάθος ή μια κακή συνήθεια είναι καλύτερα να τα κόψης μια και έξω ή σιγά-σιγά;
- Αν μπορής να τα κόψης μια και έξω, είναι καλύτερα, γιατί διαφορετικά αφήνουν… δέκατα. Δεν χρειάζεται καθυστέρηση. Όταν περνάη κανείς ένα ποτάμι, ιδίως χειμώνα καιρό, προσπαθεί να το περάση όσο πιο γρήγορα μπορεί, γιατί θα παγώση. Αν το περάση γρήγορα, μέχρι να κρυώση, θα ζεσταθή πάλι. Βλέπεις, και τα άλογα, όταν τα δένουν, αν θέλουν να ελευθερωθούν, κόβουν το σχοινί απότομα. Με το πειρασμό θέλει απότομα κόψιμο το σχοινί.
- Γέροντα, ο Αββάς Ισαάκ λέει: «Απάθεια είναι ,όχι το να μην αισθάνεται κανείς τα πάθη, αλλά το να μη δέχεται αυτά». Μπορεί και ο απαθής να έχη προσβολή από πάθη;
- Μπορεί∙ αλλά, ό,τι και να του πετάξη ο διάβολος , καίγεται από την θεία φλόγα που έχει ανάψει μέσα του. Ο διάβολος δεν παύει να προσβάλλη τον άνθρωπο, αλλά, όταν ο άνθρωπος δεν δέχεται τις προσβολές του εχθρού, τότε καθαρίζει η καρδιά του και κατοικεί πια μέσα του ο Χριστός. Η καρδιά του μετατρέπεται σε καμίνι, σε «βάτο καιομένη», και ό,τι και να πέση μετά μέσα καίγεται.

Τα πάθη ξερριζώνονται, εύκολα όσο είναι τρυφερά

- Γέροντα, βλέπω ότι έχω πολλά πάθη.
- Ναι, έχεις πολλά πάθη, αλλά και νειάτα έχεις και παλληκαριά έχεις ,για να δουλέψεις και να βγάλης από το περιβόλι σου τα αγκάθια και να βάλης κρίνα, ζουμπούλια, τριαντάφυλλα και να αγάλλεσαι μετά μέσα στο περιβόλι σου. Τώρα που είσαι νέα, τα πάθη είναι «τρυφερά» και εύκολα ξερριζώνονται. Βλέπεις, και τα αγριόχορτα – και αγκάθια να είναι- , όταν είναι ακόμη τρυφερά, εύκολα ξερριζώνονται∙ ενώ όταν μεγαλώσουν, σκληραίνουν και δύσκολα μπορείς να τα πιάσης, για να τα ξερριζώσης. Και η τσουκνίδα, όταν βγάζη τα πρώτα φύλλα, δεν διαφέρει στην απαλάδα από τον βασιλικό∙ μπορείς να την πιάσης και να την μυρίσης, γιατί είναι τρυφερή. Γι’ αυτό να προσπαθήσης να ξερριζώσης τα πάθη σου, όσο είσαι νέα, γιατί, αν τα αφήσης, θα αιχμαλωτισθή η ψυχή σου σε διάφορες επιθυμίες και θα είναι δύσκολο να ελευθερωθής από αυτές.
Όσοι από νέοι δεν ξερριζώνουν τα πάθη τους, υποφέρουν πολύ στα γεράματα , διότι γερνάνε με τα πάθη, τα οποία γίνονται «παλιά κακά» δυσκολοθεράπευτα. Όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος , αρχίζει να αγαπά τα πάθη του. Έρχεται η ηλικία της αγάπης, της στοργής και γίνεται πιο επιεικής στον εαυτό του. Εξασθενεί και η θέληση και ο αγώνας κατά των παθών γίνεται πιο δύσκολος. Ο νέος έχει ζωντάνια∙ εάν αξιοποιήση αυτήν την ζωντάνια στο ξερρίζωμα των παθών, προκόβει.

Από την φιλαυτία γεννιούνται όλα τα πάθη

- Γέροντα, τι σημαίνει φιλαυτία;
- Το να κάνης τα χατήρια του παλαιού σου ανθρώπου, να αγαπάς δηλαδή τον παλαιό σου άνθρωπο. Και η γαστριμαργία και ο εγωισμός και το πείσμα και η ζήλεια πρακτορείο τους έχουν την φιλαυτία. Και βλέπεις, άλλος από φιλαυτία ζητάει το βόλεμά του, την ανάπαυσή του ,και δεν λογαριάζει κανέναν. Άλλος φροντίζει σχολαστικά για το φαγητό του, για τον ύπνο του, μην τυχόν και πάθη τίποτε η υγεία του. Άλλος ζητά να τον υπολογίζουν, να τον εκτιμούν∙ λίγο να μην του δώσουν σημασία, να μην κάνουν το θέλημά του ,αντιδράει. Σου λέει: «Γιατί δεν με υπολόγισαν; Θα τους δείξω εγώ». Πα-πα, φοβερό πράγμα η φιλαυτία!
- Γέροντα, πώς μπορεί να λέη κανείς : «Ένεκά σου θανατούμεθα όλην την ημέραν»;
- Αν θυσιάζη το θέλημά του για χάρη του άλλου. Το θέλημα έχει τον εαυτό μας μέσα, έχει φιλαυτία. Όποιος δεν εξετάζει αν αυτό που αναπαύει τον εαυτό του αναπαύη και τον άλλον και αρχίζει με μια απαίτηση: «θέλω εκείνο, θέλω το άλλο», ή «γιατί δεν μου το έκανες εκείνο, γιατί δεν μου το έκανες το άλλο;», αυτός τελικά θα κανοναρχήται από τον διάβολο.
- Μερικοί, Γέροντα, όταν δεν γίνεται αυτό που θέλουν, δεν μπορούν να ησυχάσουν.
- Πώς να ησυχάσουν, αφού έχουν τον εαυτό τους μέσα σ’ αυτό που θέλουν; Αν κανείς έχη τον εαυτό του σε ό,τι θέλει, μπορεί να έχη και τον Χριστό; Όταν όμως δεν έχη τον εαυτό του και έχη το ένα, το κυριώτερο, δηλαδή τον Χριστό, τότε τα έχει όλα. Όταν δεν έχη τον Χριστό, τίποτε δεν έχει. Αν ο άνθρωπος πετάξη τον εαυτό του, ο Θεός του τα δίνει όλα κατά τρόπο θαυμαστό.
- Γέροντα, εγώ, όταν μας μιλάτε για το πέταμα του εαυτού μας αισθάνομαι έναν φόβο, μήπως δεν αντέξω.
- Ε, τί πάθαμε! Είναι σαν να λες: « Αν πετάξω τα πάθη, τι θα έχω μετά;». Γιατί, όταν λέω να πετάξουμε τον εαυτό μας, εννοώ να πετάξουμε τα πάθη μας, να απεκδυθούμε τον παλαιό μας άνθρωπο. Για τον μεγάλο που έχει επίγνωση είναι λιγάκι βαρύ να πη: «Δεν μπορώ να πετάξω τον εαυτό μου». Αν σου πουν: « πάρε το βαριό και γκρέμισε αυτόν τον τοίχο» κι εσύ είσαι μαθημένη με την πέννα, δικαιολογείται να πης: «δεν μπορώ». Αλλά για την απέκδυση του παλαιού ανθρώπου δεν χρειάζονται δυνάμεις σωματικές∙ ταπείνωση χρειάζεται.

Από το άνοστο να γεύεσθε Χριστό

Φιλαυτία είναι και η επιθυμία να φάη ή να ξεκουραστή κανείς παραπάνω από όσο του είναι απαραίτητο. Κανονικά πρέπει να δίνουμε στο σώμα μόνον αυτό που έχει ανάγκη. Άλλο επιθυμία και άλλο ανάγκη. Άλλο είναι να θέλω να ευχαριστήσω το σώμα και άλλο να δώσω στο σώμα αυτό που έχει ανάγκη. Ας υποθέσουμε ότι έχω μπροστά μου δυο φαγητά ίδια σε βιταμίνες, αλλά το ένα είναι πιο νόστιμο από το άλλο. Αν προτιμήσω το νοστιμότερο, αυτό έχει φιλαυτία. Αν όμως έχω ανορεξία, επειδή είμαι φιλάσθενος, και προτιμήσω το νοστιμότερο, για να μπορέσω να το φάω, αυτό έχει διάκριση.
Μπορεί το σώμα , ο «κακός τελώνης», όπως το λέει ο Αββάς Μακάριος, να ζητάη παραπάνω, γιατί και ο οργανισμός είναι όπως τον συνηθίση κανείς. Όταν ο άνθρωπος έχη το στομάχι περιορισμένο, τότε εύκολα μπορεί να κάνη μια εγκράτεια∙ διαφορετικά γίνεται δούλος στο στομάχι του, γιατί και το στομάχι μετά έχει ανάγκη να γεμίζη. Να, πάρε έναν που είναι πολύ χονδρός ∙ αυτός, τόση αποθήκη που έχει κάνει, θέλει να βάλη τουλάχιστον μισό μοσχάρι μέσα, για να χορτάση, και να πιή μετά και δυο μπετόνια νερό!
- Παλιά, Γέροντα, οι άνθρωποι είχαν πιο δυνατό οργανισμό ή βίαζαν τον εαυτό τους;
- Είχαν φυσικά και λίγο πιο δυνατό οργανισμό, αλλά βίαζαν και τον εαυτό τους. Ο Χατζη-Γιώργης στα καλογέρια του έδινε κάθε μέρα λίγο μέλι και καρύδια. Και ήταν παιδιά δεκαπέντε χρονών, πάνω στην ανάπτυξη, αλλά είχαν την πνευματική ανάπτυξη! Σήμερα μπαίνει μια κοσμική λογική: «να μη νηστέψουν τα παιδιά, για να μην αρρωστήσουν, να μη λείψη τίποτε από τα παιδιά, για να μη δυσκολευθούν», και τελικά ζουν κακομοιριασμένα και θέλουν μπριζόλες συνέχεια, αλλά και πάλι αυτό δεν τα βοηθάει σε τίποτε.
Αν χαίρεται κανείς, όταν δεν τρώη για την αγάπη του Χριστού, τότε τρέφεται. Αν προτιμάη το άνοστο από το νόστιμο για την αγάπη του Χριστού, τότε από το άνοστο γεύεται Χριστό.

Η αγάπη του εαυτού μας νικά την αγάπη προς το πλησίον μας

- Γέροντα, σήμερα ένα γεροντάκι δυσκολευόταν να ανεβή τις σκάλες της εκκλησίας και, ενώ περνούσαν πολλοί από ‘κει ,κανένας δεν πήγαινε να το βοηθήση.
- «Και ιερείς ιδών αυτόν αντιπαρήλθε … και λευίτης ιδών αυτόν αντιπαρήλθεν». Έχουν δίκαιο… Δεν ξέρουν …δεν άκουσαν ποτέ το Ευαγγέλιο του καλού Σαμαρείτη!... Τί να πω; Αγαπάμε τον εαυτό μας, δεν αγαπάμε τους άλλους. Η αγάπη του εαυτού μας νικά την αγάπη προς το πλησίον μας ,γι’ αυτό κινούμαστε έτσι. Όποιος όμως αγαπά τον εαυτό του περισσότερο από τους άλλους, δεν ζη σύμφωνα με το πνεύμα του Ευαγγελίου. Και ο Χριστός, αν σκεφτόταν τον Εαυτό Του, θα καθόταν στον Ουρανό∙ δεν θα ερχόταν στην γη να ταλαιπωρηθή, να σταυρωθή, για να μας σώση.
Σήμερα, λίγο-πολύ, στους περισσότερους ανθρώπους υπάρχει φιλαυτία∙ δεν υπάρχει το πνεύμα της θυσίας. Έχη μπη το πνεύμα: «να μην πάθω εγώ κακό». Ξέρετε πόσο πονάω ,όταν βλέπω τί κόσμος υπάρχει!... Τώρα που ήμουν στο Νοσοκομείο, μια μέρα χρειάστηκε να σηκώσουν έναν άρρωστο κατάκοιτο, για να τον μεταφέρουν σε άλλο θάλαμο. Ήταν ένας νοσοκόμος που, ενώ αυτή ήταν η δουλειά του, δεν πήγε να βοηθήση καθόλου. «Δεν μπορώ, μου πονάει η μέση», είπε με μια αδιαφορία! Πα-πα ,βλέπεις άνθρωπο απάνθρωπο! Και να δης, μια νοσοκόμα, που είχε δυο παιδάκια και περίμενε και τρίτο, ζορίστηκε η καημένη μαζί με μια άλλη και τον σήκωσαν. Τον εαυτό της δεν τον σκέφθηκε καθόλου. Ξέχασε ότι ήταν σε τέτοια κατάσταση κι έτρεξε να βοηθήση τον άρρωστο! Όταν βλέπω έναν άνθρωπο να δυσκολεύεται, να μην έχη κουράγιο και να γίνεται θυσία, για να εξυπηρετήση τους άλλους, ξέρετε τί χαρά μου δίνει; Ω, μεγάλη χαρά! Η καρδιά μου σκιρτάει. Νιώθω να έχω συγγένεια μαζί του, γιατί και αυτός έχει συγγένεια με τον Θεό.

Τσιμέντο να γίνουν οι άλλοι!

- Γέροντα, σήμερα, ενώ πολύς κόσμος περίμενε να σας δη, κάποιος νεαρός δεν περίμενε στη σειρά του∙ τους προσπέρασε όλους.
- Ναι, ήρθε και μου είπε: « Είναι ανάγκη να σε δω. Πήγα στο Άγιον Όρος και δε σε βρήκα και ήρθα εδώ». «Καλά, του λέω, δε βλέπεις τί κόσμος περιμένει; να σταματήσουν όλοι, για να ασχοληθώ τώρα μ’ εσένα;». «Ναι, Πάτερ», μου λέει. Ακούς κουβέντα; Και να είναι οι άλλοι στις σκάλες όρθιοι, στρυμωγμένοι, μεγάλοι, άρρωστοι , γυναίκες με μικρά παιδιά… κι εκείνος να επιμένη. Και δεν ήταν ότι είχε ένα σοβαρό θέμα∙ χαζομάρες ήταν αυτά που ήθελε να μου πη. Κατάλαβες; Τσιμέντο να γίνουν οι άλλοι!
Να σκεφθήτε, έρχονται μερικοί και μου λένε: « Πάτερ, σήμερα να κάνης προσευχή μόνο για μένα, για κανέναν άλλον». Τέτοια απαίτηση! Είναι σαν να λένε: «Μ’ αυτήν την αμαξοστοιχία θα ταξιδέψω μόνον εγώ∙ να μην μπη κανένας άλλος». Αφού πάει και πάει το τραίνο, γιατί να μην μπουν και άλλοι μέσα;
- Γέροντα, ποιό νόημα έχει αυτό που είπε ο Χριστός: «Ός αν θέλη την ψυχήν αυτού σώσαι, απολέσει αυτήν»;
- Εννοεί να «απολέση» ο άνθρωπος την ζωή του, με την καλή έννοια. Να μην υπολογίζη την ζωή του ,να θυσιάζη την ζωή του για τον άλλον. «Μηδείς το εαυτού ζητείτω αλλά το του ετέρου έκαστος», λέει ο Απόστολος Παύλος. Όλη η βάση στην πνευματική ζωή εδώ είναι: να ξεχνάω τον εαυτό μου με την καλή έννοια και να σκέφτομαι τον άλλον, να συμμετέχω στον πόνο, στην δυσκολία του άλλου. Να μην κοιτάζω πώς να ξεφύγω την δυσκολία, αλλά πώς να βοηθήσω τον άλλον, πώς να τον αναπαύσω.
- Πώς θα καταλαβαίνω, Γέροντα, τί αναπαύει τον άλλον, για να το κάνω;
- Αν έρχεσαι στην θέση του άλλου, τότε θα καταλαβαίνης τί αναπαύει τον άλλον. Αν όμως μένης κλεισμένη στο καβούκι σου, πώς θα καταλάβης τί αναπαύει τον άλλον;
Στην εποχή μας οι πιο πολλοί κοιτάζουν πώς να πάρουν την θέση του άλλου και όχι πώς να έρθουν στην θέση του άλλου, για να τον καταλάβουν. Παρατηρώ καμμιά φορά πώς μερικοί, ακόμη και όταν πάνε να κοινωνήσουν ,δεν περιμένουν στην σειρά τους. Καθένας λέει: «εγώ έχω δουλειά και βιάζομαι» και δεν σκέφτεται : «άραγε είμαι άξιος να κοινωνήσω;» ή «μήπως ο άλλος είναι πιο βιαστικός από μένα;». Τίποτε! κοινωνούν και φεύγουν. Εδώ, ακόμη και να στερηθής την Θεία Κοινωνία για χάρη του άλλου, πρέπει να χαίρεσαι. Κι αν ο ιερεύς έχη μόνο μία μερίδα, μόνο έναν μαργαρίτη, και βρεθή κάποιος άρρωστος που είναι ετοιμοθάνατος και χρειάζεται να κοινωνήση, τότε πρέπει να χαρής που δεν θα κοινωνήσης εσύ, για να κοινωνήση ο άρρωστος. Αυτό θέλει ο Χριστός. Έτσι έρχεται ο Χριστός μέσα στην καρδιά και πλημμυρίζει κανείς από χαρά.

Να μην προσκυνάμε την ανάπαυση

- Όταν, Γέροντα, λέω: «Τόσο μπορώ να δουλέψω, αυτή είναι η αντοχή μου», από φιλαυτία το λέω;
- Όσο κάθεται κανείς, τόσο χαλαρώνει∙ όσο δουλεύει, τόσο δυναμώνει. Εκτός που διώχνει την μούχλα με την δουλειά, βοηθιέται και πνευματικά.
Ο σκοπός είναι να φθάση να χαίρεται ο άνθρωπος περισσότερο από την κακοπάθεια παρά από την καλοπέραση. Αν ξέρατε πώς ζουν μερικά γεροντάκια εκεί στο Άγιον Όρος, αλλά και τί χαρά νιώθουν! Να, ένα γεροντάκι, που έμενε μόνο του ένα χιλιόμετρο πιο πέρα από το Καλύβι μου, τί αυταπάρνηση είχε! Το Καλύβι του ήταν ψηλά, σε ένα πολύ απότομο μέρος ,και το καημένο αρκουδώντας κατέβαινε από το μονοπάτι να πάη σε ένα άλλο γεροντάκι πιο κάτω, όταν χρειαζόταν κάτι. Ήθελαν να το πάρουν στο γηροκομείο ,αλλά δεν δεχόταν, και όλοι μετά έλεγαν: «αυτός είναι πλανεμένος», γιατί καθόταν μόνος του εκεί. Μια μέρα που ήρθε στο Καλύβι, μου είπε για ποιόν λόγο δεν ήθελε να φύγη: Όταν ζούσε ο Γέροντάς του, το Καλύβι τους δεν είχε ναό και εκείνος παρακαλούσε τον Γέροντά του να κάνουν ναό. «Ας κάνουμε ναό, του είπε τελικά ο Γέροντας του, αλλά μετά δεν πρέπει να ποτέ να φύγης από ‘δω ,γιατί θα μένη στο Ιερό ο Φύλακας Άγγελος και δεν κάνει να τον αφήσης μόνον». Τότε αυτός του υποσχέθηκε ότι θα μείνη για πάντα στο Καλύβι, και έτσι έκαναν τον ναό. Τελευταία είχε γκρεμισθή και το Κελλί του και έμενε μέσα στην εκκλησία∙ κοιμόταν σε ένα στασίδι. Τέτοια αυταπάρνηση! Είχα φροντίση να έχη μερικά ρούχα ,για να αλλάζη τουλάχιστον, γιατί υπέφερε από τα έντερα και είχε κοψίματα. Μια μέρα έστειλα έναν γνωστό γιατρό να πάη να τον δη. Πήγε με έναν άλλον, χτυπούν, ξαναχτυπούν, τίποτε. Όταν άνοιξαν ,τον βρήκαν πεθαμένο στο στασίδι που μένε, σκεπασμένο με μια κουβέρτα. Εκεί ανεπαύθη εν Κυρίω!
Η σκληρότητα στην ζωή μας για την αγάπη του Χριστού φέρνει στην καρδιά την τρυφεράδα του Χριστού. Οι θείες ηδονές γεννιούνται από τις σωματικές οδύνες. Οι Πατέρες έδωσαν αίμα και έλαβαν πνεύμα. Με ιδρώτα και κόπο πήραν την Χάρη. Πέταξαν τον εαυτό τους και τον βρήκαν στα χέρια του Θεού.
Πολύ με συγκίνησε το συναξάρι των Αγίων Ασκητών του Σινά. Πέντε χιλιάδες ασκητές έζησαν στο Σινά και πόσοι άλλοι στο Άγιον Όρος! Χίλια χρόνια πόσοι Πατέρες αγίασαν! Αλλά και οι Ομολογητές και οι Μάρτυρες τί τράβηξαν! Και εμείς γκρινιάζουμε για την παραμικρή ταλαιπωρία. Ζητάμε να αποκτήσουμε χωρίς κόπο την αγιότητα. Σπανίζει η αυταπάρνηση. Ούτε εμείς οι μοναχοί δεν καταλάβαμε ότι «τα καλά κόποις κτώνται» και έχουμε την επιείκεια στον εαυτό μας∙ δικαιολογούμε τον εαυτό μας και βρίσκουμε ελαφρυντικά για το καθετί. Από ‘κει ξεκινάει το κακό. Και ο διάβολος βρίσκει δικαιολογίες για τον κάθε άνθρωπο, αλλά τα χρόνια περνάνε.
Γι’ αυτό να μην ξεχνιώμαστε∙ να θυμώμαστε και λίγο ότι υπάρχει και θάνατος. Μια που θα πεθάνουμε, να μην προσέχουμε και τόσο πολύ το σώμα∙ όχι να μην προσέχουμε και να παθαίνουμε ζημιές, αλλά να μην προσκυνούμε την ανάπαυση.

Τί τον κρατάς τον εαυτό σου για τον εαυτό σου;

- Γέροντα, έχω τον λογισμό μήπως δεν φταίει η λίγη αντοχή μου που κουράζομαι εύκολα αλλά κάτι άλλο.
- Ναι, αν υπήρχε η θεία φλόγα μέσα σου, τότε όλα θα ήταν διαφορετικά.
- Γέροντα, πώς θα αποκτήσω αυτή την θεία φλόγα;
- Αν ξεχνάς τον εαυτό σου και σκέφτεσαι τους άλλους.
- Μου φαίνεται δύσκολο να το κάνω πάντοτε αυτό.
- Τουλάχιστον προσπάθησε να σκέφτεσαι και α φροντίζης τους άλλους όπως σκέφτεσαι και φροντίζης τον εαυτό σου. Έτσι ,σιγά-σιγά θα φθάσης να αδιαφορής για τον εαυτό σου , με την καλή έννοια, και να σκέφτεσαι πάντα τους άλλους. Και τότε βέβαια θα σε σκέφτεται και ο Θεός , θα σε σκέφτωνται και οι άλλοι∙ μόνο να μην το κάνης, για να σε σκέφτωνται οι άλλοι!...
- Τελικά, Γέροντα, αυτό που με βασανίζει είναι ο εαυτός μου.
- Ναι, βρε παιδί μου, πέταξε τον εαυτό σου. Αν πετάξης τον εαυτό σου , μετά θα πετάς. Τί τον κρατάς τον εαυτό σου για τον εαυτό σου; Το κομμάτι της αγάπης που κρατάς για τον εαυτό σου, το αφαιρείς από την ολοκληρωτική αγάπη που πρέπει να έχης για τους άλλους.
- Γέροντα, πώς θα πετάξω τον εαυτό μου;
- Όσο μπορείς, να βγάζης τον εαυτό σου έξω από τις ενέργειές σου και να βάζης μέσα τους άλλους. Προσπάθησε αυτό που θέλεις για τον εαυτό σου να το δίνης στους άλλους. Να δίνης- να δίνης, χωρίς να υπολογίζης τον εαυτό σου. Όσο θα δίνης, τόσο θα παίρνης, γιατί ο Θεός θα σου δίνη άφθονη την Χάρη Του και την αγάπη Του∙ θα σε αγαπάη πολύ, καθώς κι εσύ πολύ θα Τον αγαπάς, γιατί θα πάψης να αγαπάς τον εαυτό σου , ο οποίος σου ζητάει να τρέφεσαι από τον εγωισμό και την υπερηφάνεια, και όχι από την Χάρη του Θεού που δίνει όλες τις βιταμίνες στην ψυχή και την θεία αλλοίωση στην σάρκα, και κάνει τον άνθρωπο να ακτινοβολή. Θα εύχωμαι πολύ γρήγορα να τα νιώσης όλα αυτά, για να απαλλαγής από το βάσανο της φιλαυτίας.
- Μπορεί, Γέροντα, να αγωνίζωμαι να απαλλαγώ από την φιλαυτία μου, και πάλι να έχω τον εαυτό μου σε ό,τι κάνω;
- Πώς αγωνίζεσαι; Τον πετάς τον εαυτό σου; Ό,τι είναι σιχαμερό το πετάει κανείς∙ πρέπει όμως να καταλάβη ότι είναι σιχαμερό. Άμα δεν το σιχαθή, δεν το πετάει. Θέλω να πω, και τον παλαιό σου άνθρωπο, για να τον πετάξης, πρέπει να τον σιχαθής. Με μουδιασμένα πράγματα δεν γίνεται προκοπή.

Να στρέψουμε τον θυμό εναντίον των παθών

- Γέροντα, θέλω να απαλλαγώ από τον θυμό. Βλέπω πόσο ανάρμοστο είναι να θυμώνη ο μοναχός.
- Ο θυμός, ο καθαρός θυμός , είναι δύναμη της ψυχής. Εάν ο εκ φύσεως πράος βοηθιέται μιας φορά από τον χαρακτήρα του για την πνευματική του πρόοδο, ο θυμώδης βοηθιέται δυο φορές από την δύναμη που έχει ο χαρακτήρας του, αρκεί την δύναμη αυτή του θυμού να την αξιοποιήση κατά των παθών του και του πονηρού. Αν δεν την αξιοποιήση, θα την εκμεταλλευθή ο διάβολος. Ο εκ φύσεως ήπιος , εάν δεν αγωνισθή να αποκτήση ανδρισμό, δεν μπορεί να κάνη άλματα. Ενώ ο θυμώδης, εάν πάρη μια γενναία απόφαση και στρέψη τον θυμό του εναντίον του κακού, πάει, πήδησε. Γι’ αυτό τα άλματα στην πνευματική ζωή τα κάνουν όσοι έχουν παλαβή φλέβα.
- Καταλαβαίνω, Γέροντα, ότι θα έπρεπε να θυμώνω με τον διάβολο κι όχι με τις αδελφές.
- Κοίταξε, στην αρχή θυμώνει κανείς με τους άλλους∙ ύστερα, αν αγωνισθή , θα θυμώνη με το ταγκαλάκι και στο τέλος φθάνει να θυμώνη μόνο με τον παλαιό του άνθρωπο, με τα πάθη του. Προσπάθησε λοιπόν να θυμώνης μόνον με το ταγκαλάκι και εναντίον των παθών σου και όχι με τις αδελφές.
- Γέροντα, ο θυμός, το πείσμα, που έχω είναι παιδικά πάθη;
- Όχι, ευλογημένη! Ένα μικρό παιδί δικαιολογείται να θυμώση, να χτυπήση τα πόδια του κάτω, να φωνάξη: «δεν θέλω, δεν θέλω!». Όταν όμως μεγαλώση, πρέπει να τα αποβάλη αυτά και να κρατήση την παιδική απλότητα, την αθωότητα∙ όχι να κρατήση και τις παιδικές ανοησίες. Και βλέπεις μερικοί πού φθάνουν μετά!... Όταν θυμώνουν ,χτυπούν το κεφάλι τους στον τοίχο- ευτυχώς που ο Θεός οικονόμησε να είναι γερά τα κεφάλια και δεν παθαίνουν τίποτε!... Άλλοι σχίζουν τα ρούχα τους! Ήταν κάποιος που κάθε μέρα έσχιζε ένα πουκάμισο. Το έκανε κομμάτια. Ξεσπούσε σ’ εκείνο, για να μην ξεσπάση στους άλλους.
- Δηλαδή, Γέροντα, ο θυμός είναι ένα ξέσπασμα;
- Ναι, αλλά δεν είναι καλύτερα να ξεσπάη κανείς στον παλαιό του άνθρωπο και όχι στους άλλους;



Η σωτήριος υπομονή

«Μακάριος ανήρ, ος υπομένει π
ειρασμόν»

- Γέροντα, όταν περνούμε κάποιον πειρασμό, μια μεγάλη δοκιμασία, τι να κάνουμε;
- Τι να κάνετε; Υπομονή να κάνετε. Η υπομονή είναι το ισχυρότερο φάρμακο που θεραπεύει τις μεγάλες και μακροχρόνιες δοκιμασίες. Οι περισσότερες δοκιμασίες μόνο με την υπομονή περνούν. Η μεγάλη υπομονή ξεδιαλύνει πολλά και φέρνει θεϊκά αποτελέσματα∙ εκεί που δεν περιμένεις την λύση, δίνει ο Θεός την καλύτερη λύση.
Να ξέρετε ότι ο Θεός ευαρεστείται ,όταν ο άνθρωπος περνά δοκιμασίες και υπομένη αγόγγυστα δοξάζοντας το άγιο όνομά Του . «Μακάριος ανήρ ος υπομένει πειρασμόν», λέει ο Άγιος Ιάκωβος. Γι’ αυτό να προσευχώμαστε να μας δίνη ο Καλός Θεός υπομονή, ώστε να τα υπομένουμε όλα αγόγγυστα και με δοξολογία.
Η ζωή μας σ’ αυτόν τον κόσμο είναι μια συνεχής άσκηση και ο καθένας μας ασκείται με διαφορετικό τρόπο. Να σκέφτεσθε τι τράβηξε ο Χριστός σ’ εκείνα τα δύσκολα χρόνια ! Πόσα προβλήματα του δημιουργούσαν οι Εβραίοι και δεν μιλούσε καθόλου! Ενώ είχε πληροφορία από τον Θεό ότι θα πάη στην Ρώμη, έμεινε στην φυλακή δυο χρόνια ,γιατί ο ηγεμόνας καθυστερούσε την δίκη. Ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος πάλι τι υπέφερε! Για έναν μικρό γογγυσμό υπέστη ναυάγιο… Βλέπετε, επιτρέπει ο Θεός να ταλαιπωρηθούν για μικρά πράγματα οι Άγιοι, για να έχουμε εμείς παραδείγματα, ώστε να αντιμετωπίζουμε τους πειρασμούς με υπομονή ,με προσευχή, αλλά και με χαρά.

Για να υπομείνης τον άλλον , πρέπει να τον αγαπήσης

- Γέροντα, πώς αποκτιέται η υπομονή;
- Η υπομονή έχει βάση την αγάπη. «Η αγάπη πάντα υπομένει», λέει ο Απόστολος. Για να υπομείνης τον άλλον, πρέπει να τον αγαπήσης, να τον πονέσης. Αν δεν τον πονέσης, τον βαριέσαι.
- Γέροντα, να μιλήσω για μια δυσκολία που αντιμετωπίζω ή να σιωπήσω;
- Αν δεν μιλήσης για την δυσκολία σου από αγάπη, για να μη δυσκολέψης τους άλλους, θα διατηρήσης την ειρήνη μέσα σου. Αυτή η δυσκολία θα φέρη την ευλογία του Θεού. Καλύτερα να δυσκολευθής εσύ, παρά να δυσκολευθή ο άλλος εξαιτίας σου. Μια φορά επέστρεψα αργά στο Kελλί από την Λιτανεία της Μονής Κουτλουμουσίου. Ήμουν κατακουρασμένος και πονούσα πολύ, γιατί τότε είχα πρόβλημα με την μέση μου . Βρήκα απ’ έξω να ,με περιμένη ένα γεροντάκι ογδόντα πέντε χρονών που ήθελε να μείνη το βράδυ στο Κελλί. Είχε αφήσει και την βαλίτσα του πιο κάτω, γιατί δεν μπορούσε να την σηκώση. Αφού του εξήγησα ότι δεν μπορούσε να διανυκτερεύση σε μένα , φορτώθηκα στον ώμο μου την βαλίτσα του και τον πήγα στο ξενοδοχείο, μισή ώρα ανήφορο∙ του έδωσα και πεντακόσιες δραχμές για τα έξοδά του. Έκανα λίγη υπομονή και μετά ήμουν αναπαυμένος , γιατί αναπαύθηκε ο άλλος.
- Γέροντα, όταν η αδελφή με την οποία συνεργάζομαι είναι ζορισμένη, την λυπάμαι και την κάνω υπομονή∙ αυτό έχει μέσα αγάπη;
- Και πού ξέρεις αν δεν είσαι εσύ η αιτία που είναι η άλλη ζορισμένη και σε κάνει εκείνη υπομονή; Αν νομίζης ότι εσύ είσαι σε καλύτερη πνευματική κατάσταση και την κάνης υπομονή, τότε πρέπει να λυπάσαι τον εαυτό σου. Όταν υπάρχη πραγματική αγάπη και υπομονή, δικαιολογεί κανείς τον άλλον, και μόνον τον εαυτό του κατηγορεί. «Θεέ μου, είμαι ένοχος, λέει, μη με υπολογίζης εμένα∙ πέταξέ με στην άκρη και βοήθησε τον άλλον». Αυτή είναι η σωστή τοποθέτηση, η οποία έχει και πολλή ταπείνωση, και τότε δέχεται ο άνθρωπος πλούσια την Χάρη του Θεού. Θα εύχωμαι να γίνης «σκύμνος» πνευματικός, σαν τα μπρούντζινα λεονταράκια που με την πλάτη στηρίζουν τα μανουάλια της εκκλησίας και ούτε ταράσσονται ούτε ακούνε ούτε μιλάνε, αλλά σηκώνουν βάρος στην πλάτη τους. Αμήν.

Και η αγάπη χρειάζεται διάκριση

- Γέροντα, ο Αββάς Ποιμήν λέει: «Μάθε τι θέλει ο αδελφός και ανάπαυσέ τον». Τί θέλει να πη ακριβώς;
- Εννοεί να μάθης τι ανάγκη έχει ο αδελφός σου, ο πλησίον σου, και ανάλογα να τον αναπαύσης, με την καλή έννοια. Γιατί και η αγάπη χρειάζεται διάκριση. Αν κάποιος λ.χ. είναι γαστρίμαργος, δεν πρέπει να του δίνης συνέχεια νόστιμα φαγητά, γιατί αυτό θα τον βλάψη. Θα κάνεις νόστιμο φαγητό για έναν που έχει ανορεξία, για να μπορέση να το φάη. Ή, αν κάποιος έχη ζάχαρο και του δίνης γλυκά, αγάπη είναι αυτή;
- Γέροντα, πως γίνεται να αγαπάη κανείς το ίδιο όλους τους ανθρώπους και να τους αγαπάη με διάκριση;
- Αγαπάει όλους το ίδιο, αλλά δεν εκδηλώνει την αγάπη του σε όλους το ίδιο. Άλλον τον αγαπάει από μακριά, γιατί χρειάζεται να τον κρατήση σε απόσταση, άλλον από κοντά, ανάλογα με το τι ωφελεί τον καθένα. Σε έναν δεν πρέπει καθόλου να μιλήση, σε άλλον πρέπει να πη δυο λόγια, σε άλλον λίγα παραπάνω.
- Μπορεί , Γέροντα, η εκδήλωση της αγάπης μου να βλάψη τον άλλον;
- Αν ο άλλος έχη φιλότιμο και εσύ του δείξης πολλή αγάπη, τότε αλλοιώνεται με την καλή έννοια και προσπαθεί με κάθε τρόπο να σε ευχαριστήσει, να μη σε λυπήση. Ο αναιδής όμως, αν του δείξης πολλή αγάπη, γίνεται ακόμα πιο αναιδής, γιατί η πολλή αγάπη τους μεν φιλότιμους τους κάνει πιο φιλότιμους, τους δε αναιδείς, τους κάνει πιο αναιδείς. Οπότε, όταν δης πως δεν βοηθάς με την αγάπη σου, την λιγοστεύεις με διάκριση∙ αλλά και αυτό από αγάπη το κάνεις.
- Γέροντα, υπάρχει περίπτωση να κάνω μία θυσία με καθαρά ελατήρια και να φθάσω στην αγανάκτηση;
- Ναι, γι’ αυτό η θυσία πρέπει να γίνεται με διάκριση. Να προσέχεις να μην ξεπερνάς την αντοχή σου, γιατί και οι σωματικές δυνάμεις έχουν όριο. Όταν ξεπεράσης την σωματική αντοχή σου, τότε, αν κάποιος σου πη: «τίποτε δεν έκανες απ’ το πρωί», μπορεί να πης μέσα σου :«Βρε τον αχάριστο! Εγώ απ’ το πρωί σκοτώθηκα στην δουλειά, κι αυτός λέει ότι δεν έκανα τίποτε!». Έτσι πάνε όλα χαμένα.
- Αν, Γέροντα, προς στιγμήν μέσα μου αγανακτήσω, αλλά αμέσως σκεφθώ ότι συνέβη αυτό , γιατί τα ελατήριά μου δεν ήταν καθαρά, τότε πάλι τα χάνω όλα;
- Σ’ αυτήν την περίπτωση σου δίνει μια σπρωξιά το ταγκαλάκι κι εσύ του δίνεις μια σφαλιάρα. Οπότε τρώει το ταγκαλάκι την σφαλιάρα και φεύγει.

Ο εγωισμός πάντα φέρνει λύπη και άγχος

- Γέροντα, σκέφτομαι συνέχεια το σφάλμα μου που σας στενοχώρησε και με πιάνει λύπη.
- Μην το σκέφτεσαι, μια που πέρασε, γιατί αυτό μόνο θα σε θλίβη και δεν θα σε βοηθήση σε τίποτε. Το να προσέχης όμως στο εξής ,αυτό θα σε ωφελή. Συνέχισε με φιλότιμο τον αγώνα σου. Όλοι οι άνθρωποι κάνουμε απροσεξίες, αλλά ο Καλός Θεός σαν Πατέρας μας προστατεύει. Γι’ αυτό έχει τους Αγίους Του, γι’ αυτό έχει βάλει και από έναν Άγγελο ξεχωριστά σε κάθε άνθρωπο, για να τον προστατεύη, γι’ αυτό οικονομάει να υπάρχουν και πνευματικοί άνθρωποι, για να βοηθάνε πάλι τους ανθρώπους.
- Γέροντα, κάμπτομαι από την στενοχώρια για τις πτώσεις μου και κουράζομαι στον αγώνα μου.
- Από τον εγωισμό είναι. Επειδή δεν «κάμπτεις», γι’ αυτό αποκάμνεις μετά. Δεν υπάρχει ταπείνωση, μετάνοια, συντριβή∙ υπάρχει εγωισμός, και ο εγωισμός πάντα φέρνει λύπη και άγχος. Όταν ο άνθρωπος δεν έχη μετάνοια, αλλά στενοχωριέται από εγωισμό, από ανθραπαρέσκεια, επειδή ξέπεσε στα μάτια των άλλων, τότε υπάρχει μέσα του αγωνία, φαρμάκι, πόνος.
- Δηλαδή, Γέροντα, όταν κανείς μετά από μια πτώση του στενοχωριέται πολύ, αυτό προέρχεται πάντα από εγωισμό;
- Όχι πάντα∙ μπορεί να προέρχεται και από φιλότιμο. Και όταν η στενοχώρια είναι πολλή και προέρχεται μόνον από καθαρό φιλότιμο, τότε και η θεία παρηγοριά είναι πολλή και δυνατή και τονώνει όχι μόνον την ψυχή αλλά και το σώμα.
- Και πώς θα καταλάβω, Γέροντα, αν στενοχωριέμαι από φιλότιμο;
- Όποιος στενοχωριέται από φιλότιμο, ρίχνει το βάρος επάνω του∙ ενώ, όποιος στενοχωριέται από εγωισμό, ρίχνει το βάρος στους άλλους και λέει ότι τον αδικούν.. Θίγεται ο εγωισμός του, κατεβάζει τα μούτρα, δεν μιλάει… Να, σήμερα δυο αδελφές έκαναν μια ζημιά. Έκανα και στις δυο παρατήρηση. Και οι δύο λυπήθηκαν και έσκυψαν το κεφάλι. Η μία όμως λυπήθηκε από φιλότιμο, γιατί με στενοχώρησε με την ζημιά που έκανε, ενώ η άλλη λυπήθηκε από εγωισμό. Η πρώτη ντρεπόταν ακόμα και να με κοιτάξη. Η άλλη, για να μη χάση την υπόληψή της, πήγε αμέσως να δικαιολογηθή ,χωρίς να εξετάση πόσο μεγάλη ήταν η ζημιά. Σκέφθηκε: «Ξέπεσα στα μάτια των άλλων∙ δεν θα μ’ έχουν πια εμπιστοσύνη. Πώς να δικαιολογήσω τώρα το σφάλμα μου, για να μη χάσω την υπόληψή μου;». Αν αναγνώριζε το σφάλμα της και έπαιρνε το βάρος επάνω της, θα είχε μέσα της παρηγοριά. Αυτή όμως προσπάθησε να δικαιολογηθή, γι’ αυτό ανάπαυση μέσα της δεν είχε. Γιατί, όταν δικαιολογούμαστε, δίνουμε χώρο στον διάβολο, οπότε έρχεται, μας κάνει λεπτή εργασία και μας στενοχωρεί∙ ενώ, όταν παίρνουμε όλο το βάρος επάνω μας, τότε και ο Θεός μας παίρνει όλο το βάρος.
Ας κανονίσουμε λοιπόν ποιο από τα δύο θα διαλέξουμε: την ταπείνωση που δίνει ανάπαυση ή τον εγωισμό που φέρνει στενοχώρια, άγχος και ταραχή;

Η φλόγα της αγάπης του Θεού

- Γέροντα, γιατί δεν αγαπώ τον Θεό όπως έναν άνθρωπο που αγαπώ πολύ και θέλω να είμαι κοντά του;
- Αυτό έρχεται σιγά-σιγά μετά από αγώνα∙ αλλιώς θα έπιαναν φωτιά οι άνθρωποι και θα καίγονταν από την αγάπη του Θεού. Ενώ θα είχε γύρω τους κρύο, θα νόμιζαν ότι φλογίζονται και πολλοί θα έπαιρναν τα βουνά. Ένας στρατιώτης, εν καιρώ πολέμου, άφησε την μονάδα του και έφυγε στο βουνό. Είχε ανάψει τέτοια φλόγα στην καρδιά του που δεν μπορούσε να συγκρατηθή∙ ήθελε να πάη να προσευχηθή. Δεν υπολόγισε τίποτε. Πήγε ,βρήκε μια σπηλιά, μπήκε μέσα και προσευχόταν! Όταν οι άλλοι στρατιώτες βγήκαν στις επιχειρήσεις , τον βρήκαν και τον έπιασαν. «Ανυπότακτος», είπαν. Τον κάλεσε μετά ο διοικητής σε ανάκριση. «Τί είναι αυτό που έκανες;» του λέει. «Καίγομαν ,κύριε διοικητά, καίγομαν για τον Χριστό. Ξέρεις τι θα πη καίγομαν;». «Καλά, κι εγώ δεν καίγομαι;», του λέει ο διοικητής. «Εγώ καίγομαι, κύριε διοικητά, καταλαβαίνετε;», επανέλαβε εκείνος, σαν να έλεγε: « Αν καίγεσαι, φύγε κι εσύ!» Τον βοήθησε όμως ο Θεός και γλίτωσε το στρατοδικείο. Εδώ, εν καιρώ ειρήνης αν φύγη ένας στρατιώτης από τη θέση του, έχει στρατοδικείο, πόσο μάλλον εν καιρώ πολέμου!
- Γέροντα, όταν βρίσκεται κανείς σ’ αυτήν την κατάσταση, υπάρχη θέρμη σε όλο το σώμα;
- Ναι, αλλά περισσότερο στην περιοχή του στήθους. Όταν ανάψη η πνευματική αγάπη, φλογίζεται όλο το στήθος. Όλο το στήθος γίνεται μια φλόγα. Καίγεται ο άνθρωπος από την μεγάλη γλυκειά φλόγα της αγάπης του Θεού, πετάει, αγαπάει με αγάπη πραγματική, μητρική.
Αυτή η εσωτερική φλόγα, την οποία ανάβει ο Ίδιος ο Χριστός με την αγάπη Του, θερμαίνει το σώμα πολύ περισσότερο από την αισθητή φωτιά και έχει την δύναμη να καίη και κάθε σκουπίδι, κάθε κακό λογισμό που πετάει το ταγκαλάκι, καθώς και κάθε κακή επιθυμία και κάθε άσχημη εικόνα. Τότε η ψυχή αισθάνεται και τις θείες ηδονές που δεν συγκρίνονται με καμμιά άλλη ηδονή!
Αχ, αυτή η φλόγα δεν μπήκε ακόμη μέσα σας! Αν ανάψη και φουντώση στην καρδιά σας, δεν θα σας συγκινούν καθόλου πια τα μάταια πράγματα. Εύχομαι να κάψη ο Θεός με την αγάπη Του τις καρδιές σας!

Η καλή ανησυχία δεν σταματά ποτέ

- Γέροντα, ανησυχώ ,μήπως δεν αγωνίζομαι σωστά.
- Έχεις άγχος;
- Όχι, αλλά γιατί έχω αυτή την ανησυχία;
- Ευλογημένη, υπάρχει η ήσυχη ανησυχία και η ανήσυχη ανησυχία. Η καλή ανησυχία πρέπει πάντοτε να υπάρχη μέσα μας∙ άγχος να μην υπάρχη. Όταν κανείς αγωνίζεται σωστά, ποτέ δεν μένει ευχαριστημένος από τον εαυτό του∙ έχει συνέχεια μέσα του μια ανησυχία που προέρχεται από την φιλότιμη προσπάθεια που κάνει.
- Γέροντα, φθάνει κάποτε ο άνθρωπος που αγωνίζεται σε σημείο που να μην του χρειάζεται πια η καλή ανησυχία;
- Όχι, γιατί η καλή ανησυχία δεν σταματά ποτέ σ’ αυτήν την ζωή. «Τρέχετε, ίνα καταλάβητε», λέει ο Απόστολος Παύλος. Τρέχει ο άνθρωπος όσο ζη, να βρη τον Χριστό, χωρίς να σταματά ποτέ. Τρέχει και δεν νιώθει κούραση, αλλά χαρά.
Για να καταλάβετε, θα σας φέρω ένα παράδειγμα: ένα καλό λαγωνικό, μόλις μυρισθή τον λαγό,, δεν κάθεται άλλο κοντά στον κυνηγό∙ αρχίζει να ψάχνη, για να βρη τον λαγό. Τρέχει, σταματά λίγο, μυρίζει αριστερά-δεξιά , αρχίζει ξανά να τρέχη∙ δεν μπορεί να σταθή. Ο νους του είναι πώς να βρη τον λαγό∙ δεν χαζεύει. Μεγαλύτερη χαρά έχει, όταν τρέχη, παρά όταν κάθεται. Το τρέξιμο και το ψάξιμο του δίνει ζωή.
Έτσι κι εμείς αυτήν την εγρήγορση πρέπει να έχουμε. Ο νους μας να είναι συνέχεια στον Χριστό, αφού αυτός είναι ο στόχος μας. Εμείς όμως, ενώ βρήκαμε τα χνάρια, βρήκαμε τον δρόμο, ξέρουμε από πού θα πάμε για να συναντήσουμε τον Χριστό, πολλές φορές στεκόμαστε∙ δεν προχωρούμε. Αν δεν γνωρίζαμε τον δρόμο, δικαιολογημένα να σταματούσαμε.
Θυμάμαι, ο πατέρας μου στην Κόνιτσα είχε δυο λαγωνικά καλά εκπαιδευμένα. Ο γερο- Πρόδρομος ο Κορτσινόγλου, ο ψάλτης του Αγίου Αρσενίου, μια φορά του ζήτησε ένα κουταβάκι καλό από την ίδια ράτσα, για να φυλάη τα ζώα του, να γαυγίζη δηλαδή, όταν θα πλησίαζε λύκος. Ο πατέρας μου του έδωσε ένα. Μια μέρα, ένας γείτονας του Κορτσινόγλου που αγαπούσε πολύ το κυνήγι, ήταν πολύ στεναχωρημένος ,γιατί αρρώστησε το σκυλί του και δεν μπορούσε να πάη να κυνηγήση. Όταν το άκουσε ο γερο-Πρόδρομος ,του λέει:
«Μη στενοχωριέσαι∙ θα σου δώσω το δικό μου σκυλί, είναι ράτσα Εζνεπίδη». Χαρούμενος ο γείτονας πήρε το σκυλί του και ξεκίνησε για το κυνήγι. Όταν έφθασε στο δάσος, κούνησε το χέρι του, όπως συνηθίζουν να κάνουν οι κυνηγοί, για να τρέξη το λαγωνικό, αλλά εκείνο, αντί να τρέξη, γύριζε γύρω του , του έγλειφε τα πόδια και κοιτούσε τα χέρια του μήπως έχει ψωμί! Βλέπετε, ήταν καλό σκυλί, από ράτσα, αλλά δεν είχε εκπαιδευθή, για να μπορή να πιάνη τον λαγό και γύριζε συνέχεια γύρω από τον κυνηγό. Πιστεύω όμως ότι εσείς, αφού βρήκατε τα αχνάρια του Χριστού, θα τρέχετε συνέχεια να βρήτε τον Χριστό, για να γεμίση η καρδιά σας τόσο πολύ από τον Χριστό, που να μην μπορήτε να Τον χωρέσετε και να λέτε: «Φθάνει, Θεέ μου, δεν αντέχω άλλο».







H υπερηφάνεια μας απομονώνει από τον Θεό
- Γέροντα, βλέπω ότι δεν πάω καλά;
- Βρήκες την αιτία; Την προηγούμενη φορά που είχα έρθει, είδα ότι, επειδή σκεφτόσουν σωστά και ενεργούσες με σύνεση, σε βοηθούσε και ο Χριστός. Μήπως τώρα υπερηφανεύθηκες γι’ αυτό , οπότε πήρε τη Χάρη Του ο Χριστός;
- Ναι, Γέροντα, έτσι είναι.
- Όταν δεν καταλαβαίνουμε ότι προοδεύουμε με την βοήθεια του Θεού και νομίζουμε ότι τα καταφέρνουμε μόνοι μας και υπερηφανευώμαστε, παίρνει ο Θεός την Χάρη Του, για να καταλάβουμε ότι μόνον η θέληση και η προσπάθεια είναι δικιά μας∙ η δύναμη και το αποτέλεσμα είναι του Θεού. Μόλις αναγνωρίσουμε ότι ο Θεός μας βοηθούσε και γι’ αυτό προοδεύαμε, ανοίγουν τα μάτια μας, ταπεινωνόμαστε, κλαίμε για την πτώση μας, μας λυπάται ο θεός, μας ξαναδίνει την Χάρη Του και προχωρούμε.
- Γέροντα, όταν ένας άνθρωπος υπερηφανευθή, η θεία Χάρις φεύγει αμέσως;
- Φυσικά! Τι νομίζεις, χρειάσθηκαν ώρες για να γίνη ο Εωσφόρος από Άγγελος διάβολος; Μέσα σε δευτερόλεπτα έγινε. Λίγο ένας λογισμός αν περάση στον άνθρωπο ότι κάτι είναι αμέσως φεύγει η Χάρις του Θεού. Γιατί τί δουλειά έχει η Χάρις του Θεού με την υπερηφάνεια. Ο Θεός είναι ταπείνωση. Και όταν φύγη η Χάρις του Θεού, έρχεται ο διάβολος και ζαλίζει τον άνθρωπο. Μπορεί μετά να δεχθή ο άνθρωπος μια επίδραση δαιμονική εξωτερική και να έχη μέσα του σκοτάδι πνευματικό.
Ο υπερήφανος δεν έχει Χάρη Θεού, γι’ αυτό υπάρχει κίνδυνος να πάρη – Θεός φυλάξοι!- τον μεγάλο κατήφορο. Είναι χωρισμένος από τον Θεό, γιατί η υπερηφάνεια είναι κακός αγωγός, μονωτικό, που δεν αφήνει την Χάρη του Θεού να περάση και μας απομονώνει από τον Θεό.

Οι συνταγές των Αγίων στην εργασία της αρετής

- Γέροντα, ποια είναι τα γνωρίσματα των Αγίων;
- Η αγάπη με την ταπείνωση , η απλότητα και η διάκριση είναι τα γνωρίσματα των Αγίων. Αν ο άνθρωπος βιάση με διάκριση τον εαυτό του να μιμηθή την ζωή των Αγίων, αγιάζεται και αυτός.
Πολύ θα βοηθηθούμε στην εργασία για την απόκτηση των αρετών, αν έχουμε πρότυπο τους Αγίους. Συγκρίνοντας τον εαυτό μας με τους Αγίους, βλέπουμε τα πάθη μας, ελεγχόμαστε , ταπεινωνόμαστε και αγωνιζόμαστε με φιλότιμο και με θείο ζήλο να τους μιμηθούμε. Δεν δικαιολογούμαστε να μην προχωρούμε, γιατί έχουμε τις συνταγές των Αγίων και την ζωή τους, το άγιο παράδειγμά τους. Όλοι οι Άγιοι είναι παιδιά του Θεού και βοηθάνε εμάς τα ταλαίπωρα παιδιά του Θεού δείχνοντάς μας την μέθοδο για να γλιτώνουμε από τις μεθοδίες του πονηρού.
Με την μελέτη των βίων των Αγίων θερμαίνεται η ψυχή μας και παρακινείται να τους μιμηθή και να προχωρήση με λεβεντιά στον αγώνα για την απόκτηση των αρετών. Μέσα στους Αγίους βλέπει κανείς την ίδια πνευματική τρέλλα , μόνο που παρουσιάζεται στον καθέναν με άλλη μορφή. Βλέπει τον έρωτα που είχαν για τον Θεό και ανάβει μέσα του ο θείος ζήλος να τους μιμηθή.
- Γέροντα, το Συναξάρι του Αγίου της ημέρας πόσα χρόνια πρέπει να το διαβάζη κανείς;
- Συνέχεια, σε όλη του την ζωή. Αν και , όσα κι αν γράψουν τα Συναξάρια, είναι πολύ λίγα, γιατί από τους Αγίους δεν έχουμε την ζωή τους, αλλά την υπερχείλιση της ζωής τους. Θα ήταν ανόητοι οι Άγιοι ,αν φανέρωναν όσα έζησαν εν κρυπτώ. Φθάνουν όμως και τα λίγα που ξέρουμε από την ζωή τους, για να βοηθηθούμε, αρκεί να μας κεντούν την καρδιά, για να τα βάζουμε σε εφαρμογή.
- Γέροντα, μου φαίνεται δύσκολο να κάνω κάτι από αυτά που έκαναν οι Άγιοι. Ας πούμε, η Αγία Συγκλητική τι άσκηση έκανε μέχρι το τέλος της ζωής της αν και υπέφερε από επώδυνη αρρώστια! Ή ο Όσιος Βαρσανούφιος πόσα χρόνια κράτησε τέλεια σιωπή!
- Εντάξει αν θέλης να μιμηθής τον Όσιο Βαρσανούφιο, προσπάθησε τουλάχιστον να μη μιλήσης, όταν σου κάμουν μια παρατήρηση. Όσο για την άσκηση της Αγίας Συγκλητικής, κι εγώ βλέπω ότι δεν μπορείς να ασκηθής τόσο πολύ σωματικά, γιατί δεν αντέχεις, αλλά εσωτερικά, νομίζω, μπορείς να την μιμηθής, και εκεί έχεις πολλή δουλειά να κάνης. Εύχομαι να σου δώση η Αγία λίγα από τα πολλά που είχε ή ίδια.

Πώς καλλιεργείται η ταπείνωση


- Με ποιόν τρόπο , Γέροντα, καλλιεργείται η ταπείνωση;
- Η ταπείνωση καλλιεργείται με το φιλότιμο, καλλιεργείται και με την κοπριά των πτώσεων. Ανάλογα. Ένας φιλότιμος άνθρωπος ό,τι καλό έχει το αποδίδει στον Θεό. Βλέπει τις πολλές ευεργεσίες του Θεού, καταλαβαίνει ότι δεν έχει ανταποκριθή, ταπεινώνεται και δοξολογεί διαρκώς τον Θεό. Και όσο ταπεινώνεται και δοξολογεί τον θεό, τόσο τον λούζει η θεία Χάρις. Αυτή είναι η ακούσια ταπείνωση.
Φυσικά η εκούσια ταπείνωση έχει πολύ μεγαλύτερη αξία από την ακούσια. Μοιάζει με χωράφι που έχει καλό χώμα και καρπίζουν τα δένδρα, δίχως λίπασμα ή κοπριά και οι καρποί τους είναι νόστιμοι. Η ακούσια ταπείνωση μοιάζει με χωράφι που έχει αδύνατο έδαφος και, για να δώση καρπούς ,πρέπει να ρίξης και λίπασμα και κοπριά, και πάλι οι καρποί του δεν θα είναι τόσο νόστιμοι.
- Γέροντα, μου στοιχίζει , όταν εξαιτίας μιας άσχημης συμπεριφοράς μου πέφτω στα μάτια των άλλων και ταπεινώνομαι ακούσια.
- Με την ακούσια ταπείνωση εξοφλάς και λίγο από το χρέος των αμαρτιών σου. Πρέπει όμως να αρχίσης να ταπεινώνεσαι εκούσια.
- Γέροντα, έχω φθάσει σε πολύ δύσκολη κατάσταση. Έχω σαρκικούς λογισμούς και πέφτω στην λύπη. Φοβάμαι μήπως δεν βγω ποτέ από αυτήν την κατάσταση.
- Έχε θάρρος , καλό μου παιδί, και ο Χριστός θα νικήση τελικά. Να ψάλλης : «Εκ νεότητός μου ο εχθρός με πειράζει, ταις ηδοναίς φλέγει με∙ εγώ δε πεποιθώς εν σοι, Κύριε, τροπούμαι τούτον». Στην ουσία δεν φταίει πολύ η καημένη η σάρκα, αλλά η υπερηφάνεια. Είναι αλήθεια ότι έχεις πολλές ικανότητες, τις οποίες φυσικά ο Θεός σου τις έδωσε, αλλά, επειδή αμελείς λιγάκι και δεν τις προσέχεις, ο εχθρός βρίσκει ευκαιρία, τις εκμεταλλεύεται και σε ρίχνει στην υπερηφάνεια. Κι ενώ θα έπρεπε να λούζης το πρόσωπό σου με δάκρυα αγαλλιάσεως και ευγνωμοσύνης προς τον Θεό, το λούζεις με πικρά δάκρυα πόνου και στενοχώριας. Έτσι βγαίνει το εξής συμπέρασμα: Εάν δεν ταπεινωθούμε εκουσίως, θα ταπεινωθούμε ακουσίως, διότι μας αγαπά ο Καλός Θεός. Θάρρος, λοιπόν, παιδί μου, και θα νικήση ο Χριστός. «Εάν γαρ πάλιν ισχύσητε, και πάλιν ηττηθήσεσθε, ότι μεθ’ ημών ο Θεός» . Μπόρα είναι και θα περάση και πολλά καλά θα φέρη. Θα γνωρίσης καλά τον εαυτό σου, θα ταπεινωθής υποχρεωτικά, και κατά τους πνευματικούς νόμους υποχρεούται να έρθη σ’ εσένα η και η Χάρις του Θεού, που προηγουμένως εμποδιζόταν από την υπερηφάνεια.
Δεν γνωρίσαμε τον εαυτό μας. Αν τον γνωρίσουμε, η ψυχή μας θα χαίρεται και θα ζητά ταπεινά το έλεος του Θεού. Η γνώση του εαυτού μας γεννά την ταπείνωση. Γιατί, όσο περισσότερο γνωρίζη ο άνθρωπος τον εαυτό του, τόσο περισσότερο ανοίγουν τα μάτια της ψυχής του και βλέπει καθαρώτερα την μεγάλη του αδυναμία. Γνωρίζει την αθλιότητά του και την αχαριστία του, καθώς και την μεγάλη αρχοντιά και την ευσπλαχνία του Θεού, οπότε συντρίβεται εσωτερικά, ταπεινώνεται πολύ και αγαπάει τον Θεό πολύ.

«Σμίκρυνον σεαυτόν εν πάσι»

- Όταν, Γέροντα, κάνω ένα σφάλμα και βλέπω ότι θα μπορούσαν να με προλάβουν να μην το κάνω, τους ζητώ τον λόγο.
- Ακόμη και στο να διορθωθούμε, μόνο από τον εαυτό μας πρέπει να έχουμε απαίτηση. Αλλά εσύ κάνεις σαν τα μικρά παιδιά που έχουν μόνο απαιτήσεις.
- Όμως, Γέροντα, πότε θα μεγαλώσω; Πότε θα καταλάβω ότι έχω και υποχρεώσεις;
- Όταν … μικρύνης! Όταν δηλαδή καλλιεργήσης την ταπείνωση και την αγάπη.
- Γέροντα, ο Αββάς Ισαάκ γράφει: «Σμίκρυνον σεαυτόν εν πάσι προς πάντας ανθρώπους». Πώς γίνεται αυτό;
- Με την ταπεινή συμπεριφορά. Σε μια οικογένεια, σε ένα μοναστήρι κ.λπ. όταν υπάρχη αγωνιστικό πνεύμα για την πνευματική καλλιέργεια και ταπεινώνεται ο ένας στον άλλον, αυτό βοηθάει όλους, όπως στην πρώτη εκκλησία που γινόταν δημόσια εξομολόγηση και όλοι βοηθιούνταν. Όποιος ταπεινώνεται, χαριτώνεται από τον Θεό και μετά βοηθάει και τους άλλους. Η ταπεινή συμπεριφορά ποτέ δεν πληγώνει τον άλλον, γιατί ο ταπεινός πάντα έχει και αγάπη.
- Γέροντα, τι θα με βοηθήση να νιώθω ότι είμαι κάτω από όλες τις αδελφές;
- Για να νιώσης κατώτερη από όλες τις αδελφές ,να σκέφτεσαι τις πολλές δωρεές που σου έδωσε ο Θεός και δεν τις έχει διπλασιάσει. Να λες στον εαυτό σου: «Το τάλαντο έμαθα μόνον να χτυπώ∙ τα τάλαντά μου δεν μπόρεσα ακόμη να τα διπλασιάσω».
- Όταν ο άνθρωπος βλέπη τον εαυτό του κάτω από όλους, κάτω, κάτω … ,από ‘κει βγαίνει επάνω στον Ουρανό. Αλλά εμείς τι κάνουμε; Συγκρίνουμε τον εαυτό μας με τους άλλους και βγάζουμε συμπεράσματα ότι είμαστε ανώτεροι από εκείνους. «Και από εκείνον είμαι καλύτερος, λέμε, και από τον άλλον… Δεν είμαι σαν κι αυτόν…». Από την στιγμή όμως που έχουμε τον λογισμό ότι ο άλλος είναι κατώτερος από εμάς ,δεν μπορούμε να βοηθηθούμε.
- Γέροντα, όταν αναγνωρίζω την αρετή του άλλου, αυτό έχει ταπείνωση;
- Φυσικά, όταν ευλαβήσαι και αγαπάς τον άλλον που έχει αρετή, αυτό δείχνει ότι έχεις ταπείνωση και αγαπάς πραγματικά την αρετή. Σημάδι πνευματικής προόδου είναι και αυτό: ένα καλό που έχεις δεν το θεωρείς σπουδαίο και το παραμικρό καλό του άλλου το βλέπεις πολύ ανώτερο από το δικό σου∙ πάντα δηλαδή εκτιμάς το καλό των άλλων. Τότε έρχεται άφθονη η θεία Χάρις. Γι’ αυτό, όποιος πιστεύει ότι οι άλλοι είναι ανώτεροί του, αυτός είναι ανώτερος, γιατί έχει την Χάρη του Θεού.
Όλοι οι άνθρωποι έχουν και τις αδυναμίες τους, έχουν και τα καλά τους, τα οποία ή κληρονόμησαν από τους γονείς τους ή τα απέκτησαν με πολύ αγώνα∙ άλλος δέκα τοις εκατό, άλλος τριάντα τοις εκατό, άλλος εξήντα τοις εκατό, άλλος ενενήντα τοις εκατό. Επομένως, όλοι μπορούμε να παίρνουμε κάτι καλό από τους άλλους, για να ωφεληθούμε και να ωφελήσουμε. Αυτό άλλωστε είναι το ορθόδοξο πνεύμα. Εγώ και από μικρά παιδιά βοηθιέμαι, άσχετα αν δεν τον φανερώνω, για να μην υπερηφανευθούν και βλαφθούν.


Οι πνευματικές χαρές είναι δώρα του Θεού

- Γέροντα, πώς πληροφορείται κανείς ότι είναι συμφιλιωμένος με τον Θεό;
- Η εσωτερική χαρά , η θεία παρηγοριά, που νιώθει μέσα του είναι μια πληροφορία ότι είναι συμφιλιωμένος με τον Θεό.
- Μπορεί να αισθάνεται κανείς συμφιλιωμένος με τον Θεό και να μη νιώθη χαρά, θεία παρηγοριά;
- Δεν μπορεί, κάτι θα νιώθη. Μπορεί να ένιωσε μια φορά δυνατή παρηγοριά και μετά η παρηγοριά που νιώθει να είναι λιγώτερη και γι’ αυτό και γι’ αυτό να νομίζη ότι δεν νιώθει θεία παρηγοριά.
- Πώς γίνεται, Γέροντα, μερικές φορές , ενώ βρίσκεσαι σε μια καλή πνευματική κατάσταση και χαίρεσαι, ξαφνικά να χάνης αυτήν την χαρά;
- Σου στέλνει ο Θεός πνευματικές χαρές και χαίρεσαι. Τις παίρνει, κι εσύ μετά τις αναζητάς και καταβάλλεις περισσότερο αγώνα και προχωράς πιο πολύ πνευματικά.
- Γέροντα, τί χαρά είναι αυτή που νιώθω; Μήπως δεν έχω συναίσθηση της αμαρτωλότητός μου;
- Όχι, παιδί μου! Σου δίνει ο Θεός καμμιά σοκολάτα για να χαίρεσαι. Τώρα σοκολάτες , αργότερα κρασί, σαν κι αυτό που πίνουν στον Παράδεισο. Ξέρεις τι γλυκό κρασί πίνουν εκεί; Ου! Λίγο φιλότιμο να δη ο Θεός, λίγη καλή διάθεση, και δίνει πλούσια την Χάρη Του και σε μεθάει από αυτήν την ζωή. Την πνευματική αλλοίωση που δέχεται ο άνθρωπος και την αγαλλίαση που νιώθει στην καρδιά του, όταν τον επισκέπτεται η Χάρις του Θεού δεν μπορεί να την δώση ούτε ο …μεγαλύτερος καρδιολόγος του κόσμου. Όταν νιώθης αυτήν την χαρά, προσπάθησε να την κρατήσης, όσο μπορείς περισσότερο.
- Πρέπει, Γέροντα, να ζητάμε από τον Θεό να μας δίνη πνευματικές χαρές;
- Είναι φθηνό να ζητάμε πνευματικές χαρές ∙ αυτές έρχονται μόνες τους, όταν υπάρχουν οι προϋποθέσεις. Αν θέλης να είσαι συνέχεια χαρούμενη, αυτό έχει φιλαυτία. Ο Χριστός ήρθε στον κόσμο, για να σταυρωθή από αγάπη∙ πρώτα σταυρώθηκε και μετά αναστήθηκε.
Τα παιδιά του Θεού δεν εργάζονται ούτε για ουράνιο μισθό, αλλά ούτε και για πνευματικές χαρές σ’ αυτήν την ζωή. Γιατί τα παιδιά δεν πληρώνονται από τον Πατέρα, αφού όλη η περιουσία του Πατέρα τους είναι δική τους. Άλλο τα θεία δώρα που θα προσφέρη ο Θεός σαν Καλός Πατέρας και σ’ αυτήν την ζωή και στην αιώνια.

Οι υπερήφανοι λογισμοί

- Γέροντα, τι πρέπει να κάνουμε , όταν μας έρχωνται λογισμοί υπερηφανείας;
- Όπως οι άλλοι γελούν, όταν μας βλέπουν να υπερηφανευώμαστε, έτσι κι εμείς να γελούμε με τους λογισμούς υπερηφανείας.
- Στον ταπεινό έρχονται υπερήφανοι λογισμοί;
- Έρχονται, αλλά γελάει, γιατί γνωρίζει τον εαυτό του.
- Γέροντα, κάπου διάβασα ότι τον λογισμό της υπερηφανείας πρέπει να τον διώχνουμε αμέσως όπως τον αισχρό λογισμό.
- Το θέμα είναι ότι τον αισχρό λογισμό τον καταλαβαίνεις εύκολα, ενώ τον λογισμό της υπερηφανείας, για να τον καταλάβης, χρειάζεται πολλή εγρήγορση. Αν λ.χ. την ώρα της προσευχής περάση ένας άσχημος λογισμός από τον νου σου, θα τον καταλάβης και θα τον διώξης αμέσως∙ «άντε φύγε από ΄δω», θα πης. Αλλά, αν σου περάση ο λογισμός ότι διάβασες ωραία το Ψαλτήρι και υπερηφανευθής, χρειάζεται εγρήγορση, για να τον καταλάβης και να τον πετάξης.
- Γέροντα, τις περισσότερες φορές προλαβαίνει και έρχεται ο λογισμός της υπερηφανείας σε χρόνο μηδέν. Πώς θα προλαβαίνω να φέρνω ταπεινό λογισμό;
- Πρέπει να γίνη δουλειά από νωρίτερα- «ητοιμάσθην και ουκ εταράχθην», λέει ο Δαβίδ- , γιατί οι λογισμοί της υπερηφανείας έρχονται αστραπιαία. Αυτό είναι παλιά μηχανή του διαβόλου. Τώρα να πάρης μια καινούρια μηχανή- να καλλιεργής συνέχεια ταπεινούς λογισμούς-, για να τρέχης.
Μόνον οι ταπεινοί λογισμοί φέρνουν ταπείνωση και μόνο με την ταπείνωση φεύγει η υπερηφάνεια. Μια φορά, ένας ιεροκήρυκας μου είπε ότι ετοίμασε ένα ωραίο κήρυγμα. Ανέβηκε στον άμβωνα και μιλούσε πολύ ωραία. Κάποια στιγμή όμως του πέρασε ένας υπερήφανος λογισμός και μπερδεύτηκε. Ξέσπασε τότε σε ένα νευρικό κλάμα και κατέβηκε από τον άμβωνα ντροπιασμένος. Ύστερα, για πολύ καιρό δεν μπορούσε να κάνη κήρυγμα∙ είχε αχρηστευθή. «Κοίταξε, του λέω, εκείνο το έπαθες από υπερηφάνεια. Επειδή υπερηφανεύθηκες, απομακρύνθηκε η Χάρις του Θεού. Τώρα να ξεκινήσης ταπεινά. Όταν έρθη η ώρα να ανεβής στον άμβωνα, να πεις: «Αν μπερδευτώ, σημαίνει ότι μου χρειάζεται ρεζιλίκι, γιατί αυτό θα με βοηθήση πνευματικά». Και αν τυχόν σε πιάση πάλι το κλάμα, οι άνθρωποι θα νομίζουν ότι συγκινήθηκες, οπότε θα βοηθηθούν και δεν θα σκανδαλισθούν. Μη φοβάσαι». Πράγματι, ξεκίνησε έτσι ταπεινά, περιμένοντας ρεζιλίκι, και άρχισε πάλι να κηρύττη.

Η αγάπη πληροφορεί

- Γέροντα, πώς θα δείξω αγάπη;
- Να δείξω αγάπη; Δεν το καταλαβαίνω. Αυτό είναι κάτι ψεύτικο, υποκριτικό. Να υπάρχη η αγάπη μέσα μας και να μας προδώση, ναι. Η αληθινή αγάπη πληροφορεί τον άλλον χωρίς εξωτερικές εκδηλώσεις. Αγάπη είναι να ακούσης με πόνο την στενοχώρια του άλλου. Αγάπη είναι κι ένα βλέμμα πονεμένο κι ένας λόγος που θα πης με πόνο στον άλλον, όταν αντιμετωπίζη κάποια δυσκολία. Αγάπη είναι να συμμερισθής την λύπη του, να τον αναπαύσης στην δυσκολία του. Αγάπη είναι να σηκώσης έναν βαρύ λόγο που θα σου πη. Όλα αυτά βοηθούν περισσότερο από τα πολλά λόγια και τις εξωτερικές εκδηλώσεις.
Όταν πονάς εσωτερικά για τον άλλον, ο Θεός τον πληροφορεί για την αγάπη σου και την καταλαβαίνει χωρίς εξωτερικές εκδηλώσεις. Όπως και όταν δεν εκδηλώνεται η κακία μας, αλλά είναι εσωτερική, πάλι ο άλλος την καταλαβαίνει. Βλέπεις, και ο διάβολος, όταν παρουσιάζεται ως «άγγελος φωτός», φέρνει ταραχή, ενώ ο Άγγελος ο πραγματικός φέρνει μια απαλή ανέκφραστη αγαλλίαση.
- Τι είναι αυτό, Γέροντα, που με εμποδίζει να πληροφορούμαι την αγάπη των άλλων;
- Μήπως δεν έχεις καλλιεργήσει την αγάπη; Όποιος αγαπάει, πληροφορείται για την αγάπη του άλλου, αλλά και πληροφορεί τον άλλον για την αγάπη του.
Καταλαβαίνει ο άλλος αν υποκρίνεσαι ή αν τον αγαπάς πραγματικά, γιατί πάει σαν τηλεγράφημα η αγάπη. Αν κάνουμε λ.χ. μια επίσκεψη σ’ ένα ορφανοτροφείο , τα παιδιά αμέσως θα καταλάβουν με τι διάθεση πήγαμε. Είχαν έρθει μια φορά στο Καλύβι να ζητήσουν τη γνώμη μου κάποιοι που ήθελαν να κάνουν ένα ίδρυμα για εγκαταλελειμμένα παιδιά. «Το κυριώτερο από όλα, τους είπα, είναι να πονέσετε τα παιδιά αυτά σαν παιδιά σας και ακόμη περισσότερο. Αυτό είναι που θα πληροφορήση τα παιδιά για την αγάπη σας. Αν δεν τα πονάτε, μην ξεκινάτε να κάνετε τίποτε». Τότε ένας γιατρός , πολύ ευλαβής, είπε: «Έχεις δίκαιο, Πάτερ. Κάποτε μια συντροφιά είχαμε επισκεφθή για πρώτη φορά ένα ορφανοτροφείο και τα παιδιά κατάλαβαν την διάθεση του καθενός. “Ο κύριος τάδε, είπαν, είναι περαστικός ∙ ο κύριος τάδε ήρθε να περάση την ώρα του μαζί μας∙ ο κύριος τάδε μας αγαπάει πραγματικά”». Βλέπετε πώς πληροφορεί η αγάπη.



Η πνευματική αρχοντιά είναι πνευματική δικαιοσύνη

- Γέροντα, η πνευματική αρχοντιά είναι ανώτερη από την πνευματική δικαιοσύνη;
- Η πνευματική αρχοντιά έχει πνευματική δικαιοσύνη και η πνευματική δικαιοσύνη έχει πνευματική αρχοντιά ή ,καλύτερα, η αρχοντιά είναι πνευματική δικαιοσύνη. Γι’ αυτό, τον άνθρωπο που έχει πνευματική αρχοντιά, δεν τον πιάνει ο νόμος – «δικαίοις νόμος ου κείται». Ένας τέτοιος άνθρωπος προτιμάει να σκοτωθή παρά να σκοτώση.
- Γέροντα, όταν μου ζητούν να κάνω μια δουλειά, αμέσως σκέφτομαι ότι έχω και άλλες δουλειές να κάνω και αντιδρώ.
- Αν αποκτήση κανείς αρχοντιά, όλα αυτά τα ξεπερνάει. Δεν βάζει την λογική, γιατί η αρχοντιά είναι έξω της λογικής. Εσείς πηγαίνετε να τακτοποιήσετε τα πράγματα με την ανθρώπινη λογική, με την κοσμική δικαιοσύνη. Πού είναι η πνευματική δικαιοσύνη; Δεν έχω πει ότι, όσο πιο πνευματικός είναι ο άνθρωπος, τόσο λιγώτερα δικαιώματα έχει σ’ αυτήν την ζωή; Ότι ο πνευματικός άνθρωπος μόνο δίνει και ποτέ δεν ζητάει να πάρη;
- Γιατί όμως , Γέροντα, στο Ευαγγέλιο λέει: «Ο αιτών λαμβάνει και ο ζητών ευρίσκει;»
- Άλλο είναι εκείνο. Αλλά, και όταν ζητάη κανείς από τον Θεό κάτι για τον εαυτό του, το οποίο δεν έχει αγάπη για τους άλλους, πάλι για το βόλεμά του φροντίζει. Ενώ, όταν λ.χ. μία μάνα ζητάη από τον Θεό να γίνη καλά το παιδί της ή να έρθουν βολικά τα πράγματα στην οικογένειά της, αυτό δεν είναι για τον εαυτό της, αλλά για το καλό του σπιτιού. Να, η Χαναναία που αναφέρει το Ευαγγέλιο δεν ζητούσε τίποτε για τον εαυτό της. Έτρεχε πίσω από τον Χριστό και Τον παρακαλούσε να βοηθήση την κόρη της που είχε δαιμόνιο. Πλησίασαν τότε οι Απόστολοι τον Χριστό και Του είπαν: «Κάνε αυτό που σου ζητάει για να μην τρέχη από πίσω μας και φωνάζει». Αλλά Εκείνος τους απάντησε: «Ουκ απεστάλην ει μη εις τα πρόβατα τα απολωλότα οίκου Ισραήλ». Η Χαναναία όμως συνέχισε να ζητάη βοήθεια ,οπότε ο Χριστός γύρισε και της είπε: «Ουκ εστι καλόν λαβείν τον άρτον των τέκνων και βαλείν τοις κυναρίοις». Κι εκείνη Του απάντησε: «Ναι, Κύριε, αλλά και τα σκυλάκια τρώνε από τα ψίχουλα που πέφτουν από τα τραπέζια των κυρίων τους». Και τότε ο Χριστός της είπε: «Για τον λόγο σου αυτόν η κόρη σου έγινε καλά». Είδατε τι πίστη είχε, τι ταπείνωση, τι αρχοντιά, τι ανωτερότητα! Αν είχε εγωισμό, θα έλεγε στον Χριστό: «Δεν το περίμενα από σένα να με κάνης και σκυλί! Έχασα πάσαν ιδέαν!» και θα έφευγε με αντίδραση! Θα είχε και αναπαυμένο τον λογισμό της ότι φέρθηκε πολύ σωστά, πολύ δίκαια. Μπορεί και να έλεγε: «Απορώ πώς τόσος κόσμος κάθεται και τον ακούει!»…
- Γέροντα, η πίστη της την βοήθησε;
- Η αρχοντιά της την βοήθησε και είχε τέτοια πίστη. Δεν είχε καθόλου ιδέα για τον εαυτό της ούτε είχε καμμιά απαίτηση. Είχε και καλό λογισμό: «Αφού έτσι είπε ο Θεός για τον λαό του Ισραήλ, κάτι ξέρει. Εμείς ανήκουμε σε άλλο έθνος».

Πώς αποκτιέται η αρχοντιά

- Γέροντα, πως θα αποκτήσω αρχοντιά;
- Να κινήσαι ταπεινά με καθαρό φιλότιμο και πάντα να θυσιάζεσαι. Να καλλιεργήσης την πνευματική ευαισθησία. Να δέχεσαι ήρεμα την ενόχληση του άλλου και να χαίρεσαι που ενοχλείσαι και δεν ενοχλείς. Γιατί είναι μερικοί που δεν τους απασχολεί αν ενοχλούν∙ τους απασχολεί μόνο να μην τους ενοχλούν. Άλλοι δεν θέλουν ούτε αυτοί να ενοχλούν, αλλά ούτε και να τους ενοχλούν. Άλλοι πάλι λένε: «Είμαι ευαίσθητος, δεν μπορώ ούτε μια κουβέντα να σηκώσω», αυτοί όμως στους άλλους λένε κουβέντες. Τι ευαισθησία είναι αυτή; Η λαμπικαρισμένη ευαισθησία έχει αρχοντιά.
- Αν κάποιος , Γέροντα, έχη ελαττώματα, αλλά αγωνίζεται να αποκτήση την αρχοντιά, θα βοηθηθή;
- Η αρχοντιά θα διώξη τα ελαττώματα.
- Γέροντα, η πνευματική ελευθερία είναι η απαλλαγή από τα πάθη;
- Η πνευματική ελευθερία είναι η αρχοντιά που λέω ότι πρέπει να έχετε. Και για να έχη ο άνθρωπος αρχοντιά, πρέπει να μην υπάρχουν μέσα του κατώτερα πάθη, μικρότητες κ.λπ. Στις μικρότητες δεν βρίσκεται ο Θεός, γιατί ο Θεός είναι φύσει αγαθός.
- Για να αγαπήσω, Γέροντα, την κακοπάθεια, πάλι στην αρχοντιά πρέπει να δουλέψω;
- Αχ, ακόμη δεν έχετε καταλάβει τι θα πη αρχοντιά! Η αρχοντιά έχει και λεβεντιά μέσα, γιατί τότε δουλεύει η καρδιά. Για να καταλάβετε την αρχοντιά, σκεφθήτε τον Χριστό∙ τί κράτησε ο Χριστός για τον Εαυτό Του; Τίποτε. Όλα τα έδωσε. Θυσιάστηκε και όλο θυσιάζεται για όλους μας. Μας δίνει την αγάπη Του, μας παίρνει τις αμαρτίες μας. Εμείς, αντίθετα, θέλουμε να μαζεύουμε αγάπη. Σκεφθήτε ακόμη τι κάνουν οι καλοί γονείς∙ θυσιάζονται συνέχεια για τα παιδιά τους, παρόλο που μπορεί να φάνε και κλωτσιές από τα παιδιά τους. Και να ξέρουν τι τους περιμένει, πάλι θυσιάζονται. Το ίδιο κάνουν και τα ζώα και τα πουλιά. Το χελιδόνι φροντίζει τα μικρά του, αλλά και τα χελιδονάκια, όταν μεγαλώσουν, θα φροντίσουν τα μικρά τους∙ έτσι τα δημιούργησε η αρχοντική αγάπη του Θεού.

Ο άνθρωπος ή θα γίνη αρχοντόπουλο ή θα μείνη κακορρίζικος


- Γέροντα, ζηλεύω, μαλώνω και φέρομαι αδιάκριτα.
- Σου λείπει η πατερική, η πνευματική, αρχοντιά και επόμενο είναι να μαλώνης. Κοίταξε να αποκτήσης πνευματική αρχοντιά, για να αποκτήσης την διάκριση. Αλλά για πες μου, τι λογισμοί ανέβηκαν και κατέβηκαν όταν δεν έστειλα και σ’ εσένα μικρή εικονίτσα όπως στις άλλες αδελφές και τι σκέφθηκες , όταν έλαβες την άλλη φορά την μεγαλύτερη; Κάνε και έναν πνευματικό λογαριασμό , να ρίξω κι εγώ μια ματιά και, αν δεν είναι σωστός, θα σου φτιάξω ένα ξυλόγλυπτο Άγιον Όρος και θα σου το στείλω από το Άγιον Όρος. Είχα ξεκινήσει να φτιάχνω ένα με τα μοναστήρια, τις πέτρες, τα δρομάκια, τα καλντερίμια… Ήταν περίπου είκοσι εκατοστά, μισοέτοιμο, αλλά μου το πήραν κάποια παιδιά. Το ήθελαν για ευλογία και επέμεναν να τους το δώσω.
- Γέροντα, θα ήταν πολύ καλά παιδιά…
- Άμα ήταν πολύ καλά παιδιά, θα είχαν αρχοντιά και δεν θα το ζητούσαν με τέτοια απαίτηση! Τους είπα: «Να το τελειώσω∙ πώς να σας το δώσω μισό;». Εκείνα επέμεναν: «Όχι, δώσ’ το μας έτσι! Τι να παιδευτής να το τελειώσης»! Κατάλαβες; Με διευκόλυναν! Το κόσμος υπάρχει!... Να φαντασθήτε κάποιος μου ζήτησε το μάτι μου για ευλογία.
- Σοβαρά, Γέροντα;
- Ναι ,σοβαρά! Να του δώσω το μάτι μου για ευλογία! Ήταν καμμιά τριανταριά χρονών, είχε χάσει το φως του και θα έκανε μια εγχείρηση . Τον είχαν φέρει στο Καλύβι. Τον λυπήθηκα, τον πόνεσα τόσο, που του είπα: «Κοίταξε, μη στενοχωριέσαι, αν τυχόν δεν πετύχη η επέμβαση, θα σου δώσω το δικό μου μάτι. Εμένα μου φθάνει το ένα, για να εξυπηρετούμαι». Ήρθε μετά από λίγο καιρό, χαρούμενος, γιατί πέτυχε η εγχείρηση και έβλεπε καλά και με τα δυό του μάτια και μου λέει: «Ήρθα, να μου δώσης το μάτι»! «Καλά, του λέω, αφού βλέπεις τώρα!». «Όχι, το θέλω για ευλογία», μου λέει. Πάλι τον πόνεσα, αλλά αυτήν την φορά τον πόνεσα που δεν είχε ίχνος αρχοντιάς! Άλλος πόνος αυτός…
- Γέροντα, πρόσεξα ότι, όταν κάνω κάτι που θα το εκτιμήσουν ,το κάνω με περισσότερη όρεξη.
- Ξέρεις τι μου θύμισες τώρα; Ένα κακόμοιρο κοριτσάκι, την Σπυριδούλα. Ένας σιδεράς το είχε βάλη να φυσάη με το φυσερό το καμίνι και του έλεγε συνέχεια: «Φύσα-φύσα, Σπυριδούλα, και θα σου πάρω καινούριο φουστάνι». Κι εκείνο το φουκαριάρικο, επειδή του έταξε καινούριο φουστάνι, ζοριζόταν∙ σήκωνε τα χεράκια του και φυσούσε με το φυσερό τα κάρβουνα! Κατάλαβες; Αν δεν αποκτήσης αρχοντιά, σαν την Σπυριδούλα θα είσαι. Ο άνθρωπος ή θα γίνη αρχοντόπουλο ή θα μείνη κακορρίζικος.
- Γέροντα, έχω τον λογισμό ότι δεν με βοηθάτε όσο τις άλλες αδελφές.
- Αν και σου έχω δώσει πολλά, και από μακριά και από κοντά, κάθε φορά που ερχόμουν από το Άγιον Όρος, φαίνεται ότι δεν τα κράτησες∙ τα έχεις σπαταλήσει και τώρα είσαι σαν απογοητευμένη ζητιάνα που έχασε ό,τι μάζεψε. Τι να σε κάνω; Θα εύχωμαι σύντομα να γίνης πλούσια του Χριστού, για να φύγης από την καλύβα με τους τενεκέδες και να είσαι πλέον αρχοντοπούλα του Χριστού.


Η αρετή των άλλων αρωματίζει κι εμάς

- Τί βοηθάει, Γέροντα, να αποκτήσης μια αρετή;
- Να συναναστρέφεσαι κάποιον που έχει αυτήν την αρετή. Όπως, αν συναναστρέφεσαι κάποιον που έχει ευλάβεια, θα μπορέσης σιγά-σιγά να αποκτήσης κι εσύ ευλάβεια, το ίδιο συμβαίνει και με όλες τις αρετές, γιατί η αρετή των άλλων αρωματίζει κι εμάς.
Όταν καθρεφτίζουμε τον εαυτό μας στις αρετές των άλλων και προσπαθούμε να τις μιμηθούμε, οικοδομούμαστε. Αλλά και στα ελαττώματά τους, όταν καθρεφτίζουμε τον εαυτό μας, πάλι βοηθιόμαστε, γιατί τα δικά τους ελαττώματα μας βοηθάνε να δούμε τα δικά μας. Και το μεν χάρισμα του άλλου με παρακινεί να αγωνισθώ, για να το μιμηθώ, ενώ το ελάττωμά του με κάνει να σκεφθώ μήπως το έχω κι εγώ και σε τι βαθμό το έχω, για να αγωνισθώ να το κόψω. Βλέπω λ.χ. κάποιον που έχει εργατικότητα. Το χαίρομαι και προσπαθώ να τον μιμηθώ. Βλέπω σε έναν άλλο ότι έχει περιέργεια. Δεν κατακρίνω τον αδελφό, αλλά ψάχνω να δω μήπως έχω κι εγώ περιέργεια. Κι αν δω ότι έχω, προσπαθώ να την κόψω. Αν όμως βλέπω μόνον τις δικές μου αρετές και τα ελαττώματα των άλλων, ενώ τα δικά μου ελαττώματα τα παραβλέπω ή τα δικαιολογώ και λέω: « είμαι καλύτερος και από αυτόν και από εκείνον και από τον άλλον!», πάει, βούλιαξα.
Ο καθρέφτης μας είναι οι άλλοι. Στους άλλους καθρεφτιζόμαστε και βλέπουμε τον εαυτό μας, και οι άλλοι βλέπουν τις μουντζούρες μας και πλενόμαστε με την υπόδειξή τους.


Ο Χριστός την σωτηρία των ανθρώπων την κρέμασε στην υπομονή


Με λίγη υπομονή που θα κάνη ο άνθρωπος στις δύσκολες στιγμές μπορεί να αποκτήση την θεία Χάρη. Ο Χριστός δεν μας έδειξε άλλον τρόπο σωτηρίας, παρά την υπομονή. Την σωτηρία των ανθρώπων την κρέμασε στην υπομονή. Βλέπεις τι είπε; «Ο υπομείνας εις τέλος, ούτος σωθήσεται» . Δεν είπε « ο υπομείνας εις..θέρος!» . Μέχρι το καλοκαίρι εύκολο είναι να υπομείνης, αλλά μέχρι τέλους; … Να προσέχουμε να μην χάνουμε την υπομονή μας, για να μη χάσουμε τελικά την ψυχή μας. «Εν τη υπομονή υμών κτήσασθε τας ψυχάς υμών», λέει το Ευαγγέλιο.
Είχα ακούσει για την υπομονή που έκανε μια γυναίκα, η οποία εκτός από τον ουράνιο μισθό που θα έχη, ανταμείφθηκε από τον Θεό και σ’ αυτήν την ζωή εκατονταπλάσια. Είχε τρία παιδιά και ο άντρας της ήταν γιατρός. Σαν γιατρός ήταν πολύ καλός, σαν άνθρωπος όμως όχι, γιατί δυστυχώς ήταν κυριευμένος από σαρκικά πάθη και δημιουργούσε προβλήματα και σε άλλες οικογένειες. Έπαιρνε και στο ιατρείο του κοπέλες δήθεν να τον βοηθάνε σαν νοσοκόμες. Μια από αυτές τις νοσοκόμες μπήκε σαν σφήνα ανάμεσα στο ανδρόγυνο και κατόρθωσε να διώξη την σύζυγο με τα τρία παιδάκια και να συζή μαζί του παράνομα στο σπίτι του. Η μάνα με τα παιδάκια αναγκάστηκε να πάη στο πατρικό της σπίτι και να εργάζεται, για να μπορέσουν να συντηρηθούν. Προσευχόταν βέβαια πολύ και έκανε πολλή υπομονή. Ο γιατρός με την παράνομη γυναίκα απέκτησαν άλλα τρία παιδιά. Τι συνέβη όμως; Μόλις γεννήθηκε το τρίτο παιδί, ξεμυαλίσθηκε με μια άλλη κοπέλα δεκάξι χρονών, την οποία πήρε στο ιατρείο του ,για να τον βοηθάη, και έδιωξε την προηγούμενη παράνομη με τα τρία παιδιά. Βλέπετε, λειτούργησαν οι πνευματικοί νόμοι, ώστε να εξοφλήση το σφάλμα της, αλλά και να καταλάβη τον πόνο της πραγματικής συζύγου. Μετά από λίγο καιρό ο γιατρός αρρώστησε και έμεινε κατάκοιτος στο σπίτι του. Η τελευταία μικρή κοπέλα κάθησε μαζί του, όσο είχε χρήματα, αλλά έκανε άτακτη ζωή. Μάζευε φίλους στο σπίτι του, γιατί αυτή δεν μπορούσε να γυρίζη, επειδή δήθεν τον πρόσεχε. Η απρόσεκτη όμως ζωή της τον πλήγωνες συνέχεια, γιατί την ζήλευε. Τελικά, αφού του έφαγε όλα τα χρήματα που είχε στην άκρη, τον εγκατέλειψε. Η πραγματική σύζυγός του, όταν έμαθε ότι βρίσκεται σε κακά χάλια, πήγε και του συμπαραστάθηκε. Καθάρισε, συγύρισε το σπίτι του και τον συντηρούσε από τις οικονομίες που είχε από την εργασία της και από τα χρήματα των παιδιών της, που είχαν μεγαλώσει και εργάζονταν. Η προηγούμενη παράνομη που είχε διωχθή, όχι μόνο δεν τον πλησίασε να τον βοηθήση και να του συμπαρασταθή έστω και λίγο, αλλά ούτε ήθελε να ακούση γι’ αυτόν. Μόνον η στεφανωμένη γυναίκα του του συμπαραστάθηκε, τον περιποιήθηκε και τον βοήθησε πνευματικά. Τελικά ο γιατρός ζήτησε να εξομολογηθή και στην συνέχεια, ζούσε εν μετανοία. Βλέποντας ο Καλός Θεός όλη αυτή την καλή προσπάθεια της καλής συζύγου- χρόνια να κάνη υπομονή, να ζη τίμια και να εργάζεται σκληρά , για να συντηρή και τον άνδρα της, ενώ εκείνος της είχε φερθή τόσο σκληρά και βάρβαρα- την αντάμειψε. Τι συνέβη λοιπόν; Πέθανε στην Αμερική ένας πλούσιος συγγενής του άντρα της και κληρονόμησαν μεγάλη περιουσία. Στο τέλος όλη η περιουσία έμεινε στην καλή σύζυγο και μητέρα , η οποία βοήθησε τα παιδιά της για την καλή τους αποκατάσταση, βοήθησε και άλλους φτωχούς, και αυτή έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής της χωρίς φτώχεια. Αν και όταν ζούσε φτωχικά , πάλι ήταν πλούσια σε αισθήματα – το κυριώτερο.


Οι ταπεινοί διαφυλάσσουν τον πνευματικό τους πλούτο στο θησαυροφυλάκιο του Θεού

- Γέροντα, βλέπω ότι δεν αγαπώ την αφάνεια. Μήπως γι’ αυτό νιώθω μέσα μου άδεια;
- Εσύ μόνο για σαλή δεν κάνεις!... Εκεί θέλει πολλή ταπείνωση . Κοίταξε, αν θέλης να αγαπήσης την αφάνεια, διάβασε τον βίο της Οσίας Ισιδώρας, για να γνωρίσης τα φλωριά της Αγίας, τις αρετές της , να πετάξης τα δικά σου τα κάλπικα, τα μπακιρένια, και στο εξής να μαζεύεις χρυσαφένια και να τα κρύβης στην καρδιά σου και να τα κλειδώνης καλά, για να μην τα κλέψη το ταγκαλάκι.
Οι δια Χριστόν Σαλοί δεν έχουν μέσα τους κενό, αλλά ξεχειλίζουν από το πολύ γέμισμα ης αγάπης του Θεού. Είναι μεγάλοι Άγιοι . Λένε μεν μπανταλομάρες. Αλλά στην πραγματικότητα λένε σωστές συμβουλές με πολύ βάθος. Έχουν πολύ μεγάλη ταπείνωση∙ δεν λογαριάζουν καθόλου τον εαυτό τους. Γι’ αυτό και ο Θεός τους αξιώνει να γνωρίσουν τα θεία μυστήρια και να αποκτήσουν πολλά χαρίσματα.
- Γέροντα, πώς μερικοί Φαρασιώτες , ενώ έβλεπαν τον Άγιο Αρσένιο να κάνη τόσα θαύματα, δεν τον καταλάβαιναν και τον παρεξηγούσαν;
- Οι Άγιοι περισσότερο αγώνα έκαναν, για να κρύψουν τον πνευματικό τους πλούτο, παρά για να τον αποκτήσουν. Και ο Άγιος Αρσένιος κάλυπτε τις αρετές του με διάφορα εξωτερικά καπιά, και ήταν επόμενο οι εξωτερικοί άνθρωποι να μην τον «βλέπουν» και να τον παρεξηγούν από τα εξωτερικά καπιά, δηλαδή τις προσποιητές ιδιοτροπίες που έβλεπαν. Προσπαθούσε δηλαδή πάντοτε ο Άγιος να παρουσιάζη στους ανθρώπους το αντίθετο της κάθε αρετής του, για να αποφύγη τον θαυμασμό τους. Όσοι φυσικά είχαν κρυμμένες αρετές , καταλάβαιναν πόσο θησαυρό έκρυβε ο Άγιος.
Οι ταπεινοί και αφανείς ήρωες του Χριστού είναι οι εξυπνότεροι του κόσμου, διότι κατορθώνουν να φυλάσσουν τον πνευματικό τους θησαυρό στο θησαυροφυλάκιο του Θεού. Γι’ αυτό μεγάλη χαρά να νιώθουμε , όταν ζούμε στην αφάνεια, γιατί τότε θα δούμε πρόσωπο Θεού στην άλλη ζωή και θα νιώθουμε και απ’ αυτήν την ζωή την παρουσία Του δίπλα μας.

Όταν φέρνουμε υπερήφανο λογισμό ,τα κάνουμε θάλασσα

- Γέροντα, είμαι πολύ απρόσεκτη∙ όλο ζημιές κάνω.
- Φαίνεται, θα υπάρχη μέσα σου κρυφή υπερηφάνεια. Επειδή ο Θεός σε αγαπάει, λειτουργούν οι πνευματικοί νόμοι ∙ κάνεις μια ζημιά και ταπεινώνεσαι. «Ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται».
- Γέροντα, φοβάμαι να ξανασιδερώσω , γιατί έκαψα ένα ξένο ράσο.
- Να κάνης τον σταυρό σου και να σιδερώνης.
- Μήπως ήταν του πειρασμού;
- Σπάνια μια ζημιά είναι από φθόνο του διαβόλου∙ συνήθως είναι από υπερήφανο λογισμό. Όταν φέρνουμε υπερήφανο λογισμό, τα κάνουμε θάλασσα. Κι εσύ, φαίνεται, έφερες υπερήφανο λογισμό.
- Γιατί κάηκε το ράσο και δεν έπαθα εγώ ζημιά;
- Γιατί το ράσο πήγε στον άλλον, έγινε γνωστή η ζημιά, οπότε έτσι ρεζιλεύτηκες και ταπεινώθηκες. Ενώ, αν πάθαινες εσύ κάτι, δεν θα ρεζιλευόσουν. Γιατί εξομολογείται κανείς; Για να θεατρινισθή η αμαρτία∙ έτσι σκάζει ο διάβολος.
- Όταν, Γέροντα, πάη κάποιος να κάνη μια δουλειά και τελικά γίνεται ζημιά, τι συμβαίνει; Δεν δούλεψε σωστά ; δεν είχε καθαρή διάθεση;
- Είναι πολλές περιπτώσεις. Πρέπει να εξετάση από πού ξεκίνησε.
- Μπορεί, Γέροντα, κάποιος να κάνη ζημιές από αφηρημάδα;
- Τι θα πη αφηρημάδα; Αν εξετάσης, θα δης ότι τις περισσότερες φορές οι ζημιές στην υπερηφάνεια οφείλονται . Αν σε μια νοικοκυρά περάση ο λογισμός ότι καμιά άλλη δεν πλένει τα πιάτα τόσο καλά όσο αυτή, μπορεί να ρίξη όλο το ράφι με τα πιάτα και να σπάσουν όλα. Μια φορά κάποια που εργαζόταν σε ένα υαλοπωλείο σκέφθηκε: «Τι εύκολα κατεβάζω τα κουτιά με τα ποτήρια!». Μόλις έβαλε αυτόν τον λογισμό , της έφυγαν τα κουτιά από τα χέρια και έσπασαν όλα τα ποτήρια. Ή ,ας πούμε, ένας οδηγός βλέπει ένα γεροντάκι ανήμπορο και το παίρνη να το πάη στον προορισμό του. Αν του περάση ο λογισμός: «για δες, άλλος θα το έκανε αυτό; τι καλά λόγια θα λέη τώρα το γεροντάκι για μένα!», θα τον εγκαταλείψη η Χάρις του Θεού και μπορεί να πέση πάνω σε καμμιά κολόνα ή να ανεβή πάνω στο πεζοδρόμιο, να χτυπήση και κανέναν!

Η πνευματική… διάσπαση του ατόμου

- Γέροντα, πώς θα φύγη η μεγάλη ιδέα που έχω για τον εαυτό μου;
- Αν στραφής μέσα σου και γνωρίσης τον εαυτό σου, θα δης τόση ασχήμια, που θα σιχαθής τον εαυτό σου.
Αν ο άνθρωπος δεν γνωρίση τον εαυτό του για να ταπεινωθή φυσιολογικά, η ταπείνωση δεν μπορεί να του γίνη κατάσταση, για να παραμένη μέσα του η θεία Χάρις. Τότε είναι σε θέση ο διάβολος να του φάη όλα τα χρόνια της ζωής του- ακόμα και τα χρόνια του Μαθουσάλα να του δώση ο Θεός- , παίζοντας το παιχνίδι της κολοκυθιάς. Δηλαδή μια θα του φέρνη ο διάβολος τον λογισμό ότι κάτι είναι, μια θα φέρνη αυτός έναν ταπεινό λογισμό ότι δεν είναι τίποτε∙ μιά ο διάβολος , μιά ο άνθρωπος, μιά θα κερδίζη ο ένας μιά ο άλλος, και θα συνεχίζεται το ίδιο βιολί.
- Βλέπω, Γέροντα, ότι όλες οι αδελφές με έχουν ξεπεράσει στην αρετή, ακόμη και οι νεώτερες.
- Αφού δεν ταπεινώθηκες μόνη σου, ταπεινώθηκες από τους άλλους. Ξέρεις τι κάνουν , όταν θέλουν να στείλουν έναν πύραυλο στο διάστημα; Μετρούν κατεβαίνοντας από τους μεγάλους αριθμούς στους μικρούς: «δέκα ,εννιά, οκτώ, επτά… ένα ,μηδέν!». Μόλις φθάσουν στο μηδέν, εκτοξεύεται. Έτσι κι εσύ , τώρα που έφθασες στο μηδέν, θα εκτοξευθής και θα πας ψηλά. Εσύ φυσική δεν σπούδασες;
- Ναι, Γέροντα.
- Τώρα λοιπόν είναι καιρός να μάθης και την φυσική της μεταφυσικής, για να γνωρίσης πώς θα γίνη η πνευματική διάσπαση του ατόμου σου.
- Πως θα γίνη, Γέροντα;
- Όταν ασχοληθής με το «άτομό» σου και γνωρίσης τον εαυτό σου, θα ταπεινωθής και τότε θα γίνη η πνευματική διάσπαση του ατόμου σου, θα βγη η πνευματική ενέργεια και θα πεταχτής στο.. διάστημα. Μόνον έτσι θα μπορέσης να μπης στην πνευματική τροχιά∙ διαφορετικά θα παραμένης στην κοσμική τροχιά.
Σε τίποτε δεν ωφελεί να ερευνήση κανείς όλον τον κόσμο, αν δεν έχει ερευνήσει τον δικό του κόσμο. Αν γνωρίση πρώτα τον εσωτερικό του κόσμο, δηλαδή τον εαυτό του, το άτομό του, εύκολα μετά γνωρίζει όχι μόνον την γη αλλά και το διάστημα. Όταν ο άνθρωπος γνωρίση το άτομό του, τότε γίνεται αυτομάτως και η διάσπαση του ατόμου του και κινείται πλέον σε πνευματική τροχιά έξω από την έλξη της γης, έξω από την έλξη του κόσμου. Ενώ στην γη ως άνθρωπος, ζη δίχως να τον έλκη η αμαρτία και γενικά οι επιθυμίες του κόσμου.
- Όταν , Γέροντα, παραμένη η υπερηφάνεια, δεν έχει κάνει ο άνθρωπος σωστή αναγνώριση του εαυτού του;
- Ναι, δεν έγινε ακόμη η πνευματική διάσπαση του ατόμου του. Κατάλαβες;
- Δηλαδή, Γέροντα, πάλι στην ταπείνωση γυρίζουμε.
- Μα βέβαια! Ο άνθρωπος που έχει υπερηφάνεια δεν έχει γνωρίση τον εαυτό του. Αν γνωρίση τον εαυτό του, θα φύγη η υπερηφάνεια. Η αναγνώριση είναι το παν. Λείπει η αναγνώριση, γι’ αυτό λείπει η ταπείνωση. Και όταν ο άνθρωπος αναγνωρίζη ταπεινά τον εαυτό του, αναγνωρίζεται και από τους ανθρώπους.
- Κι αν, Γέροντα, υπάρχη αναγνώριση και δεν υπάρχη ταπείνωση;
- Τότε δεν θα υπάρχη καλή διάθεση, φιλότιμο.



Υψηλή θέση και ταπεινό φρόνημα


- Σ’ εμένα, Γέροντα, υπάρχει υπερηφάνεια;
- Ε, υπάρχει και λίγη υπερηφάνεια. Τουλάχιστον να έχουμε την κανονική υπερηφάνεια, όση προβλέπει ο νόμος…
- Υπάρχει, Γέροντα, και «κανονική» υπερηφάνεια;
- Κοίταξε να σου πω: Αν κάποιος έχη ικανότητες, γνώσεις κ.λπ. , και να υπερηφανευθή λίγο, έχει ελαφρυντικά. Όχι βέβαια πως είναι καλή και αυτή η υπερηφάνεια, αλλά δικαιολογείται κατά κάποιον τρόπο. Ένας όμως που δεν έχει ούτε ικανότητες ούτε γνώσεις, δεν δικαιολογείται να υπερηφανεύεται∙ επιβάλλεται να είναι ταπεινός. Αν υπερηφανεύεται , είναι τελείως χαμένος. Βλέπεις, μια νοσοκόμα, που κάνει μια ένεση πενικιλίνης στον άρρωστο και του πέφτει ο πυρετός, μπορεί να έχη υπερήφανο λογισμό, ενώ ο Φλέμινγκ που ανακάλυψε την πενικιλίνη και βοήθησε τόσον κόσμο, πόση ταπείνωση είχε! Ο Φλέμινγκ μετά την ανακάλυψη της πενικιλίνης είχε πάει στην Αμερική. Εκεί τον χειροκροτούσαν οι άλλοι, χειροκροτούσε και αυτός. Κάποια στιγμή ρώτησε: «Τι συμβαίνει; Για ποιον χειροκροτούν;». «Για σένα χειροκροτούν», του είπαν. Τάχασε! Δεν είχε καταλάβει για ποιόν χειροκροτούσαν! Θέλω να πω, εκείνος που βρήκε την πενικιλίνη δεν υπερηφανεύθηκε, και η νοσοκόμα που κάνει την ένεση και πέφτει ο πυρετός καμαρώνει. Γι’ αυτό ο Μέγας Βασίλειος λέει: «Το σπουδαιότερο είναι να έχη ο άνθρωπος υψηλή θέση και ταπεινό φρόνημα». Αυτό έχει μεγάλη αξία και ανταμείβεται από τον Θεό.
Βλέπω την ταπείνωση που έχουν μεγάλοι αξιωματικοί και την υπερηφάνεια που έχουν απλοί χωροφύλακες. Είχε έρθει μια φορά στο Καλύβι ένας υπονωματάρχης με έναν αέρα και έλεγε- έλεγε… «Είμαι αστυφύλακας, είμαι εκείνο, είμαι το άλλο!». Διοικητής της Χωροφυλακής να ήταν, δεν θα μιλούσε έτσι. Φοβερό! Και άλλοι με πλούτη, με θέσεις, με ικανότητες, έχουν μια ταπείνωση, μια απλότητα! Νιώθουν σαν να μην έχουν τίποτε. Μεγάλοι αξιωματικοί δεν φοράνε την στολή τους, για να αποφύγουν τις τιμές. Θυμάμαι, ένας στρατηγός, που είχε πολλά παράσημα από τον πόλεμο, όταν ήταν να πάη για παρέλαση, έλεγε: «Θα φορτωθώ τώρα τα παράσημα…». Και ένας άλλος μόνο ένα γαλόνι είχε πάρει και φορούσε συνέχεια την στολή, για να το δείχνη. Είχε βάλει και πιο φαρδύ σειρίτι – μέχρις εκεί που να μην τον κλείσουν μέσα, γιατί υπάρχει κανονισμός πόσο φαρδύ να είναι το σειρίτι. Καημένοι άνθρωποι!
- Δηλαδή, Γέροντα, όταν έχη κάποιος ταπεινή θέση και υπερηφανεύεται, τι δείχνει; Ότι είναι ανόητος;
- Μια φορά; Πολλές φορές!

«Γίνεσθε ως τα παιδία»

- Γέροντα, ποιά είναι η φυσική απλότητα;
- Η φυσική απλότητα είναι η απλότητα που έχει ένα μικρό παιδί. Το παιδί, όταν κάνη μια αταξία, το μαλώνεις και κλαίει. Αν μετά του δώσης ένα αυτοκινητάκι, πάει, τα ξεχνάει όλα. Δεν εξετάζει γιατί προηγουμένως το μάλωσες και ύστερα του έδωσες το αυτοκινητάκι, επειδή ο μικρός δουλεύει με την καρδιά, ενώ ο μεγάλος δουλεύει με την λογική.
- Γέροντα, υπάρχουν και μεγάλοι που έχουν στην φύση τους μια απλότητα. Αυτό είναι αρετή;
- Ναι, αλλά η φυσική απλότητα- όπως και όλες οι φυσικές αρετές- χρειάζεται λαμπικάρισμα. Ο φύσει απλός άνθρωπος έχει ακακία, καλωσύνη, κ.λπ. , έχει όμως και τις παιδικές πονηρίες. Μπορεί λ.χ. να μη σκεφθή κακό για τον διπλανό του, αλλά , αν πρέπη να διαλέξη ανάμεσα σε δυό πράγματα, θα πάρη το καλύτερο για τον εαυτό του και θα αφήση το χειρότερο στον άλλον. Είναι σαν ένα κομμάτι χρυσός που έχει σε μικρό ποσοστό και άλλα μείγματα και χρειάζεται να περάση από το χωνευτήρι, για να μείνη χρυσός καθαρός. Πρέπει δηλαδή να καθαρισθή τελείως η καρδιά του από κάθε πονηρία, ιδιοτέλεια κ.λπ. , και τότε θα φθάση στην κατάσταση της τελείας απλότητος.
Μέσα στην αληθινή αγάπη του Χριστού, στην κατάσταση εκείνη της απλότητος και καθαρότητος, αναπτύσσεται η καλή παιδικότητα, την οποία ζητά ο Χριστός να αποκτήσουμε- «γίνεσθε ως τα παιδία», λέει . Στην εποχή μας όμως, όσο προχωράει η κοσμική ευγένεια, τόσο χάνεται η απλότητα, η αληθινή χαρά και το φυσικό χαμόγελο.
Θυμάμαι ένα γεροντάκι από την Σκήτη Ιβήρων, τον Γερο- Παχώμιο. Όσο μεγάλη στενοχώρια κι αν είχες, μόνο να τον έβλεπες, έφευγε η στενοχώρια από μόνη της. Και να πήγαινες με σκοπό να του πης πολλά, τα ξεχνούσες όλα, περνούσαν όλα. Είχε κάτι κόκκινα μάγουλα και γελούσε σαν παιδάκι! Ήταν γέρος με όψη μικρού παιδιού . Να χαλούσε ο κόσμος , γελούσε. Πανηγύρι! Ούτε γράμματα ήξερε, ούτε και από ψαλτικά ήξερε, εκτός από το «Χριστός Ανέστη», που έψαλλε το Πάσχα. Όταν ερχόταν στο Κυριακό της Σκήτης, για να εκκλησιασθή στις γιορτές, ποτέ δεν καθόταν στο στασίδι, αλλά στεκόταν πάντοτε όρθιος, ακόμη και στις ολονυκτίες , και έλεγε την ευχή. Είχε αγωνιστικό πνεύμα και πολύ φιλότιμο. Αν τον ρωτούσες: «Γερο-Παχώμιε, πού βρίσκεται η Ακολουθία», απαντούσε: «Ψαλτήρια- ψαλτήρια λένε οι πατέρες». Όλα ψαλτήρια τα έλεγε.
Ήταν πολύ ταπεινό το γεροντάκι αυτό και πολύ χαριτωμένο. Είχε απαλλαγή από τα πάθη, γι’ αυτό ήταν σαν άκακο παιδί. Ενώ, όταν ο άνθρωπος δεν αποβάλη από μικρός τον παιδικό εγωισμό, την παιδική υπερηφάνεια, το παιδικό πείσμα και παραμείνη σε μια νηπιώδη κατάσταση, φθάνει στα γεράματα να έχη απαιτήσεις μικρού παιδιού. Γι’ αυτό λέει ο Απόστολος Παύλος: «Μη παιδία γίνεσθε ταις φρεσίν, αλλά τη κακία νηπιάζετε».

Η κενοδοξία

- Γιατί, Γέροντα, νιώθω μέσα μου ένα κενό;
- Από την κενοδοξία είναι. Όταν επιδιώκουμε να ανεβαίνουμε στα μάτια των ανθρώπων, νιώθουμε μέσα μας κενό- τον καρπό της κενοδοξίας - , γιατί ο Χριστός δεν έρχεται στο κενό, αλλά στην καρδιά του καινού ανθρώπου. Δυστυχώς , πολλές φορές οι πνευματικοί άνθρωποι θέλουν την αρετή, αλλά θέλουν και κάτι που να τρέφη την υπερηφάνειά τους, δηλαδή αναγνώριση, πρωτεία κ.λπ., κι έτσι μένουν με ένα κενό στην ψυχή τους, το κενό της κενοδοξίας• δεν υπάρχει το πλήρωμα , το φτερούγισμα της καρδιάς. Και όσο μεγαλώνει η κενοδοξία τους, τόσο μεγαλώνει και το κενό μέσα τους και τόσο υποφέρουν.
- Γέροντα, από πού προέρχεται το ζόρισμα που νιώθω στον αγώνα μου;
- Δεν αγωνίζεσαι ταπεινά. Όποιο; αγωνίζεται ταπεινά, δεν συναντά δυσκολία στον αγώνα του. Όταν όμως υπάρχουν πνευματικές επιδιώξεις ποτισμένες με κενοδοξία, τότε η ψυχή ζορίζεται. Τα άλλα πάθη δεν μας δυσκολεύουν τόσο πολύ στο πνευματικό ανέβασμα , όταν επικαλούμαστε ταπεινά το έλεος του Θεού. Όταν όμως μας κλέβη το ταγκαλάκι με την κενοδοξία, μας δένει τα μάτια και μας οδηγεί από το δικό του δύσβατο μονοπάτι και τότε ζοριζόμαστε , γιατί βρισκόμαστε σε ταγκαλίστικο χώρο.
Η πνευματική ζωή δεν είναι όπως η κοσμική ζωή. Εκεί, για να πάη, ας υποθέσουμε , καλά μια επιχείρηση, πρέπει να κάνη κανείς την τάδε διαφήμιση, να ρίξη αυτά τα φέιγ-βολάν , να κοιτάξη πώς να προβληθή. Στην πνευματική ζωή όμως, μόνον αν μισήση κανείς την κοσμική προβολή, πάει καλά η επιχείρηση η πνευματική.
- Γέροντα, πώς θα διώξω τους λογισμούς κενοδοξίας;
- Να χαίρεσαι με τα αντίθετα από αυτά που επιδιώκουν οι κοσμικοί. Μόνο με τα αντίθετα των κοσμικών επιδιώξεων θα μπορέσης να κινηθής στον πνευματικό χώρο. Στοργή θέλεις; Να χαίρεσαι, όταν δεν σου δίνουν σημασία. Ζητάς θρόνο; Κάθισε τον εαυτό σου στο σκαμνί. Ζητάς επαίνους; Αγάπησε την περιφρόνηση , για να νιώσης τη αγάπη του Περιφρονημένου Ιησού. Ζητάς δόξα; Ζήτα ατιμία, για να νιώσης την δόξα του Θεού. Και όταν νιώσης την δόξα του Θεού, θα νιώθης τον εαυτό σου ευτυχισμένο και θα έχης μέσα σου την μεγαλύτερη χαρά από όλες τις χαρές του κόσμου.






Από το βιβλίο: «ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ Ε΄
ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ»
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
«ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
2007

Αρχειοθήκη ιστολογίου