Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2010

"Η ζωή Του ζωή μου" Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου

3.Ο κίνδυνος στη Δημιουργία

Το να δημιουργήσει κάποιος κάτι νέο είναι πάντοτε σαν ένα τυχερό παιχνίδι, και η δημιουργία του ανθρώπου από το Θεό κατ’ εικόνα και ομοίωση αυτού ενείχε μέχρις ένα βαθμό κίνδυνο. Αυτό βέβαια δε σημαίνει πως ο Θεός κινδύνευε εισάγοντας ένα ασταθές στοιχείο ή συγκρουόμενο με την αιώνια ύπαρξή του, αλλά το γεγονός ότι έδωσε στον άνθρωπο θεϊκή ελευθερία, απέκλεισε κάθε μορφή προορισμού. Ο άνθρωπος έχει πλήρη ελευθερία να καθορίσει τη στάση του αρνητικά έναντι του Θεού, και ακόμα να συγκρουσθεί μαζί του. Σαν απέραντη αγάπη, ο Ουράνιος Πατέρας, δεν μπορεί να εγκαταλείψει τον άνθρωπο, που ο ίδιος δημιούργησε αιώνιο, για να γίνει μέτοχος της θείας του πληρότητας. Ο Θεός ζει μαζί μας την ανθρώπινη τραγωδία μας. Κατανοούμε τον κίνδυνο, αναπνέοντας κατά κάποιο τρόπο στο μεγαλείο του, όταν μελετούμε τη ζωή του Χριστού στη γη.
Ύστερα από μακρά μελέτη της «Εσχάτης Κρίσεως» του Μιχαήλ Αγγέλου στην Καπέλλα Σιξτίνα, ανακάλυψα στην τοιχογραφία μιαν αναλογία σχετική με την δική μου αντίληψη για τη δημιουργία του κόσμου. Προσέξτε το Χριστό της εικόνας, τη χειρονομία την οποία κάνει. Ωσάν πρωταθλητής, εξακοντίζει στην άβυσσο όλους όσους τόλμησαν να τον πολεμήσουν. Ολόκληρη η απέραντη οροφή είναι γεμάτη από ανθρώπους και αγγέλους που τρέμουν από φόβο. Μέσα στην ολοφάνερη κοσμική τους διάσταση, όλα έχουν αποδοθεί έτσι λόγω της δικής τους καταστάσεως και όχι λόγω της οργής του Χριστού. Αυτός βρίσκεται στο κέντρο και η οργή του είναι τρομερή . Αυτός ,βέβαια, δεν είναι ο τρόπος με τον οποίο εγώ βλέπω το Χριστό. Ο Μιχαήλ Άγγελος ήταν ευφυής, αλλά όχι ειδικός για λειτουργικά θέματα.
Ας ανακατασκευάσουμε τώρα τη νωπογραφία . Ο Χριστός φυσικά πρέπει να είναι στο κέντρο, αλλά διαφορετικός Χριστός, πιο σύμφωνος με τις αποκαλύψεις που είχαμε γι’ αυτόν: Ο Χριστός παντοκράτορας, αλλά με τη δύναμη της ταπεινής αγάπης. Δεν του αρμόζει η εκδικητική χειρονομία. Δημιουργώντας μας ως ελεύθερα όντα, περίμενε σαν πιθανή , ίσως αναπόφευκτη την τραγωδία της πτώσεως του ανθρώπου. Καλώντας μας από το σκότος της ανυπαρξίας στην ύπαρξη, η μοιραία του χειρονομία μας ανεβάζει στα απόκρυφα βασίλεια της κοσμικής ζωής. «Ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών» στέκεται πάντοτε κοντά μας. Μας αγαπά πνευματικά παρά την αναίσθητη συμπεριφορά μας. Μας καλεί, είναι πάντοτε έτοιμος να απαντήσει στην κραυγή μας για βοήθεια και να οδηγήσει τα διστακτικά και αβέβαια βήματά μας μέσα απ’ όλα τα εμπόδια που βρίσκονται στο δρόμο μας. Μας σέβεται ως ίσους του. Το ύψιστο ιδανικό του είναι να μας δει στην αιωνιότητα, αληθινά ως ίσους του, φίλους του και αδελφούς του, και γιούς του Πατέρα. Αγωνίζεται γι’ αυτόν, το επιθυμεί διακαώς. Αυτός είναι ο Χριστός μας, και ως άνθρωπος κάθισε στα δεξιά του πατέρα.
Αρχικά ο Θεός δημιουργεί το Πνεύμα μας καθαρά δυνητικό. Το τι ακολουθεί δεν εξαρτάται απόλυτα απ’ αυτόν. Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να διαφωνήσει μαζί του, ακόμα και να του αντισταθεί. Παρουσιάζεται μια κατάσταση κατά την οποία εμείς οι ίδιοι καθορίζουμε το αιώνιο μέλλον μας – πάντοτε βέβαια σε σχέση με το Θεό. Χωρίς αυτόν δεν μπορούμε να υπάρχουμε . Και αν ζητάμε μια αγιασμένη αιωνιότητα –πράγμα το οποίο ουσιαστικά ανήκει μόνο σ’ αυτόν- κάθε μας πράξη, όλη η δημιουργική δραστηριότητά ας, βεβαιότατα πρέπει να εκπορεύεται ,όχι χωρίς αυτόν, αλλά μαζί με αυτόν και δι’ αυτού.

Επειδή γεννηθήκαμε καθαρά δυνητικοί, το πνεύμα μας πρέπει συνέχεια να καθιστά την ύπαρξή μας υπόσταση. Έχομε ανάγκη να αναπτυσσόμεθα. Αυτή η ανάπτυξη συνδέεται με πόνους και βάσανα. Όμως όσο παράξενο και να φαίνεται , τα βάσανα είναι επιτακτικά για τη διατήρηση της ζωής που δημιουργήθηκε από το μηδέν. Εάν τα ζώα δεν αισθάνονταν πείνα, δεν θα έκαναν καμιά προσπάθεια προς εύρεση τροφής αλλ’ απλώς θα παρέμεναν καταγής περιμένοντας τον θάνατο. Ομοίως οξεία ανησυχία αναγκάζει τον αρχέγονο άνθρωπο να ψάξει για τη διατροφή του. Ύστερα καθώς προχωρεί προς τη λογική γνώση, τα βάσανα αποκαλύπτουν στο νου του που μπορεί να αντιληφθεί συγχρόνως και τα δύο, πρώτο την ατέλεια του και δεύτερο την ατέλεια του κόσμου που τον περιβάλλει. Αυτό τον αναγκάζει να αναγνωρίσει την αναγκαιότητα ενός νέου δημιουργικού τύπου προσπαθείας, για μια τελειότερη ζωή σ΄ όλες τις εκδηλώσεις της. Αργότερα, θα φθάσει σε μια συγκεκριμένη αντίληψη για το Υπέρτατο Ον, το οποίο θα εμπνεύσει στην ψυχή του την αναζήτηση καλύτερης γνώσεως αυτού. Και μ’ αυτόν τον τρόπο φτάνει ο άνθρωπος στη σκέψη ότι το Πρωτογενές Όν, που η κατανόησή του τον ανάγκασε να σκεφθεί για πρώτη φορά, δεν αρνείται να συζητήσει μαζί του. στο φως αυτής της σχέσεως ο θάνατος φαίνεται σαν παραλογισμός, πιθανότητα που πρέπει να πολεμηθεί αμείλικτα. Και η ιστορία αποδείχνει ότι πολλοί από αυτούς που έκαμαν αυτό τον πόλεμο με αδιάπτωτη δραστηριότητα, και αν ακόμα βρίσκονταν εδώ στη γη, πνευματικά βρίσκονταν στην αιώνια Βασιλεία του ζωντανού Θεού και πέρασαν από το θάνατο στην ατελείωτη ζωή, στο Φως του θείου Όντος.
Ας φανταστούμε πάλι τη δραματική χειρονομία του «δικού μας» Ιησού, να ρίχνει τον άνθρωπο, που δημιούργησε ο ίδιος, ελεύθερο, σαν ένα θαυμάσιο σπόρο στον κόσμο που ετοιμάστηκε γι’ αυτόν. Η κίνηση αυτή είναι του σπορέα που ρίχνει το σπόρο στη γη που οργώθηκε και ετοιμάστηκε…

Προσευχή κατά τη χαραυγή

Ω Κύριε αιώνιε και Δημιουργέ των πάντων,
ο οποίος με την ανεξερεύνητη αγαθότητά σου
με κάλεσες σ’ αυτή τη ζωή,
ο οποίος μου έδωσες τη χάρη του βαπτίσματος
και τη σφραγίδα του Αγίου Πνεύματος,
ο οποίος με προίκισες με την επιθυμία
να αναζητήσω εσέ
τον μόνο αληθινό Θεό,
εισάκουσε την προσευχή μου.
Δεν έχω ζωή, φως, χαρά ή σοφία
ούτε δύναμη χωρίς εσένα, ω Θεέ.
Εξαιτίας των αμαρτιών μου δεν τολμώ να υψώσω
τους οφθαλμούς μου σ’ εσένα.
Αλλά συ είπες στους μαθητές σου:
« Κάθε τι που θα ζητήσετε στην προσευχή σας με πίστη,
θα το λάβετε»
και «κάθε τι που θα ζητήσετε στο όνομά μου
θα γίνει».
Γι’ αυτό τολμώ να σε επικαλεστώ:
Καθάρισέ με από κάθε ρύπο σωματικό και
πνευματικό.
Δίδαξέ με να προσεύχομαι ορθά.
Ευλόγησε αυτή τη μέρα που χάρισες σ’ εμένα
τον ανάξιο δούλο σου.
Με τη δύναμη της ευλογίας σου κάνε με ικανό
συνέχεια να ομιλώ και να εργάζομαι για τη δόξα σου,
με καθαρό πνεύμα, ταπείνωση, υπομονή, αγάπη,
ευγένεια, ειρήνη, θάρρος και σοφία,
να αισθάνομαι πάντοτε την παρουσία σου.
Με την άπειρη αγαθότητα σου, ω Κύριε Θεέ
δείξε μου το δρόμο του θελήματός σου,
και δώσε ώστε να βαδίζω μπροστά σου
χωρίς αμαρτία.
Ω Κύριε, σ’ εσένα όλες οι καρδιές είναι ανοικτές.
Συ γνωρίζεις όλα όσα έχω ανάγκη.
Συ γνωρίζεις την τυφλότητα και την άγνοιά μου.
Συ γνωρίζεις την αστάθεια και την διαφθορά της
ψυχής μου.
Αλλ’ ούτε ο πόνος και η αγωνία μου είναι κρυμμένα
από σένα .
Δέξου ,σε παρακαλώ , την προσευχή μου
και με το Άγιο Πνεύμα σου δίδαξέ με τον δρόμο που
πρέπει να πορευθώ.
Και όταν η διεστραμμένη μου θέληση με οδηγήσει σ’
άλλους δρόμους,
μη μ’ αφήσεις να χαθώ, αλλά κάνε με να επιστρέψω
σ’ εσένα.
Δος μου, με τη δύναμη της αγάπης σου, να κρατηθώ
σταθερά στο αγαθό.
Φύλαξέ με από κάθε λόγο ή πράξη
που μπορεί να καταστρέψει την ψυχή,
από κάθε επιθυμία που μπορεί να σε δυσαρεστήσει
Και να βλάψει τον αδελφό μου.
Δίδαξέ με πως πρέπει και τι πρέπει να λέγω.
Αν είναι θέλημά σου να μην απαντώ,
δος μου πνεύμα ειρηνικής σιωπής,
που να μην προκαλεί λύπη ή πόνο στον αδελφό μου.
Στήριξέ με στο δρόμο των εντολών σου
και μέχρι την τελευταία μου πνοή
δώσε να μην απομακρυνθώ από το φως των εντολών
σου.
Οι εντολές σου ας γίνουν ο μόνος νόμος της ζωής
μου
στη γη και σ’ όλη την αιωνιότητα.
Ω Θεέ, σε παρακαλώ, ελέησέ με.
Λύτρωσέ με από τη θλίψη και την αθλιότητά μου
και μην κρύβεις από μένα το δρόμο της σωτηρίας.
Μέσα στη μωρία μου ,ω Θεέ, σου ζήτησα πράγματα
πολλά και μεγάλα.
Θυμάμαι πάντοτε την αδυναμία μου, την αγένεια και
την φαυλότητά μου και κράζω:
Ελέησέ με.
Μη με απομακρύνης από το Πρόσωπό σου εξαιτίας
της αλαζονείας μου.
Δώσε και αύξησε σε μένα τη δύναμη
να σε αγαπώ σύμφωνα με τις εντολές σου,
εγώ ο χειρότερος των ανθρώπων,
με όλη μου την καρδιά,
με όλη μου την ψυχή,
με όλη μου τη διάνοια,
με όλη μου τη δύναμη,
και με όλη μου την ύπαρξη.

Ναι, ω Θεέ, με το Άγιο πνεύμα σου,
δίδαξέ με δίκαια κρίση και γνώση.
Δος μου τη γνώση της δικής σου αλήθειας,
πριν έλθει το τέλος μου.
Διατήρησε τη ζωή μου στον κόσμο τούτο,
μέχρι να μπορέσω να σου προσφέρω άξια μετάνοια.
Μη με οδηγήσεις σε θάνατο στη μέση των ημερών
μου.
Ούτε ενόσω ο νους μου είναι τυφλωμένος .
Όταν όμως θέλεις να βάλεις τέρμα στη ζωή μου,
να μου το δείξεις από πρωτύτερα
για να προετοιμάσω την ψυχή μου
πριν παρουσιαστεί μπροστά σου.
Να είσαι μαζύ μου, ω θεέ, κατά την φοβερή αυτή ώρα
και να μου δωρίσεις τη χαρά της σωτηρίας ,
Καθάρισέ με από τις κρυφές αμαρτίες μου
και απ’ όλη την αχαριστία που έχω μέσα μου
Και δώρισέ μου καλή απολογία
μπροστά στο θρόνο της κρίσης σου.
Ναι, ω θεέ , με το μεγάλο σου έλεος
και την αμέτρητη αγάπη σου
για το ανθρώπινο γένος,

Άκουσε την προσευχή μου.

8. Ο αγώνας στην προσευχή

Ω Πνεύμα Άγιο, αιώνιε Βασιλιά
που δίνεις την αιώνια ζωή,
επίβλεψε με το αμέτρητο έλεός σου
στις αδυναμίες της φύσεώς μας.
Φώτισέ μας και αγίασέ μας.
το φως της γνώσεώς σου
ας λάμψει στις σκοτισμένες καρδιές μας,
και στα πήλινα σκεύη της φύσεώς μας
φανέρωσε την ακατανίκητη δύναμή σου.

Η προσευχή είναι μια ατέλειωτη δημιουργία, υπέρτατη τέχνη. Επανειλημμένα λαβαίνομε πείρα μιας ενσυνείδητης κινήσεως προς τα πάνω, προς το Θεό, που σαν επακόλουθο έχει την κάποια απομάκρυνσή μας από το φως του. Πότε- πότε αισθανόμαστε την ανικανότητα του νου μας να υψωθεί σ’ αυτόν. Υπάρχουν στιγμές που αισθανόμαστε τον εαυτό μας σε κατάσταση παραφροσύνης . «Μου έδωσες, Κύριε, την εντολή της αγάπης, αλλά δεν υπάρχει μέσα μου δύναμη γι’ αγάπη. Έλα και κάνε πραγματικότητα σ’ εμένα όσα συ μου παρήγγειλες, γιατί η εντολή σου είναι πάνω από τις δυνάμεις μου. Ο νους μου είναι τόσο ανίσχυρος να σε αντιληφθεί. Το πνεύμα μου δεν μπορεί να δει μέσα στα μυστήρια της βουλήσεώς σου. Οι μέρες μου περνούν σ’ ένα ατέλειωτο αγώνα. Βασανίζομαι από το φόβο μήπως σε χάσω εξαιτίας των εσωτερικών κακών σκέψεών μου».
Μερικές φορές η προσευχή φαίνεται να χαλαρώνει και τότε κραυγάζουμε: «Τάχυνον επ’ εμέ ο Θεός». Αλλ’ εάν δεν απομακρυνθούμε από το κράσπεδο του ιματίου του, η βοήθεια θα έλθει. Είναι ζωτικό να ζούμε «εν τη προσευχή» για να μπορέσουμε να αντιδράσουμε με σθένος στην καταστρεπτική επίδραση του έξω κόσμου.
Η προσευχή δεν μπορεί ν’ αποτύχει να αναζωογονήσει τη θεία πνοή, που ο Θεός ενεφύσησε στον Αδάμ, με τη δύναμη της οποίας ο Αδάμ έγινε «ψυχή ζώσα» (Γεν.2,7) . Τότε το αναγεννημένο πνεύμα μας θα θαυμάσει το ύψιστο μυστήριο του ‘Οντος και οι καρδιές μας θα ηχήσουν τον ψαλμικό ύμνο των θαυμαστών έργων του Κυρίου. Θα κατανοήσουμε την έννοια των λόγων του Κυρίου: «Εγώ ήλθον ίνα ζωήν έχωσι και περισσόν έχωσιν» ( Ιωάν. 10,10 ) .
Αλλά αυτή η ζωή είναι γεμάτη παράδοξα, όπως και όλη η διδασκαλία του Ευαγγελίου. «Πυρ ήλθον βαλείν επί την γην , και τι θέλω ει ήδη ανήφθη» ( Λουκ. 12,49) . Αν δεν περάσουμε μέσα απ’ αυτή τη φωτιά και δεν κατακαύσουμε τα πάθη που έχουμε ένεκα της πτώσεως της φύσεώς μας, δεν θα δούμε τη φωτιά να μεταμορφώνεται σε φως. Γιατί δεν έρχεται το φως πρώτο, αλλά η φωτιά. Στην κατάσταση της πτώσεως, η φωτιά προηγείται από το φως.
Ας δοξάσουμε επομένως το Θεό γι’ αυτό ,την καταστρεπτική φωτιά. Δεν γνωρίζομε εξ ολοκλήρου αλλά μόνον «εκ μέρους» ( Α΄Κορ. 13,9) ότι δηλαδή δεν υπάρχει άλλος δρόμος για μας τους θνητούς να γίνομε «υιοί αναπαύσεως» ( Λουκ. 20,36 ) να βασιλέψουμε με το Χριστό. Όμως όσο οδυνηρή και αν είναι αυτή η αναδημιουργία, όσο απελπιστική και σπαρακτική η πορεία και γεμάτη αγωνία, είναι πράγματι ευλογημένη. Η πολυμάθεια απαιτεί μακρά εργασία, αλλά η προσευχή είναι σε πολλαπλάσιο βαθμό δυσκολότερη να γίνει κτήμα μας…


…Όταν τα Ευαγγέλια και οι Επιστολές γίνουν για μας πραγματικότητα, βλέπομε πόσο αφελείς ήταν οι μέχρι τώρα θέσεις μας για το Θεό και για την «εν αυτώ» ζωή μας. Τόσο πολύ η πραγματικότητα υπερέχει από τη γνώση του ανθρώπου. «Οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν» ( Α΄Κορ. 2,9 ) . Ακόμα και ένας ψίθυρος του Θείου, είναι δόξα, πέρα από κάθε σύγκριση, σε σχέση με κάθε περιεχόμενο της μακρά από το Θεό ζωής.
Στενός είναι ο δρόμος και γεμάτος αγκάθια και θλίψεις. Θα έχουμε πολλούς αναστεναγμούς στο δρόμο. Ο βασικός φόβος ο οποίος είναι «αρχή σοφίας» ( Ψαλμ. 111,10 ) θα κυριέψει τις καρδιές μας ,θα ανατρέψει ολόκληρο το είναι μας εξωτερικεύοντάς το, για να συγκεντρώσει την προσοχή σ’ αυτά που συμβαίνουν μέσα μας. Ανίκανοι ν’ ακολουθήσουμε το Χριστό στεκόμαστε για λίγο τρομαγμένοι. « Προάγων ο Ιησούς τους μαθητάς… αυτοί εθαμβούντο και ακολουθούντες εφοβούντο» ( Μαρκ. 10,32 ) .
Κανένας δεν μπορεί να ξεφύγει τις θλίψεις αν θέλει να γεννηθεί σε μια νέα ζωή εν Θεώ, εάν θέλουμε να μεταμορφώσουμε το φυσικό μας σώμα σε πνευματικό σώμα. Όπως είπε ο Άγιος Παύλος: «σπείρεται σώμα ψυχικόν, εγείρεται σώμα πνευματικόν» ( Α΄Κορ. 15,44 ) . Μόνο η δύναμη της προσευχής υπερνικά την αντίσταση της ύλης και ελευθερώνει το πνεύμα από αυτό τον περιορισμένο και αδρανή κόσμο σε ανοικτούς χώρους που λάμπουν στο φως.
Το πνεύμα παραπλανάται από τις δοκιμασίες , οι οποίες επισυμβαίνουν στον αγώνα μας για προσευχή. Δεν είναι εύκολο να προσδιορίσει κανείς την αιτία και το είδος τους. Μέχρι ότου μπούμε «εις το θυσιαστήριο του θεού» ( Ψαλμ. 72,17 ) , πολλές φορές θα δειλιάσουμε, επειδή δεν είμαστε βέβαιοι ότι τα έργα μας είναι αρεστά στον πανάγιο Θεό. Αφού δεν είμαστε απαλλαγμένοι από την αμαρτία, μπορούμε μόνο να σκεφτόμαστε ότι τα δικά μας σφάλματα είναι εκείνα που προκαλούν τις καταιγίδες που μαίνονται γύρω μας. Ο απόστολος Πέτρος υπενθύμισε στους πρώτους χριστιανούς ,που βρίσκονται σε δύσκολη κατάσταση, ότι «πνεύμα δόξης» ( Α’ Πετρ. 4,14 ) επεκάθισε σ’ αυτούς. ‘Ένα πράγμα όμως είναι πέρα από κάθε αμφιβολία, ότι θα έλθει η ώρα ,που όλες οι δοκιμασίες και οι ταραχές θα εξαφανιστούν στο παρελθόν. Τότε θα δούμε ότι οι πιο οδυνηρές περίοδοι της ζωής μας ήταν οι πιο καρποφόρες και θα μας συνοδεύουν πέρα από τα όρια αυτού του κόσμου και θα γίνουν θεμέλια της βασιλείας «μη σαλευόμενα» ( Εβρ. 12,28 ) .
Ο παντοδύναμος Θεός μας κάλεσε από την ανυπαρξία . Εκ φύσεως είμαστε άδειοι ,παρ’ όλα αυτά όμως περιμένομε από το Θεό να μας σέβεται και να μας υπολογίζει. Ξαφνικά ο Παντοδύναμος αποκαλύπτει τον εαυτό του με άπειρη ταπεινότητα. Το όραμα υπερχειλίζει ολόκληρη την ύπαρξή μας και από ένστικτο υποκλινόμαστε με λατρεία. Ακόμα και αυτό δεν φαίνεται αρκετό, αλλά οπωσδήποτε όσο περισσότερο προσπαθούμε να ταπεινώσουμε τον εαυτό μας μπροστά του, ακόμα υστερούμε μπροστά στην ταπείνωσή του.
Η προσευχή σ’ αυτόν το Θεό της αγάπης και της ταπεινώσεως υψώνεται από τα βάθη της υπάρξεώς μας. Όταν η καρδιά μας γεμίσει με αγάπη για το Θεό, είμαστε εξ ολοκλήρου ενημερωμένοι ότι βρισκόμαστε κοντά του, αν και γνωρίζομε πολύ καλά ότι είμαστε «σποδός» ( Γεν. 3,19 ) . Όμως στο ορατό σχήμα της φύσεώς μας ο αθάνατος Θεός περιέγραψε την εικόνα της αόρατης υπάρξεώς του, και έτσι αντιλαμβανόμαστε την αιωνιότητα. Με την προσευχή εισερχόμαστε στη Θεία ζωή, και ο Θεός προσευχόμενος μέσα μας είναι η αδημιούργητη ζωή, η οποία μας διαπερνά…





Η πείρα της αιωνιότητας με την προσευχή

Ω! Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του ζώντος Θεού,
Σε παρακαλούμε και σε ικετεύομε,
Μη μας απομακρύνεις από το πρόσωπό σου,
Μην οργισθείς για την ασέβειά μας.
Φανερώσου σ’ εμάς , Φως του κόσμου,
Αποκάλυψέ μας
το μυστήριο της οδού της δια σου σωτηρίας,
για να γινόμαστε
γιοί και θυγατέρες του Φωτός σου.

Προσήλωσε το νου σου στο Θεό και θα ‘ρθει η στιγμή κατά την οποία θα αισθανθείς το άγγιγμα του Αιωνίου Πνεύματος στην καρδιά σου. Αυτό το θαυμάσιο πλησίασμα του πανάγιου Θεού, υψώνει το πνεύμα στις σφαίρες του άκτιστου Όντος και ο νους λαβαίνει πείρα όλων όσα υπάρχουν εκεί. Η αγάπη ξεχειλίζει σαν ποταμός φωτός σε όλη την κτίση. Η φυσική καρδιά αισθάνεται αυτή την αγάπη σαν πνευματική, μεταφυσική.
Για να μπορέσουμε «ίνα ειδώμεν τα υπό του Θεού χαρισθέντα ημίν» (Α΄ Κορ. 2,12) εκ των άνω, ο Θεός αποσύρεται για λίγο ύστερα από την επίσκεψή του σ’ εμάς. Αισθανόμαστε παράξενα, όταν ο Θεός μας εγκαταλείπει. Στη νεαρή μου ηλικία ήμουν ζωγράφος και η φυσική ικανότητά μου δε με εγκατέλειπε. Μπορεί να είμαι κατάκοπος για να ζωγραφίσω, μπορεί να λείπει και η έμπνευση, αλλά γνωρίζω ότι το χάρισμα υπάρχει σαν ένα αδιάσπαστο μέρος του εαυτού μου. Όμως είναι διαφορετικά με το Θεό. Όταν ο Θεός μας εγκαταλείπει, υπάρχει ένα κενό μέσα μας και δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι αν θα επιστρέψει εκ νέου. Ο Θεός εξαφανίζεται. Εμείς εγκαταλειπόμαστε άδειοι και νεκροί. Όταν μας επισκέπτεται , αισθανόμαστε κάτι που υπερβαίνει κάθε φαντασία. Και ξαφνικά, επιστρέφω στην παλιά μου κατάσταση, η οποία πριν από την επίσκεψή του ,μου φαινόταν φυσική και ικανοποιητική. Τώρα με τρομάζει. Μεταφέρθηκα στο παλάτι του Μεγάλου Βασιλιά, μόνο για να εξορισθώ πάλι; Όταν ήμουν εκεί γνώριζα ότι ήμουν στο σπίτι του Πατέρα μου, τώρα όμως στέκομαι έξω λυπημένος.
Αυτές οι εναλλασσόμενες καταστάσεις με διδάσκουν πώς να διακρίνω μεταξύ των φυσικών χαρισμάτων και αυτών τα οποία έρχονται σαν καθαρή χάρη από ψηλά. Η προσευχή προκάλεσε την πρώτη επίσκεψη. Πάλι με την προσευχή και πάντοτε με πιο επίμονη προσευχή ελπίζω στην επιστροφή του. Και πράγματι επιστρέφει. Συχνά όταν επιστρέφει, αλλάζει συνήθως το χαρακτήρα της παρουσίας του, αλλά και έτσι συνέχεια πλουτίζομαι με περισσότερες γνώσεις για τη βασιλεία του Πνεύματος. Τώρα υπάρχει πόνος αλλά υπάρχει και χαρά. Αναπτύσσομαι. Διδάσκομαι να συμπεριφέρομαι κάτω από τη νέα κυριαρχία του.
Όλες οι πνευματικές ασκήσεις και τα παλαίσματα για την προσευχή είναι πάρα πολύ σκληρά. Το πνεύμα μας βρίσκεται σε συνεχή ροή. Κατά καιρούς η καρδιά μας αισθάνεται πολύ ξερή και σκληρή . Αλλά ο χρόνος ,όταν χάνουμε το ζήλο, γίνεται συντομότερος.
Κατά την προσευχή αισθανόμαστε την παρουσία του Θεού, η οποία, αν και δεν πετυχαίνουμε την πλήρη πείρα αυτού που αναζητούμε, βεβαιώνει την πίστη μας. Πλησιάζομε προς το τέλος της μακράς έρευνάς μας να ανακαλύψουμε το βάθος του Όντος – μια έρευνα που κατά το παρελθόν μας ενέπλεκε από μια πνευματική περιπέτεια σε άλλη. Τώρα οδηγούμαστε προς το τέρμα που μας υποδείχνει ο Χριστός, όχι πλανώμενοι αλλά εμπνεόμενοι από το μεγαλείο του γεγονότος που έχομε μπροστά μας…






Από το βιβλίο «Η ζωή Του ζωή μου»
Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου
Εκδόσεις Π.Πουρναρά
Θεσσαλονίκη

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2010

«Αρχιμ. Πλακίδα Deseille Φιλοκαλία Η νηπτική παράδοση της Ορθοδοξίας και η ακτινοβολία της στον κόσμο»

Η ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗ ΟΔΟΣ

ΕΥΣΠΛΑΧΝΙΑ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ


Περισσότερο κι από την άσκηση του σώματος, που αντιμάχεται τις άταχτες τάσεις της επιθυμίας, η άσκηση της ευσπλαχνίας και της συμπάθειας , που καθαρίζει το θυμικό, είναι απαραίτητη σ’ αυτόν που θέλει να εφαρμόσει τις εντολές του Κυρίου. Η επιθετικότητα και η οξυθυμία, που μπαίνουν στην υπηρεσία του εγώ, είναι αυτό που εμποδίζει τον άνθρωπο περισσότερο στη βασιλεία της αγάπης. Και αν η αγάπη είναι μέσα μας το μάτι που βλέπει τον Θεό, αφού αυτή προπάντων μας κάνει σύμμορφους με Εκείνον, τίποτε δεν μπορεί να σκοτεινιάσει περισσότερο αυτό το μάτι από τον θυμό, το μίσος και τη μνησικακία.
Εκείνος που έχει έρωτα αληθινής προσευχής και οργίζεται ή μνησικακεί , είναι αξιοκατηγόρητος. Είναι όμοιος μ’ εκείνον που θέλει να βλέπει καθαρά και όμως ταράζει ο ίδιος τα μάτια του.
Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής έχει σε πλάτος αναπτύξει αυτή την ευάγρια διδασκαλία σ’ έναν τόνο κάπως διαφορετικό:
Εκείνος που αγαπάει πάντως τον Χριστό, Τον μιμείται κατά δύναμη. Δηλαδή ο Χριστός δεν έπαψε να ευεργετεί τους ανθρώπους. Όταν του φέρονταν αχάριστα και τον βλασφημούσαν, μακροθυμούσε. Όταν τον χτυπούσαν και τον εσταύρωναν , υπέμενε μη σκεπτόμενος καθόλου κανένα κακό γι’ αυτούς. Αυτά δε τα τρία έργα είναι εκφραστικά της αγάπης προς τον πλησίον. Χωρία αυτά απατάται εκείνος , π0ου νομίζει ότι αγαπάει τον Χριστό, ή θα τύχει της Βασιλείας Του. Διότι λέγει, “δεν θα μπει στη Βασιλεία των ουρανών αυτός που με αποκαλεί Κύριε, Κύριε, αλλά εκείνος που κάνει το θέλημά του Πατρός μου» ( Ματθ. 7, 21 ) . Και πάλι “αυτός που με αγαπά θα τηρήσει τις εντολές μου” ( Ιω.14, 15 ) .
Όλος ο σκοπός των εντολών του Σωτήρα είναι να ελευθερώσει τον νου από την ακρασία και το μίσος και να τον φέρει στην αγάπη αυτού και του πλησίον. Από αυτά τα δύο γεννιέται το φέγγος της κατ’ ενέργειαν αγίας γνώσεως.”
Αυτό το πνεύμα της ταπεινής αγάπης , της συμπάθειας και της οικουμενικής ευσπλαχνίας έχει καταγραφεί από όλους τους πνευματικούς δασκάλους του ησυχασμού. Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος επιμένει σ’ αυτό εντελώς ιδιαίτερα:
Ιδού αδελφέ μου μια εντολή: Είθε να βαραίνει πάντα στη ζυγαριά σου το έλεος, ως τη στιγμή που θα νιώσεις μέσα σου το έλεος του Θεού προς τον κόσμο. Η κατάστασή μας θα γίνει έτσι καθρέπτης, όπου θα βλέπουμε μυστικά το θείο Πρωτότυπο, χάρη σ’ εκείνα που του ανήκουν κατ’ ουσίαν. Δια μέσου αυτών φωτιζόμεθα και πλησιάζουμε τον Θεό με το νου καθαρό…»

Από το βιβλίο: «Αρχιμ. Πλακίδα Deseille
Φιλοκαλία
Η νηπτική παράδοση της Ορθοδοξίας
και η ακτινοβολία της στον κόσμο»
Εκδόσεις : Ακρίτας

Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2010

ΝΕΟΝ ΕΤΟΣ- ΝΕΕΣ ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ

ΝΕΟΝ ΕΤΟΣ- ΝΕΕΣ ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ

Φωτισμένος από το Πνεύμα του Θεού ο σοφός συγγραφέας έγραψε: «Ως σταγών ύδατος από θαλάσσης και ψήφος άμμου, ούτως ολίγα έτη εν ημέρα αιώνος». ( Σοφ. Σειράχ) .
Αντιλαμβάνεσαι ,αδελφέ μου, την μεγάλη αυτή αλήθεια, που τώρα αποκτά και επικαιρότητα, αφού ο Θεός μας αξίωσε να μπούμε στο νέο έτος 2010. Η ζωή μας δεν είναι ούτε μια σταγόνα, μπροστά στην αιωνιότητα και όμως οι πιο πολλοί ζούμε σαν να είμαστε αθάνατοι, και σαν να μην έχουμε τίποτα σοβαρό να κάνουμε. Ξεχνάμε ότι η θέση μας στην αιωνιότητα θα εξαρτηθεί από το πώς περάσαμε την ζωή μας πάνω στην γη, ότι τα γήινα είναι εφήμερα και απατηλά. Πρέπει να έχουμε πάντα στο νου μας ότι οι καλύτερες μέρες της ζωής μας είναι εκείνες που κοπιάσαμε για να αποκτήσουμε αρετές, τότε που τα έργα μας ήταν έργα αγάπης προς τον Θεό και τον πλησίον.
«Εξαγοραζόμενοι τον καιρόν» ,όπως έλεγε ο απόστολος Παύλος , δηλαδή να χρησιμοποιούμε το χρόνο της ζωής μας για όσο το δυνατόν περισσότερα πνευματικά κέρδη. Να χρησιμοποιούμε τις ευκαιρίες και τις περιστάσεις που μας παρουσιάζονται ή μάλλον που μας φέρνει ο Θεός και να είμαστε εξυπηρετικοί στις πνευματικές και υλικές ανάγκες των συνανθρώπων μας.
Ο χρόνος δεν επιστρέφει πίσω και δεν «εξαγοράζουμε τον καιρόν» όταν μας παρουσιάζεται η ευκαιρία και δεν κάνουμε το καλό. Εάν αυτό το επαναλάβουμε ξανά και ξανά τότε μας περιμένει πνευματική χρεωκοπία.
Ας αποφασίσουμε τώρα με τον καινούριο χρόνο να μην χάνουμε αυτές τις θεϊκές ευκαιρίες. Και ο Θεός να είναι «ευχαριστημένος» και να μας ευλογεί περισσότερο αλλά και η συνείδησή μας να είναι αναπαυμένη.
Πόσο πολύτιμη είναι κάθε στιγμή της ζωής μας , και πόσο κέρδος μας περιμένει αν την εκμεταλλευτούμε όπως πρέπει.
Ο Καλός Θεός μας έφερε στο νέο έτος ,όχι για να συνεχίσουμε τις αμαρτίες, αλλά για να ετοιμαστούμε για την αιωνιότητα.
Ας δοξάσουμε και ας ευχαριστήσουμε τον Θεό για την αγαθότητά Του και την μακροθυμία Του. Και ας Τον παρακαλέσουμε : «Δος μας Κύριε την χάρην Σου, να μην σπαταλάμε τον χρόνο της ζωής μας σε επιθυμίες ανόητες και βλαβερές αλλά να εργαζόμαστε με προθυμία για την σωτηρία μας και να απολαύσουμε την ανεκτίμητη και ανέκφραστη χαρά της ουρανίου βασιλείας Σου».
«Ω πανάγαθε Κύριε! Εσύ που μας χάρισες τόσα χρόνια ζωής , και μας αξιώνεις να μπούμε πάλι στον καινούριο χρόνο, σε παρακαλούμε, μην λάβεις υπ’ όψιν Σου την αδιαφορία και αμέλεια που δείξαμε μέχρι σήμερα, γιατί τότε μας περιμένει η καταδικαστική Σου απόφαση. Αλλά φιλάνθρωπε Κύριε, η αγαθότητα Σου νέες ευκαιρίες μας παρέχει , και εκείνο που δεν κάναμε χθες να το κάνουμε στον καινούριο χρόνο και κάθε χρόνο, που Εσύ θα μας χαρίζεις.
Αξίωσέ μας , την ημέρα της κρίσεως να έχουμε πνευματικά κέρδη και καλή απολογία, ώστε να επιτύχουμε της αιωνίου Σου βασιλείας. Αμήν».

Από το
«ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΟΣ
ΣΥΛΛΟΓΟΣ “Ο ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ”
Εκδότης-Ιδιοκτήτης :Νίκος Χριστοφοράτος
ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ
ΔΙΜΗΝΙΑΙΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ
ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ-ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2010-ΦΥΛΛΟ 92

Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2010

«Αρχιμανδρίτου π . Λαζάρου Μουρ Ο Άγιος Σεραφείμ του Σαρώφ Πνευματική Βιογραφία»

6. Για την προσευχή

Ο ίδιος ο π. Σεραφείμ ζούσε με αδιάλειπτη προσευχή και δίδασκε και στους άλλους να κάνουν το ίδιο.
«Δια μέσου αυτής», έλεγε, «εάν φυλάξεις την ειρήνη της συνείδησης σου, είναι δυνατόν να πλησιάσεις τον Θεό και να ενωθείς μαζί Του». Επομένως συμβούλευε τους ανθρώπους να ασκούνται στη διαρκή μνήμη του ονόματος του Θεού και να λένε την Ευχή του Ιησού. Πολλοί από τους απλούς ανθρώπους του έλεγαν ότι λόγω της αμάθειάς τους ή της έλλειψης χρόνου δεν μπορούσαν να κάνουν τους καθορισμένους κανόνες της προσευχής. Σε τέτοιους ανθρώπους ο π. Σεραφείμ έδινε έναν κανόνα που να μπορεί να γίνεται με αρκετή ευκολία.
«Ας στέκεται κάθε Χριστιανός , μόλις σηκωθεί από τον ύπνο, μπροστά στις εικόνες κι ας διαβάζει την Κυριακή προσευχή , “Πάτερ ημών”, τρεις φορές προς τιμήν της Παναγίας Τριάδος, έπειτα τον ύμνο στην Θεομήτορα “Θεοτόκε Παρθένε, χαίρε Κεχαριτωμένη Μαρία”, επίσης τρεις φορές, και τελικά το Σύμβολο της Πίστεως “Πιστεύω εις έναν Θεόν…” μία φορά.
«Οι παραπάνω προσευχές «, εξηγούσε ο π. Σεραφείμ, «είναι το θεμέλιο του Χριστιανισμού. Η πρώτη, ως η προσευχή η οποία δόθηκε από τον Ίδιο τον Κύριο, είναι το πρότυπο κάθε προσευχής∙ η δεύτερη ήρθε από τον Oυρανό δια μέσου του Αρχαγγέλου ως χαιρετισμός στην Παρθένο Μαρία, την Μητέρα του Κυρίου. Και το Σύμβολο περιέχει εν συντομία όλα τα σωτήρια δόγματα της χριστιανικής πίστης.
«Αφού εκτελέσει τον κανόνα αυτό, ας πάει ο κάθε Χριστιανός στην εργασία του στην οποία έχει διορισθεί ή κληθεί. Αλλά την ώρα της εργασίας του, στο σπίτι, ή καθ’ οδόν για κάποιον τόπο, ας λέει χαμηλόφωνα: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλό». Αλλά εάν περιβάλλεται από κόσμο, ενώ κάνει ό,τι πρέπει να κάνει, ας λέει νοερά μόνον “Κύριε ελέησον”! και να συνεχίζει μέχρι την ώρα του φαγητού.
«Πριν από το γεύμα ας κάνει και πάλι τον πρωινό κανόνα που αναφέρθηκε παραπάνω (τρεις φορές).
«Μετά το γεύμα, ας λέει ο κάθε Χριστιανός χαμηλόφωνα, ενώ κάνει κάποια εργασία: “Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον με τον αμαρτωλό” και ας συνεχίζει έτσι μέχρι την ώρα του ύπνου.
«Αν τύχει και περνά την ώρα μόνος του, ας λέει: “Κύριε Ιησού Χριστέ, δια της Θεοτόκου, ελέησόν με τον αμαρτωλό”.
«Προ του ύπνου, ας διαβάζει ο κάθε Χριστιανός και πάλι τον πρωινό κανόνα που αναφέρθηκε προηγουμένως. Έπειτα ας κοιμηθεί , αφού προστατεύσει τον εαυτό του με το Σημείο του Σταυρού.
«Τηρώντας αυτόν τον απλό κανόνα», έλεγε ο Γέροντας, «είναι δυνατόν να φθάσει κανείς σε μέτρο της χριστιανικής τελειότητας και της θεϊκής αγάπης».
Αλλά εάν κανείς δεν μπορεί να τηρήσει και αυτόν τον κανόνα εύλογα, για παράδειγμα κάποιος υπηρέτης, ο Αγ. Σεραφείμ συνιστούσε να λέγεται σε οποιαδήποτε στάση στην εργασία, ενώ βρίσκεται κανείς σε κίνηση ή ακόμη και στο κρεβάτι, ενθυμούμενος τους λόγους του Κυρίου: Πας γαρ ος αν επικαλέσεται το όνομα Κυρίου σωθήσεται. ( Ιωήλ 2:32∙ Ρωμ. 10:13 ) .
«Προσεύχεσαι, χαρά μου» ; Με ρώτησε κάποτε ο Γέροντας», γράφει η Ξένια Βασίλιεβνα.
« “Ω, από συνήθεια , Γέροντα, αλλά τί είδους προσευχή είναι αυτή! Είμαι αμαρτωλή! Συχνά δεν υπάρχει πραγματικά καθόλου χρόνος”, απάντησα».
« “Δεν πειράζει!”, είπε ο Γέροντας. “Απλώς θέλω να σου πω να μην στενοχωριέσαι γι’ αυτό. Όταν έχεις χρόνο, μην τον περνάς άσκοπα, αλλά να τηρείς ολόκληρο τον κανόνα και να προσεύχεσαι. Αλλά εάν δεν έχεις χρόνο, χαρά μου, να λες απλώς τον μικρό κανόνα το πρωί, το μεσημέρι και το βράδυ, ακόμα κι όταν είσαι στην εργασία σου. Εάν είναι δυνατόν, να τηρείς και τον άλλο κανόνα. Αλλά εάν όχι, λοιπόν, τότε κάνε όπως ο Κύριος σε βοηθήσει. Μόνον μην ξεχνάς με κάθε τρόπο να κάνεις τις μετάνοιες στον Σωτήρα και την μητέρα του Θεού. Να τις κάνεις πάση θυσία, Μητέρα”»…

Ο Χαρούμενος Καθοδηγητής Ψυχών

Ο π. Σεραφείμ ασκούσε τέτοια σαγηνευτική
και καταπληκτική εντύπωση σε όλους, ώστε οι άνθρωποι έφευγαν από αυτόν εξαιρετικά χαρούμενοι. Ορισμένοι αποχωρούσαν κλαίγοντας με αναφιλητά, αλλά σχεδόν όλους τους παρηγορούσε, τους ενθάρρυνε, τους συγκινούσε, τους εμψύχωνε, σαν να είχε κάνει στον καθένα από αυτούς μια ένεση ζωτικής δύναμης , νέας χαράς, τόνωσης της πνευματικής προσπάθειας, δύναμης στην αρετή, επιθυμίας για νέα ζωή. Εν συντομία, ο φλογερός Σεραφείμ πυρπολούσε τους ανθρώπους με το ουράνιο πυρ και με το πνεύμα της αναγέννησης το οποίο είναι δώρο της χάριτος. Είναι δύσκολο να το συνειδητοποιήσει κανείς αυτό. Μόνον από τα αρχεία που αναφέρονται στις σχέσεις του με τους ανθρώπους και από την ασυνήθιστη επίδρασή του μπορούμε να αποκτήσουμε κάποια ιδέα περί της καταπληκτικής δύναμης που κρυβόταν και ενεργούσε στον πτωχό «κυρτωμένο» Γέροντα. Γνώριζε ιδιαίτερα πώς να ενθαρρύνει τους επισκέπτες του και να τους δίνει χαρά. Η συνάντηση με τον Γέροντα ήταν αληθινή γιορτή. Οι άνθρωποι έφευγαν από αυτόν λες και βρίσκονταν επάνω σε φτερά, ή αντίθετα, ασυνήθιστα σοβαροί, υποταγμένοι, αλλά σταθερά αποφασισμένοι να πολεμήσουν εναντίον του κακού. Ποιο ήταν το μυστικό της πνευματικής δύναμης του π. Σεραφείμ; Αυτό βρισκόταν στην διαρκή αίσθηση της Αναστάσεως και της πασχαλινής χαράς που υπερνικά τα πάντα…
…Συνήθως ο Αγ. Σεραφείμ χαιρετούσε τους επισκέπτες του με τον πασχάλιο χαιρετισμό. Ασπαζόμενος τους ανθρώπους οι οποίοι έρχονταν σε αυτόν , έλεγε: «Χριστός ανέστη»! Το χαρούμενο πρόσωπο του ασκητή ο οποίος καταπονούσε τον εαυτό του με υπεράνθρωπους αγώνες, ήταν μια ακτίνα ουράνιου χαροποιού φωτός. Το φως της ψυχής του έλαμπε στο πρόσωπό του και οδηγούσε τους ανθρώπους να δοξάζουν τον Πατέρα τον εν ουρανοίς ( Ματθ. 5: 14-16) …
… Ο π. Σεραφείμ ενέπνεε τους ανθρώπους με την επιθυμία να είναι καλοί και να κάνουν το καλό. Εκεί βρίσκεται η δύναμη των πνευματικών ανθρώπων. Και οι Φαρισαίοι μιλούσαν, αλλά οι λόγοι τους ήταν νεκροί, άψυχοι. Η διδασκαλία του Κυρίου μας ήταν εν εξουσία ( Λουκ. 4: 32 ) . Και ο Απόστολος Παύλος μιλά για τον εαυτό του λέγοντας: Και ο λόγος μου και το κήρυγμά μου ουκ εν πειθοίς ανθρωπίνης σοφίας λόγοις, αλλ’ εν αποδείξει Πνεύματος και δυνάμεως Θεού ( Α΄ Κορ. 2: 4 ) …

17. Η Εμφάνιση της Θεομήτορος στον Αγ. Σεραφείμ

Ένα χρόνο και εννέα μήνες πριν την αναχώρησή του από αυτόν τον κόσμο ο Άγιος Σεραφείμ αξιώθηκε μιας θαυμαστής επίσκεψης από την Ουράνια Βασίλισσα. Αυτή ήταν η δωδέκατη επίσκεψη της Παναγίας μας σε εκείνον. Συνέβη το πρωί της εορτής του Ευαγγελισμού, την 25η Μαρτίου του 1831. Ήταν ένα είδος προμηνύματος για το μακάριο τέλος του και την άφθαρτη δόξα , η οποία τον περίμενε. Η Μητέρα Ευπραξία , μια ηλικιωμένη μοναχή της Μονής του Ντιβέιεβο, η οποία πέθανε στις 28 Μαρτίου του 1865, έγραψε για αυτό το θαυμάσιο γεγονός ως εξής:
«Ο Γέροντας μου ζήτησε , δύο ημέρες ενωρίτερα, να τον συναντήσω εκείνην την ημέρα.
«Όταν ήρθα , μου ανήγγειλε: “Θα έχουμε ένα όραμα με την Θεομήτορα” και αφού μου ζήτησε να γονατίσω στο έδαφος , με κάλυψε με τον μανδύα του και διάβασε κάτι επάνω μου από ένα βιβλίο. Έπειτα, σηκώνοντάς με επάνω, είπε: “ Τώρα ,κρατήσου επάνω μου και μην φοβάσαι τίποτε”.
«Εκείνην την στιγμή έγινε ένας θόρυβος σαν το θρόισμα του δάσους μέσα στην δυνατή θύελλα. Όταν καταλάγιασε , ακούσαμε μία υμνωδία που έμοιαζε με εκκλησιαστική ψαλμωδία. Έπειτα η πόρτα του κελλιού άνοιξε από μόνη της , έγινε φως, πιο λαμπρό από το φως της ημέρας, και το κελλί γέμισε με μία ευωδία όμοια με εκείνην του θυμιάματος που έχει το άρωμα του τριαντάφυλλου , μόνο που αυτή ήταν καλύτερη.
«Ο Γέροντας ήταν γονατισμένος με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό. Εγώ ήμουν τρομοκρατημένη. Ο Γέροντας σηκώθηκε και είπε: “Μην φοβάσαι παιδί μου. Δεν είναι δυστυχία, είναι έλεος που αποστέλλεται σε εμάς από τον Θεό. Να, η Υπερένδοξη, η Πάναγνη Δέσποινα, η Παναγία Μητέρα του Θεού έρχεται σε εμάς”!
«Δυο άγγελοι προπορεύονταν κρατώντας , ο ένας στο δεξί του χέρι και ο άλλος στο αριστερό ,κλώνους οι οποίοι μόλις είχαν ανθίσει. Τα μαλλιά τους έμοιαζαν με χρυσές ίνες λιναριού και ήταν απλωμένα στους ώμους τους. Αυτοί προπορεύονταν. Τους ακολουθούσαν ο Άγ. Ιωάννης ο Βαπτιστής και ο Άγ. Ιωάννης ο Θεολόγος. Τα ενδύματά τους ήταν λευκά, λάμποντας από αγνότητα. Μετά από αυτούς ερχόταν η Θεομήτωρ την οποία ακολουθούσαν δώδεκα παρθένες…
….Τρομοκρατήθηκα και έπεσα κάτω. Η Βασίλισσα του ουρανού ήρθε προς το μέρος μου και, αγγίζοντάς με με το δεξί Της χέρι, μου είπε: “Σήκω επάνω, κόρη, και μην μας φοβάσαι. Ακριβώς τέτοιες παρθένες, όπως είστε εσείς, έχουν έρθει εδώ μαζί μου”.
«Δεν κατάλαβα πώς σηκώθηκα. Η Βασίλισσα του Ουρανού επανέλαβε με χάρη: “Μην φοβάσαι. Ήρθαμε να σας επισκεφθούμε”.
«Ο π. Σεραφείμ δεν ήταν πια γονατισμένος, αλλά στεκόταν όρθιος μπροστά στην Παναγία Μητέρα του Θεού κι εκείνη του μιλούσε τόσο καταδεκτικά, σαν να ήταν κάποιος από την οικογένειά Της.
«Πλημμυρισμένη με μεγάλη χαρά ρώτησα τον π. Σεραφείμ πού βρισκόμασταν. Σκεφτόμουν ότι δεν ήμουν πια στη ζωή. Τότε, όταν τον ρώτησα: “Ποιές είναι αυτές;” η Παναγία Μητέρα του Θεού μου είπε να πλησιάσω τις παρθένες και να τις ρωτήσω η ίδια.
«Εκείνες στέκονταν στην σειρά και από τις δύο πλευρές , όπως είχαν έρθει: στην πρώτη σειρά, οι μεγαλομάρτυρες Βαρβάρα και Αικατερίνα• στην δεύτερη σειρά , η πρωτομάρτυς Αγία Θέκλα και η μεγαλομάρτυς Μαρίνα• στην τρίτη σειρά, η μεγαλομάρτυς και βασίλισσα Αγία Ειρήνη και η Αγία Ευπραξία• στην τέταρτη σειρά, οι μεγαλομάρτυρες Αγία Πελαγία και Αγία Δωροθέα∙ στην πέμπτη σειρά, η Αγία Μακρίνα και η μάρτυς Ιουστίνα∙ στην έκτη, η μεγαλομάρτυς Αγία Ιουλιανή και η Αγία Ανυσία.
«Πλησίασα την καθεμία από αυτές και εκείνες μου είπαν η καθεμία το όνομά της και τους αγώνες του μαρτυρίου και την ζωή της εν ονόματι του Χριστού, όμοια με αυτά που έχουν γραφεί για αυτές στους Βίους των Αγίων. Όλες τους είπαν: “ Ο Θεός δεν μας έδωσε αυτήν την δόξα χωρίς λόγο, αλλά γα το μαρτύριό μας και διότι μας διέσυραν. Και εσύ θα υποφέρεις”.
«Πολλά από αυτά που είπε η Παναγία Μητέρα του Θεού στον π. Σεραφείμ, εκείνη η οποία συμμετείχε στο όραμά του δεν μπόρεσε να τα ακούσει, αλλά άκουσε αυτό μόνον: “Μην αφήσεις τις παρθένες μου” ( τις αδελφές του Ντιβέιεβο)…

… «Έπειτα στρεφόμενη προς εμένα , είπε: “Κοίταξε αυτές τις παρθένες μου και τα στέμματά τους. Μερικές από αυτές άφησαν επίγεια βασίλεια και πλούτη, επιθυμώντας την αιώνια και Ουράνια βασιλεία. Αγάπησαν στην εκούσια πτωχεία, αγάπησαν τον Κύριο μόνο, και βλέπεις ποιάς δόξας και τιμής έχουν αξιωθεί. Όπως ήταν πριν, έτσι είναι και τώρα. Μόνον που οι προηγούμενοι Μάρτυρες υπέφεραν ανοιχτά και οι παρούσες υποφέρουν μυστικά, δια μέσου των θλίψεων της καρδιάς, αλλά το βραβείο τους θα είναι το ίδιο”.
«Το όραμα έληξε με την Παναγία Μητέρα του Θεού να λέει στον π. Σεραφείμ: “Σύντομα αγαπημένε Μου, θα είσαι μαζί μας”, και τον ευλόγησε. Όλοι οι Άγιοι τον αποχαιρέτησαν. Ο Αγ. Ιωάννης ο Βαπτιστής και ο Αγ. Ιωάννης ο Θεολόγος τον ευλόγησαν, ενώ οι παρθένες και αυτός φίλησαν ο ένας το χέρι του άλλου.
«Εμένα μου είπαν: “Αξιώθηκες να έχεις αυτό το όραμα δια μέσου των προσευχών του π. Σεραφείμ, του Μάρκου, του Ναζαρίου και του Παχωμίου”. Και έπειτα στην στιγμή τα πάντα εξαφανίσθηκαν. Το όραμα αυτό κράτησε πάνω από μία ώρα…





Από το βιβλίο: «Αρχιμανδρίτου π . Λαζάρου Μουρ
Ο Άγιος Σεραφείμ του Σαρώφ
Πνευματική Βιογραφία»
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΘΩΣ

Τετάρτη, 6 Ιανουαρίου 2010

Π. Μ. ΣΩΤΗΡΧΟΣ- ΚΛΑΨΕ ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ (Πώς θα βρούμε την άνωθεν βοήθεια)»

Η «ΟΥΡΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ»

Πηγαίνοντας σ’ ένα Μοναστήρι της Φθιώτιδος , συνάντησα στον δρόμο έναν παράξενο καλόγερο, με ανεμοδαρμένα γκρίζα γένια και αχτένιστα μαλλιά, που τον έλεγαν Ιωάννη. Τα ράσα του πολύ τριμμένα και όχι πολύ καθαρά κι ένα βλέμμα κοφτερό σαν αετίσιο που δεν βοηθούσε να λογαριάσης την ηλικία του. Ψηλός, λιπόσαρκος, σου έδινε την εντύπωση αντάρτη των βουνών και θύμιζε στιγμές-στιγμές τον μεγάλον εκείνον αντάρτη της Ερήμου, τον Πρόδρομο και Βαπτιστή Ιωάννη. Έδειχνε και τούτος ατρόμητος , αλλά και συγκλονισμένος ταυτόχρονα, ωσάν να έβλεπε αδιάκοπα μπροστά του τον Θεόν. Με χαιρέτησε πρώτος και με ρώτησε αν πηγαίνω στο Μοναστήρι που φαινόταν κατάντικρυ στην δασωμένη βουνοπλαγιά.
- Πηγαίνω να βρω τον Γέροντα Σωφρόνιο, είπα.
- Τον ίδιο σκοπό έχουμε, αποκρίθηκε. Κι εγώ στον Γέροντα Σωφρόνιο πηγαίνω. Στάσου όμως και πάρε μιαν ανάσα ,γιατί έχουμε ακόμα πολύ δρόμο να κάνουμε και ο κατσικόδρομος είναι ανηφορικός.
Καθήσαμε κάτω από ένα δέντρο. Εκείνος άνοιξε τον ντροβά του και έβγαλε το παγούρι με το νερό που κουβαλούσε πάντα μαζί του.
- Θες μια γουλιά; με ρώτησε.
Ήπιε μόνον εκείνος και ύστερα συστηθήκαμε. Ήταν ιερομόναχος και δεν ήξερε πολλά γράμματα κοσμικά. Μόνον το δημοτικό είχε τελειώσει και δυο τάξεις του παλιού γυμνασίου. Γρήγορα όμως κατάλαβε ότι ο κόσμος τούτος είναι γεμάτος λάσπη και πήρε τα βουνά για να καλογερέψη και να γλιτώση από την βρωμιά της ματαιότητος. Τον πήρε κοντά του , σαν υποτακτικόν, ο Γέροντας Ισαάκ ,και η πρώτη εντολή που του έδωσε ήταν:
- Μάθε να προσεύχεσαι.
- Και πώς θα μάθω, Γέροντα;
- Παρακάλεσε τον Θεό να σου δείξη, μου είπε. Και συνέχισε: «Πιστεύεις στον Χριστό;». Και όταν του απάντησα ότι πιστεύω, μου ξανάπε:
- Όσο περισσότερο πιστεύεις στον Θεό, τόσο και ο Θεός θα πιστεύη σε σένα και θα σε προστατεύη συνεχώς.
Έτσι, από την μιαν απορία έπεφτα σε άλλη, και ο Γέροντας Ισαάκ μου έδωσε την εξήγηση λέγοντάς μου: «Όταν αγκαλιάζης κάποιον πώς τον αγκαλιάζεις;
- Με τα χέρια μου τον αγκαλιάζω, απάντησα.
- Το ίδιο να κάνης και με τον Θεόν, όταν προσεύχεσαι.
- Μα τον Θεόν δεν τον βλέπω, δεν είναι μπροστά μου για να τον αγκαλιάσω!
- Ποιός σου το είπε αυτό, βρε κουτορνίθι; Ο Θεός είναι πάντοτε μπροστά σου, αφού είναι «πανταχού παρών και τα πάντα πληρών». Μόλις λοιπόν αρχίζεις να προσεύχεσαι, σε πλησιάζει ακόμα πιο πολύ και σε ακούει. Κατάλαβες;
- Μα εγώ δεν τον βλέπω, Γέροντα…
- Δεν τον βλέπεις, μου είπε, γιατί τα μάτια σου είναι γεμάτα τσίμπλες από τις αμαρτίες σου. Αυτό κάνουν οι αμαρτίες. Γεμίζουν τα μάτια της ψυχής με τσίμπλες, για να μη βλέπουμε πού βρισκόμαστε και πού πάμε και τί κάνουμε…
- Και έμαθες να προσεύχεσαι, π. Ιωάννη; τον ρώτησα.
- Τί να σου πω; Ακόμα προσπαθώ, αδελφέ μου, αποκρίθηκε. Η προσευχή είναι η πιο δύσκολη δουλειά σ’ αυτόν τον κόσμο, η αληθινή προσευχή ,βεβαίως, όχι να κρατάς ένα βιβλίο και να διαβάζης λόγια. Όποιος μάθει καλά την προσευχή, σώζεται. Γιατί ο προσευχόμενος αληθινά μιλά με τον Θεό και ο Θεός τον καθοδηγεί σε όλα.
- Αυτό ,που σου είπε ο Γέροντάς σου, να αγκαλιάζης τον Θεόν όταν προσεύχεσαι, δεν σου το εξήγησε πώς γίνεται;
- Βέβαια, βέβαια, είπε ο π. Ιωάννης. Γιατί και σε μένα έκανε μεγάλη εντύπωση αυτός ο λόγος και δεν κατάλαβα στην αρχή τί ήθελε να πη.
- Και τί εξήγηση σου έδωσε;
- Μου είπε ότι δεν αγκαλιάζουμε ποτέ την μάνα ή τον πατέρα μας ή το παιδί μας μόνο με το ένα χέρι, αλλά και με τα δυο. Και στην προσευχή έχουμε δύο χέρια, τον νου και την καρδιά. Πρέπει και με τα δυο αυτά χέρια να αγκαλιάζουμε τον Θεόν. Και αν φθάσουμε σιγά-σιγά στο σημείον να ενώσουμε τον νου με την καρδιά και την καρδιά με τον νου και να νοιώθουμε αληθινά τα όσα λέγει ο νους, τότε φτάνουμε στην αληθινή προσευχή και αγκαλιάζουμε τον Θεόν και ο Θεός αγκαλιάζει εμάς, όπως ο βιολογικός μας πατέρας , όταν τον αγκαλιάζη το παιδί του. Να το θυμάσαι πάντοτε ότι τα χέρια της ψυχής είναι ο νους και η καρδιά…

… - Και τι άλλο σου είπε ο π. Σωφρόνιος για την προσευχή;
- Πολλά μου έχει πει, αποκρίθηκε, αλλά εκείνο που μου έκανε μεγάλη εντύπωση, είναι αυτό που μου δίδαξε την πρώτη φορά όπου τον επισκέφθηκα. Μου είπε: «Όταν προσεύχεσαι, να ξέρης ότι αυτή είναι η τελευταία προσευχή σου σ’ αυτόν τον κόσμο και ότι την ίδια μέρα θα φύγης από αυτήν την ζωήν για πάντα. Να έχης την αίσθηση ότι αυτά είναι τα τελευταία λόγια σου στον Θεόν. Τότε τι θα του πης; Δεν θα βάλης τα κλάματα και δεν θα παρακαλής να σε συγχωρέση για τις αμαρτίες σου και δεν θα παρακαλής να σε σώση και δεν θα δοξάζης τον Θεόν για το παντοδύναμον μεγαλείον του, αφού είναι Κύριος της ζωής και του θανάτου, και από αυτόν τον ίδιον και μόνον από αυτόν εξαρτώνται τα σύμπαντα; Πώς θα προσευχηθής τότε, την τελευταία ώρα της ζωής σου; Έτσι να προσεύχεσαι πάντα, γιατί δεν ξέρεις πότε θα τελειώση η σύντομη πορεία σου σ’ αυτόν τον κόσμο…
- Σοφά λόγια, πολύ σοφά, είπα με θαυμασμό…
….
- Σε ακούω , πάτερ, να ψέλνης συνεχώς «Θεοτοκία» και «Δοξαστικά» για την Θεοτόκον. Σου αρέσουν τόσον πολύ αυτά τα τροπάρια ή έχουν άλλη σημασία; ξαναρώτησα.
- Και για τα δυο, που είπες φίλε μου. Και γιατί μου αρέσουν πολύ και γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, το να τιμούμε την Μητέρα του Θεού, το αγνότερον πλάσμα της παγκοσμίου ιστορίας. Τέτοιος άνθρωπος δεν έχει εμφανισθεί , ούτε πρόκειται να φανή σ’ αυτόν τον κόσμον. Είναι αυτό που λέγει ο Ψαλμός: «Χαίρε χαράς δοχείον». Και όντως είναι το δοχείον της αιώνιας χαράς . Και αυτό το δεύτερον μου το εξήγησε μια μέρα ο π. Σωφρόνιος.
- Για τα «Θεοτοκία»;
- Για κάθε προσευχή προς την Υπεραγίαν Θεοτόκον, συνέχισε ο π. Ιωάννης.
- Δηλαδή, πώς σου το είπε;
- Δεν θα τελειώνης, παιδί μου, την προσευχή σου, χωρίς να επικαλεσθής την βοήθεια και την μεσιτείαν της Θεοτόκου, χωρίς την «ουρά» της προσευχής, διότι αυτό κάνει και η Εκκλησία, που έχει καθιερώσει μετά από άλλα δοξολογικά υμνογραφήματα , να ψάλλεται και ένα Θεοτοκίον, που είναι πάντοτε αφιερωμένον στην Κυρίαν Θεοτόκον. Αλλά και ο λαός μας , μέσα στην σοφή απλότητά του, αυτό κάνει. Επικαλείται μετά τον Χριστόν την παναγία και λέγει: “Έλα Χριστέ και Παναγία” και κάνει τον σταυρό του και πορεύεται ανάλογα. Γι’ αυτό κι εσύ να κάνης το ίδιο και θα έχης πολλή βοήθεια και ευλογία εξ ύψους».
Σιώπησε ο Γέροντας Ιωάννης κι εγώ σκεφτόμουνα τα όσα είχε πει για την προσευχή προς την Παναγία. Κι ακόμα τα λόγια του για τα δυο χέρια της ψυχής, τον νου και την καρδιά, με τα οποία πρέπει να αγκαλιάζουμε τον Θεόν όταν προσευχόμαστε. Και ο π. Ιωάννης ξανάρχισε να σιγοψέλνη:
- Πάντων προστατεύεις, Αγαθή, των καταφευγόντων εν πίστει τη κραταιά σου χειρί∙ άλλην γαρ ουκ έχομεν αμαρτωλοί προς τον Θεόν…»…





Από το βιβλίο: «Π. Μ. ΣΩΤΗΡΧΟΣ
ΚΛΑΨΕ ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ
(Πώς θα βρούμε την άνωθεν βοήθεια)»
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
από το 1896

«ΙΕΡΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΟΙ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ» Εισαγωγή- Μετάφραση- Σημειώσεις: ΑΝΔΡΕΑ ΔΑΛΕΖΙΟΥ

Το μυστήριο των δακρύων

Και τώρα, ω Θεέ μου, όλα αυτά είναι μακριά. Ο χρόνος επούλωσε την πληγή μου. Μπορώ άραγε ,τείνοντας το αυτί της καρδιάς μου στο στόμα Σου, να μάθω γιατί τα δάκρυα είναι τόσο γλυκά στους δυστυχείς; Μολονότι είσαι πανταχού παρών, θα έρριχνες τη δυστυχία μας μακριά Σου; Άραγε συσπειρώνεσαι στον εαυτό Σου, τη στιγμή που εμείς συμπαρασυρόμεθα από τα κύματα των δοκιμασιών της ζωής; Αναστεναγμοί, λυγμοί, δάκρυα, οδυρμοί. Πώς συλλέγομε γλυκό καρπό απ’ αυτές τις πικρίες; Είναι άραγε γλυκός αυτός ο καρπός ,επειδή ελπίζομε ότι θα μας ακούσεις; Αυτό γίνεται όσον αφορά τις προσευχές μας , στο βάθος των οποίων υπάρχει ο πόθος να φθάσομε μέχρι τα κράσπεδα του θρόνου Σου. Αλλά μπορεί να το πει κανείς και για τον πόνο, που προξενεί η απώλεια ενός προσώπου που λατρεύομε, για τον πόνο, ο οποίος τότε με βασάνιζε; Δεν ήλπιζα να τον δω ζωντανό. Δεν ζητούσα λοιπόν με τα δάκρυά μου τη νεκρανάσταση του φίλου μου; Έκλαιγα και αναστέναζα γιατί δεν ήμουν πια ευτυχής , γιατί έχασα τη χαρά μου. Μπορούμε να πούμε, ότι τα δάκρυα είναι αυτά καθεαυτά πικρά, αλλ’ ότι είναι συγχρόνως και γλυκά, λόγω της αηδίας που μας προκαλούν τ’ αντικείμενα των πολλών τέρψεών μας και εφόσον δεν αισθανόμεθα παρά μόνο αποστροφή γι’ αυτά;
Αλλά για ποιο λόγο μιλώ για όλα αυτά; Εδώ δεν πρόκειται για λύση προβλημάτων, αλλά για εξομολόγηση προς Εσένα, ω Θεέ μου. Ήμουν λοιπόν δυστυχής. Κάθε ψυχή είναι δυστυχής όταν δεσμεύεται από την αγάπη με εφήμερα πλάσματα και πάσχει φοβερά όταν τα χάνει. Και τότε αισθάνεται την αθλιότητα που την βασανίζει ,προτού τα χάσει.
Τέτοια ήταν εκείνη την εποχή η κατάστασή μου. Έχυνα δάκρυα πικρά και έβρισκα απόλαυση στην πικρία. Μέχρι αυτού του σημείου ήμουν δυστυχής. Και όμως αυτή η ζωή με το δράμα του μυστηρίου μου, μου ήταν προσφιλέστερη παρά ο φίλος μου. Επιθυμούσα να την αλλάξω , αλλ’ όχι και να την χάσω, αμφιβάλλω δε, αν συναινούσα χάρη αυτού να μιμηθώ το παράδειγμα του Ορέστη και του Πυλάδη- αν δεν είναι παραμύθι και αυτό – οι οποίοι ήθελαν μάλλον να πεθάνουν παρά να χωρισθούν ο ένας από τον άλλο, διότι ο χωρισμός τους φαινόταν φρικωδέστερος από το θάνατο. Πιστεύω ότι όσο περισσότερο τον αγαπούσα, τόσο περισσότερο μισούσα και φοβόμουν το θάνατο, που τον είχε θερίσει σαν απαίσιο και άσπονδο εχθρό, πρόθυμο να καταβροχθίσει όλους τους ανθρώπους, όπως καταβρόχθισε και τον φίλο μου. Αυτό το συναίσθημα εξουσίαζε τότε την ψυχή μου.
Ω Θεέ μου, να η καρδιά μου και να το μυστικό της. Δες σ’ αυτήν χαραγμένες τις αναμνήσεις μου, ω ελπίδα μου Εσύ, που αποπλύνεις τις κηλίδες τέτοιων αφοσιώσεων, που προσανατολίζεις προς Εσέ τα βλέμματά μου και απελευθερώνεις από αυτές τις αλυσίδες το σώμα μου.
Απορούσα βλέποντας τους άλλους θνητούς ζωντανούς, αφού είχε πεθάνει εκείνος, σαν να επρόκειτο να μην πεθάνει ποτέ, και απορούσα περισσότερο ακόμη να ζω εγώ, αφού εκείνος δεν βρισκόταν πια στη ζωή. Πόσο ωραία είναι η φράση εκείνη του ποιητή , ο οποίος μιλώντας για το φίλο του, τον ονομάζει «ήμισυ της ψυχής του». Ω ναι, αισθανόμουν ότι η ψυχή του και η ψυχή μου ήσαν μία και μόνη ψυχή σε δύο σώματα. Γι’ αυτό η ζωή μου ήταν φρικαλέα. Δεν ήθελα πια να ζω, αφού το εγώ μου είχε μειωθεί κατά το ήμισυ. Για το λόγο αυτό δεν ήθελα να πεθάνω, για να μην πεθάνει ολοσχερώς εκείνος που τόσο αγάπησα.

Οι περιπλοκές της φιλοδοξίας

Ποθούσα με απληστία δόξα, τιμές, κέρδη, συζυγική συμβίωση και Εσύ γελούσες για μένα. Τα πάθη αυτά μ’ ενέβαλλαν σε φοβερή αμηχανία. Εσύ δεν ήσουν απέναντί μου ευμενής, τόσο περισσότερο, όσο μου επέτρεπε να βρίσκω μεγαλύτερη χαρά σ’ εκείνο, που δεν ήσουν Εσύ.
Κοίταξε την καρδιά μου, Κύριε, Συ που αξίωσες τις αναμνήσεις μου και την εξομολόγησή μου.
Πόση ήταν η δυστυχία μου! Κέντριζες στην ανοικτή πληγή της την ψυχή μου, για να εγκαταλείψει τα πάντα και να στραφεί προς Εσένα, που είσαι υπεράνω όλων και που χωρίς Εσένα δε θα υπήρχε τίποτε. Πόσο ήμουν δυστυχής και πόσο με βοηθούσες να συναισθάνομαι τη δυστυχία μου! Ήταν η μέρα που ετοιμαζόμουν ν’ απαγγείλω ένα πανηγυρικό στον Αυτοκράτορα . Σκόπευα ν’ απαριθμήσω αρμαθιά ψευδολογημάτων , αυτά δε τα ψευδολογήματα αποσπούσαν τα χειροκροτήματα των ακροατών , που δεν ήσαν διόλου θύματα. Η σκέψη αυτή συγκλόνιζε την καρδιά μου, που άναψε κάτω από την επήρεια των στοχασμών εκείνων, οι οποίοι την κατέτρωγαν.
Κάποτε, περνώντας από μια οδό του Μιλάνου, συνάντησα ένα ζητιάνο, μεθυσμένο, εύθυμο και χαρούμενο. Αναστέναξα και παρατήρησα στους φίλους μας σε πόσο μεγάλες συμφορές μας ρίχνουν οι παραφροσύνες μας. Παρ’ όλες τις προσπάθειες, τους κόπους και τους μόχθους, τι άλλο επιδιώκομε, εφόσον σύρομε το βάρος των παθών μας κάτω από το βούκεντρο της απιστίας μας , παρά να φθάσομε σ’ εκείνη την ασφαλή ευθυμία, την οποία ο επαίτης απέκτησε πριν από μας, ή την οποία εμείς ποτέ δεν θα αποκτήσομε; Ό,τι πέτυχε ο ζητιάνος χάρη στο χρήμα των διαβατών, δηλαδή τη χαρά της προσωρινής ευτυχίας, εγώ επιζητούσα σε δύσβατα μονοπάτια και σε μύριους ελιγμούς. Χωρίς αμφιβολία δεν ήταν πραγματικά ευτυχής, αλλ’ εγώ επιδίωκα με τις φιλόδοξες επιχειρήσεις μου μια κόμη λιγότερο σταθερή ευτυχία. Οπωσδήποτε, εκείνος ήταν ευθυμότατος ,ενώ εγώ βρισκόμουν κάτω από την εξουσία της αγωνίας. Εκείνος ήταν ηρεμότατος, ενώ εγώ ήμουν πολύ ανήσυχος. Εάν κανείς με ρωτούσε : τι προτιμάς, να κυριεύεται η ψυχή σου από τη θλίψη ή από τη χαρά; Θα ψήφιζα υπέρ της χαράς. Εάν όμως μου απευθυνόταν το ερώτημα: τι θα προτιμούσες, να είσαι σα το ζητιάνο ή να μένεις αυτός που είσαι, θ’ απαντούσα να μείνω αυτός που είμαι. Αλλά γιατί; Εξαιτίας της διαστροφής μου; Χάρη της αλήθειας; Δεν έπρεπε να πιστεύω τον εαυτό μου ανώτερο, επειδή ήμουν σοφώτερος από τον επαίτη, δεδομένου ότι η γνώση δεν μου πρόσφερε μεγαλύτερη απόλαυση και ότι με τη γνώση έβρισκα το μέσον ν’ αρέσω στους ανθρώπους, όχι για να τους διδάσκω, αλλ’ απλά για να τους αρέσω.
Μακριά από την ψυχή μου εκείνοι που της λέγουν ότι «η ευτυχία είναι υποκειμενική. Ο επαίτης έβρισκε την ευτυχία του στη μέθη, εσύ ήθελες να την βρεις στην δόξα». Αλλά, σε ποια δόξα, ω Θεέ μου! Σε δόξα που δεν βρισκόταν σε Σένα . Η χαρά του ζητιάνου δεν ήταν πραγματική, αλλά η και η δόξα μου δεν ήταν πραγματική δόξα και τάραζε περισσότερο το πνεύμα μου. Την ίδια νύκτα ο ζητιάνους θ’ αποκοίμιζε τη μέθη του. Εγώ είχα κοιμηθεί και ξυπνήσει, θα κοιμόμουν δε και θα ξυπνούσα πάλι με τη μέθη μου. Και για πόσο χρόνο άραγε, ω Θεέ μου; Ναι, η ευτυχία είναι υποκειμενική, το παραδέχομαι, αλλ’ η χαρά των αγίων ελπίδων είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη παρά η ευτυχία στη ματαιότητα. Αλλά τότε υπήρξε πραγματική διαφορά μεταξύ εμένα και του επαίτη. Αναμφίβολα αυτός ήταν ευτυχέστερος από μένα ,γιατί αυτός ήταν εύθυμος, ενώ εμένα με κατέτρωγε η σκέψη. Αλλ’ ήταν ευτυχέστερος γιατί είχε προμηθευτεί το κρασί του, ευχόμενος στον δωρητή χαρά και ευτυχία, ενώ εγώ ζητούσα τη δόξα μου με το ψεύδος.
Μίλησα συχνά με τους φίλους μου για τέτοιου είδους θέματα και πολλές φορές ,σε παρόμοιες περιπτώσεις, μελετούσα τον εαυτό μου για να μάθω πού βρίσκομαι και έβρισκα κακή την κατάστασή μου.
Έπασχα γι’ αυτό και διπλασίαζα το κακό μου. Οποιαδήποτε ευτυχία κι αν μου χαμογελούσε, δεν ήμουν ικανός να τείνω προς αυτήν το χέρι μου, γιατί αυτή άνοιγε μακριά από μένα τα φτερά της προτού μπορέσω να την πιάσω.

Πού μπορούμε να βρούμε το Θεό

Πού Σε βρήκα λοιπόν για να Σε γνωρίσω; Γιατί, προτού Σε γνωρίσω, δεν βρισκόσουν στη μνήμη μου. Πού Σε βρήκα λοιπόν, εάν όχι στον Εαυτό Σου, πάνω από μένα; Αλλ’ εκεί δεν υπάρχει χώρος, και μπορούμε να προχωρήσομε, χωρίς ποτέ να βρούμε χώρο; Είσαι, ω Αλήθεια, παντού. Βασιλεύεις πάνω σ’ όλους εκείνους , οι οποίοι Σε συμβουλεύονται και ανταποκρίνονται στα διάφορα ερωτήματα του καθενός που Σε συμβουλεύεται κατά τον ίδιο χρόνο. Εσύ ανταποκρίνεσαι καθαρά , αλλά δεν Σε εννοούν καθαρά όλοι. Όλοι Σε συμβουλεύονται για κείνο, που θέλουν να μάθουν, αλλά δεν ακούν όλοι ό,τι επιθυμούν. Ο άριστος από τους υπηρέτες Σου είναι εκείνος , που δεν ζητά ν’ ακούσει ό,τι δεν ποθεί ,αλλά μάλλον ποθεί εκείνο, που άκουσε από Σένα.

Πώς το κάλλος του Θεού συναρπάζει

Αργά Σε αγάπησα, ωραιότητα, τόσο παλιά και τόσο νέα! Αργά Σε αγάπησα! Ήσουν στον εσωτερικό κόσμο μου και εγώ ήμουν εκτός του εαυτού μου. Εκτός του εαυτού μου Σε ζητούσα, σκορπισμένος στα περικαλλή δημιουργήματά Σου και επιζητώντας την ωραιότητα των πλασμάτων Σου με τη δυσμορφία μου. Ήσουν μαζί μου, αλλ’ εγώ δεν ήμουν μαζί Σου. Και με κρατούσαν μακριά από Σένα τα πλάσματα εκείνα, που δεν θα υπήρχαν αν δεν θα υπήρχαν σε Σένα. Και με κάλεσες και έσπασες την κουφότητά μου και έλαμψες και εξάστραψες και διασκέδασες την τυφλότητά μου. Σκόρπισες άρωμα ηδονικό και το ανέπνευσα , και ο πόθος μου στράφηκε προς Εσένα. Σε γεύθηκα και αισθάνθηκα την πείνα και τη δίψα για Σένα. Με άγγιξες και φλέγομαι για την ειρήνη Σου.

«Πάρε και διάβασε!»

Τα έλεγα αυτά και έκλαιγα με πικρότατη συντριβή της καρδιάς μου. Οπότε ακούω μια φωνή από ένα γειτονικό σπίτι, μια φωνή αγοριού ή κοριτσιού, δεν γνωρίζω, μια φωνή, που έψαλλε και επαναλάμβανε: «Πάρε και διάβασε! Πάρε και διάβασε!». Αμέσως, μεταβάλλοντας την όψη του προσώπου μου, συγκέντρωσα την προσοχή μου, για να θυμηθώ αν υπήρχε κανένα παιχνίδι , όπου τα παιδιά έλεγαν αυτές τις λέξεις, αλλά δεν συνέπεσε ν’ ακούσω ένα τέτοιο παιχνίδι πουθενά. Αφού συγκράτησα λοιπόν την ορμή των δακρύων μου, σηκώθηκα και ερμήνευσα τη φωνή εκείνη αποκλειστικά σαν θεία εντολή, για ν’ ανοίξω το ιερό βιβλίο και να διαβάσω το πρώτο κεφάλαιο, που θα έπεφτε στα μάτια μου. Γιατί άκουσα για τον Αντώνιο, ότι τον παρότρυνε ένα χωρίο του Ευαγγελίου, που τυχαία διάβασε, σαν ν’ απευθυνόταν σ’ αυτόν τον ίδιο: «Ύπαγε ,πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ και δεύρο ακολούθει μοι» και αυτός ο χρησμός τον μετέστρεψε σε Σένα αμέσως.
Παρακινούμενος λοιπόν από τον τρόπο αυτό, επέστρεψα εκεί όπου βρισκόταν ο Αλύπιος και όπου, όταν είχα αποσυρθεί από εκεί, άφησα το βιβλίο του Αποστόλου. Το άρπαξα, το άνοιξα και διάβασα το πρώτο κεφάλαιο, όπου στράφηκαν τα μάτια μου: «Μη κώμοις και μέθαις, μη κοίταις και ασελγείαις, μη έριδι και ζήλω∙ αλλ’ ενδύσασθε τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, και της σαρκός πρόνοιαν μη ποιείσθε εις επιθυμίας». Δεν θέλησα να διαβάσω περισσότερα, ούτε υπήρχε ανάγκη. Μετά το τέλος της παραίνεσης αυτής διαχύθηκε φως βεβαιότητας στην καρδιά μου, που διασκόρπισε όλα τα σκότη της αμφιβολίας μου.


Η τυραννία της συνήθειας

Όταν ο δούλος Σου Σιμπλικιανός μου διηγήθηκε για το Βικτωρίνο εκείνα της μεταστροφής του, με κατέβαλε σφοδρός πόθος να τον μιμηθώ. ΄Οταν δε μου πρόσθεσε ότι στους χρόνους του αυτοκράτορα Ιουλιανού, που απαγορεύθηκε στους Χριστιανούς η διδασκαλία των γραμμάτων και της ρητορικής με διάταγμα, ο Βικτωρίνος συμμορφώθηκε τελείως με το νόμο, και προτίμησε να εγκαταλείψει τη φλυαρία της Σχολής του μάλλον, παρά το Λόγο Σου, «όστις γλώσσας νηπίων έθηκε τρανάς». Δεν μου φάνηκε δε τόσο αποφασιστικότερος όσο ευτυχέστερος, αφού βρήκε με αυτόν τον τρόπο την ευκαιρία να αφιερώσει ολόκληρο το χρόνο του σε Σένα. Μια τέτοια ευκαιρία ποθούσα κι εγώ, που ήμουν δεμένος, όχι με ξένες αλυσίδες, αλλά με τις αλυσίδες της δικής μου θέλησης. Τη θέλησή μου την κρατούσε υποχείρια ο εχθρός και σφυρηλάτησε αλυσίδες και, να, εγώ είμαι δέσμιος. Διότι το πάθος το γεννά η διεστραμμένη θέληση , τη συνήθεια γεννά η καθυπόταξη στο πάθος και την ανάγκη η μη αντίδραση προς τη συνήθεια. Για όλα αυτά των περιτυλιγμένων κρίκων, κατά κάποιο τρόπο, τους οποίους ονόμασα αλυσίδα, το πάθος με κρατούσε σε σκληρή δουλεία. Ώστε η νέα θέληση, που άρχισε να βλαστάνει σε μένα, για να Σε λατρεύω με ανιδιοτέλεια, να Σε απολαμβάνω, ω θεέ μου, μοναδική, ασφαλή χαρά μου, δεν ήταν ακόμη ικανή να υπερνικήσει τη χρόνια δύναμη της παλιάς θέλησής μου.
Έτσι, δύο θελήσεις μάχονταν σε μένα, η μια παλιά, η άλλη νέα, η μια σαρκική, η άλλη πνευματική, η μια εναντίον της άλλης, και, ανταγωνιζόμενες μεταξύ των, διέσχιζαν την ψυχή μου.
Κατά τον τρόπο αυτό , πειραματιζόμενος στον εαυτό μου, εννοούσα το χωρίο, που διάβασα: «η σαρξ επιθυμεί κατά του πνεύματος, το δε πνεύμα κατά της σαρκός». Βρισκόμουν ακόμη κάτω από την κυριαρχία δύο θελήσεων, αλλά το Εγώ μου ήταν πλησιέστερο σ’ εκείνη την οποία αποδοκίμαζα. Τώρα μάλιστα δεν βρισκόταν στη δεύτερη θέληση το Εγώ μου ,γιατί τη θέλησή αυτή την υπέφερα περισσότερο εξαναγκαζόμενος , παρά γιατί υπέκυπτα θεληματικά σ’ αυτήν. Εντούτοις η συνήθεια, η οποία ήταν ισχυρότερη εναντίον μου, γεννήθηκε από μένα, διότι εκείνο που με παρέσυρε εκεί, όπου δεν ήθελα να παρασυρθώ, ήταν η θέλησή μου. Και ποιος θα μπορούσε να το αρνηθεί νομιμόφρονα, αφού η τιμωρία ακολουθεί νομιμόφρονα το αμάρτημα; Και δεν υπήρχε πια για μένα η διδασκαλία εκείνη, που άλλοτε μου επέτρεπε να υποθέτω ότι, εάν δεν περιφρονούσα ακόμη τον αιώνα μου, για να γίνω θεράποντας δικός Σου το έκανα επειδή δεν ήμουν ακόμη βέβαιος, ότι είχα διαισθανθεί την αλήθεια. Όχι! Τώρα ήμουν γι’ αυτό βεβαιότατος. Αλλά, πάντοτε δεμένος με αλυσίδες, εδώ κάτω στη γη, δεν ήθελα να Σε δουλέψω, και φοβόμουν ν’ απαλλαγώ από τα δεσμά μου τόσο, όσο πρέπει να φοβάται κανείς τα δεσμά.
Έτσι, το βάρος του αιώνα βάρυνε με γλυκύτητα επάνω μου όπως σ’ ένα όνειρο, οι δε στοχασμοί μου έμοιαζαν μ’ εκείνους, οι οποίοι προσπαθούν ν’ αφυπνισθούν, αλλά, νικώμενοι από την νάρκη των, βυθίζονται πάλι σ’ αυτήν. Και όπως δεν υπάρχει κανείς που να θέλει να κοιμάται πάντα – ο υγιής νους προτιμά την εγρήγορση από τον ύπνο- και όμως όταν βαρύνει τα μέλη βαριά χαύνωση, οι άνθρωποι αναβάλουν τον χρόνο της αποτίναξης του ύπνου και απολαμβάνουν κοιμώμενοι, μολονότι η ώρα της εγρήγορσης έχει ήδη σημάνει, έτσι κι εγώ ήμουν βέβαιος, ότι προτιμότερο θα ήταν ν’ αφοσιωθώ στην αγάπη Σου παρά να υποχωρήσω στο πάθος μου. Μου άρεσε , με κατακτούσε η αγάπη Σου, αλλ’ αγαπούσα το πάθος μου που μ’ εξουσίαζε. Δεν μπορούσα να δώσω καμμιά απάντηση όταν μου έλεγες: «έγειρε ο καθεύδων και ανάστα εκ νεκρών και επιψαύσει σοι ο Χριστός». Παντού μου έδειχνες την αλήθεια Σου, και η αλήθεια Σου με καθυπέταζε και δεν ήμουν πια ικανός ν απαντήσω παρά με λέξεις μαλθακές και υπναλέες. «Αμέσως! Παρευθύς! Περίμενε λίγο!» Αλλ’ αυτό το παρευθύς και το αμέσως δεν ερχόταν αμέσως και παρευθύς. Μάταια «συνηδόμην κατά τον έσω άνθρωπον τω νόμω Σου» ,αφού ένας άλλος νόμος στα μέλη μου αντιστρατευόταν «τω νόμω του νοός μου και ηχμαλώτιζέ με εν τω νόμω της αμαρτίας», ο οποίος βρισκόταν στα μέλη μου. Ο νόμος της αμαρτίας είναι ο εκβιασμός της συνήθειας που παρασύρει κι εξουσιάζει την ψυχή , αφού υποτάσσεται εθελούσια. «Ταλαίπωρος εγώ, τις με ρύσεται εκ του σώματος του θανάτου τούτου, εάν όχι η χάρις Σου δια Ιησού Χριστού, του Κυρίου ημών;»
Πώς μ’ ελευθέρωσες από τις αλυσίδες της σαρκικής ηδονής, που με κρατούσαν χειροδεμένο, και από τη δουλεία των κοσμικών υποθέσεων, θα το διηγηθώ, θα το εξομολογηθώ για τη δόξα Σου, «Κύριε , βοηθέ μου και λυτρωτά μου».
Περνούσα τη συνηθισμένη ζωή μου. Η αγωνία μου αυξανόταν, καθημερινά δε απεύθυνα τους πόθους μου σε Σένα. Πήγαινα στην Εκκλησία Σου, εφόσον μου το επέτρεπαν οι ασχολίες μου, κάτω από τις οποίες αναστέναζα. Ο Αλύπιος ,όταν απαλλάχθηκε από το δικαστικό αξίωμά του, αφού χρημάτισε ήδη για τρίτη φορά πρόεδρος δικαστής, βρισκόταν κοντά μου και περίμενε σε ποιον να πουλήσει πάλι τις συμβουλές του, όπως εγώ πουλούσα τη ρητορική , εφόσον ήταν δυνατό να διδαχθεί. Ο Νεβρίδιος, χάρη στη φιλία μας, βοηθούσε στη διδασκαλία το φίλτατο σε όλους μας Βερεκούνδο, πολίτη και γραμματικό του Μιλάνου, που επεθύμησε ζωηρά και ζήτησε , χάρη του δικαιώματος της φιλίας, κάποιος από την ομάδα του να του προσφέρει ειλικρινή βοήθεια , που την είχε τόσο μεγάλη ανάγκη. Σ’ αυτή δε την απόφαση δεν οδήγησε το Νεβρίδιο ο πόθος του κέρδους – θα μπορούσε, εάν ήθελε, να επωφεληθεί από τη διδασκαλία των Γραμμάτων ώστε να κερδίσει- αλλά με την υποχρεωτική καλοκαγαθία του , ο τόσο γλυκός και αγαπητός φίλος δεν θέλησε να μη δεχθεί την παράκλησή μας. Εφόσον δεν απέφευγε τη συναναστροφή με τους μεγάλους του αιώνα και συνεπώς κάθε ανησυχία του πνεύματός του, που ποθούσε να έχει ελεύθερο, εξασφαλίζοντας σ’ αυτό όσο το δυνατό περισσότερο χρόνο για την έρευνα, την ανάγνωση και τις σχετικές με τη σοφία συνδιαλέξεις ,ενεργούσε σωφρονέστατα.

Ο πόνος της Μόνικας

Αλλά την αιτία, για την οποία εγκατέλειψα την Καρχηδόνα, την ήξερες Εσύ, ω Θεέ μου, χωρίς να την αποκαλύψεις σε μένα και στη μητέρα μου. Ο χωρισμός σπάραξε την καρδιά μου. Με συνόδευσε μέχρι την ακτή. Έπεσε πάνω μου και μ’ έσφιγγε σπασμωδικά, για να με κρατήσει ή για να φύγει μαζί μου. Αλλά την εξαπάτησα, προσποιούμενος ότι μου ήταν αδύνατο να εγκαταλείψω κάποιο φίλο μου, που περίμενε ευνοϊκό άνεμο για να ταξιδέψει. Είπα ψέμματα στη μητέρα μου και μάλιστα σε μια τέτοια μητέρα. Αλλά και αυτό μου το συγχώρησε η ευσπλαχνία Σου. Με προφύλαξες από τα νερά της θάλασσας, παρά τις φρικτές κηλίδες μου, για να με οδηγήσεις στα νερά της χάρης Σου, όπου θα απόπλυνα τα αμαρτήματά μου, και για να παύσει ο χείμαρρος των δακρύων της μητέρας μου, που εμπρός στα μάτια Σου πότιζαν το χώμα κάθε μέρα.
Δεν ήθελε με κανένα τρόπο να με αφήσει και με πολύ κόπο κατόρθωσα να την πείσω να διανυκτερεύσει σε ένα παρεκκλήσι, αφιερωμένο στον μακάριο Κυπριανό, πολύ κοντά στο σκάφος μας. Την ίδια νύχτα έφυγα κρυφά, και η δυστυχισμένη μητέρα μου έμεινε μέσα στο ναό για να προσευχηθεί και να κλάψει.
Τι ζητούσε , ω Θεέ μου, με τα τόσα δάκρυά της, παρά μόνο να μ΄ εμποδίσει να εμπιστευθώ το σαρκίο μου στα κύματα; Αλλά, βάσει ενός βαθύτατου σχεδίου Σου, μολονότι είχες εισακούσει το κυριότερο σημείο της μητρικής δέησης, παρέβλεψες τον πόθο της, για να γίνω με τη βοήθειά Σου ό,τι η μητέρα μου ποθούσε να είμαι καθημερινά.
Ο άνεμος άρχισε να φυσά , τα πανιά φούσκωσαν από αέρα και γρήγορα εξαφανίστηκε η ακρογιαλιά από τα μάτια μου, ενώ η μητέρα μου, έξαλλη, γέμιζε αδυσώπητα από κραυγές και στεναγμούς τα αυτιά Σου στην απελπισία της εκείνη. Γιατί μεταχειρίστηκες το δόλωμα των παθών για να ξεριζώσεις τα πάθη μου, ο δε υπερβολικός σαρκικός πόνος της μητέρας μου τιμωρούνταν δίκαια κάτω από το μαστίγιο των θλίψεων. Ήθελε να με έχει κοντά της , όπως όλες οι μητέρες αλλ’ αυτή περισσότερο από πολλές άλλες μητέρες και δεν μπορούσε να υποπτευθεί τη χαράς που της προετοίμαζες και με αυτόν ακόμη τον χωρισμό. Να για ποιο λόγο έκλαιγε και οδυρόταν. Αυτός δε ο σπαρακτικός πόνος της φανέρωνε σ’ αυτήν την κληρονομιά της Εύας, αφού ζητούσε με στεναγμούς εκείνο που συνέλαβε με στεναγμούς . Χωρίς να με κακίσει για την πονηριά και τη σκληρότητά μου, άρχισε πάλι να προσεύχεται για μένα και ν’ ασχολείται με τις συνηθισμένες οικιακές εργασίες της, ενώ εγώ έπλεα προς τη Ρώμη.

Ο φυσικός έρωτας των ανθρώπων προς την αλήθεια , η οποία τότε μόνο είναι μισητή, όταν αντιστρατεύεται τα πάθη των


Δεν είναι λοιπόν, βέβαιο, ότι όλοι επιθυμούν να είναι ευδαίμονες, αφού εκείνοι οι οποίοι δεν χαίρονται σε Σένα, που είσαι η μόνη ευδαιμονία, αναμφίβολα δεν θέλουν να είναι ευτυχείς. Ή μάλλον όλοι το επιθυμούν, αλλ’ επειδή «η μεν σαρξ επιθυμεί κατά του Πνεύματος, το δε Πνεύμα κατά της σαρκός ∙ ταύτα δε αντίκεινται αλλήλοις , ίνα μη α αν θέλωσι ταύτα ποιώσι», ξαναπέφτουν σ’ εκείνα που μπορούν να είναι ευτυχισμένοι με αυτά, διότι εκείνο που μπορούν, δεν το θέλουν με θέληση τόσο ισχυρή, ώστε να μπορούν να το αποκτήσουν.
Ρωτώ όλους , αν προτιμούν τη χαρά της αλήθειας από τη χαρά του ψεύδους , και δεν διστάζουν ν’ απαντήσουν ότι προτιμούν την αλήθεια, όπως και δεν διστάζουν να ομολογήσουν ότι θέλουν να είναι ευτυχείς. Οπότε ευτυχισμένη ζωή είναι ήδη η χαρά για την αλήθεια , είναι λοιπόν η χαρά για Σένα, ο οποίος είσαι η αλήθεια, ω Θεέ μου, φωτισμός και σωτήρας του προσώπου μου. Όλοι επιθυμούν την ευτυχισμένη ζωή, που είναι η μόνη πραγματική ευτυχία. Όλοι ποθούν τη χαρά για την αλήθεια.
Είδα πολλούς που ήθελαν ν’ απατήσουν, αλλά δεν είδα κανένα που ήθελε να απατηθεί. Πού λοιπόν έμαθαν αυτή την ευτυχισμένη ζωή, εάν όχι όπου έμαθαν την αλήθεια; Διότι, αφού δεν θέλουν ν’ απατηθούν, αγαπούν αυτή την ίδια την αλήθεια, εφόσον δε αγαπούν την ευτυχισμένη ζωή, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η χαρά μέσα στην αλήθεια, αγαπούν αυτήν την ίδια την αλήθεια, την οποία δεν θ’ αγαπούσαν, εάν δεν είχαν κάποια γνώση γι’ αυτήν στη μνήμη των.
Γιατί λοιπόν δεν χαίρονται γι’ αυτήν; Γιατί δεν είναι ευτυχείς; Γιατί ασχολούνται περισσότερο σε άλλα, που τους κάνουν δυστυχέστερους παρ’ όσον καθιστά ευτυχείς το αγαθό εκείνο, το οποίο αμυδρά ενθυμούνται; «Έτι μικρόν χρόνον το φως έστιν εν ανθρώποις». Ας βαδίσουν , ας βαδίσουν λοιπόν, «ίνα μη σκοτία αυτούς καταλάβη».
Αλλά γιατί η αλήθεια γεννά το μίσος; Γιατί έγινε εχθρός ο άνθρωπός Σου κηρύττοντας την αλήθεια, παρ’ όλο που όλοι αγαπούν την ευτυχισμένη ζωή που δεν είναι παρά μόνο η χαρά μέσα στην αλήθεια; Άραγε επειδή αγαπούν την αλήθεια, κατά τρόπο, ώστε ό,τι αγαπούν, επιθυμούν να είναι αλήθεια; Και επειδή δεν θέλουν ν’ απατηθούν ,δεν θέλουν να ελεγχθούν πλανώμενοι; Μισούν λοιπόν την αλήθεια ένεκα εκείνου που εκλαμβάνουν σαν αλήθεια. Την αγαπούν, όταν λάμπει στα μάτια των, και την μισούν, όταν τους καταδικάζει.
Διότι θέλοντας συγχρόνως να μην εξαπατηθούν και να εξαπατήσουν τους άλλους, την αγαπούν, όταν φανερώνεται σ’ αυτούς και την μισούν, όταν τους καταγγέλλει. Αλλά θα λάβουν την αμοιβή των, και επειδή δεν θέλουν ν’ αποκαλυφθούν από την αλήθεια, θα τους αποκαλύψει χωρίς τη θέλησή των και δεν θ’ αποκαλυφθεί σ’ αυτούς.
Ιδού, ιδού η ανθρώπινη ψυχή. Ιδού πώς θέλει να κρύβεται τυφλή και ανάπηρη, θρασύδειλη και επονείδιστη, αλλά δεν θέλει να κρύβεται τίποτε σ’ αυτήν. Εντούτοις , μολονότι είναι άθλια σε τόσο μεγάλο βαθμό, προτιμά να χαίρεται για την αλήθεια παρά για το ψεύδος. Θα είναι λοιπόν ευτυχής, αν απαλλασσόμενη από κάθε διαταραχή, θα χαίρεται μόνο για την αλήθεια, δια της οποίας τα πάντα είναι αληθινά.














Από το βιβλίο: «ΙΕΡΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ
ΟΙ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ»
Εισαγωγή- Μετάφραση- Σημειώσεις:
ΑΝΔΡΕΑ ΔΑΛΕΖΙΟΥ
Διδάκτορα της Φιλοσοφίας
Έκδοση:
Γραφείο Καλού Τύπου

Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2010

ΑΔΕΛΦΗΣ ΜΑΓΔΑΛΗΝΗΣ « Σκέψεις για τα παιδιά στην Ορθόδοξη Εκκλησία σήμερα »

Πώς να ακούμε τα παιδιά


Όταν μιλούμε με τα παιδιά μας , πρέπει να τα ακούμε προσεκτικά . Μερικές φορές οι χριστιανοί ενήλικες ακούν τα παιδιά με μισό αυτί, εκτός κι αν μιλούν για τον Θεό. Πρέπει να ακούμε με προσοχή και προσευχή οποιοδήποτε θέμα απασχολεί το παιδί , ώστε η ευλογία του Θεού να φωτίσει κάθε πτυχή της ζωής του. Κανείς δε θα υποστήριζε ότι ένα παιδί μπορεί πάντα να διακόπτει οποιαδήποτε στιγμή μια συζήτηση και να απαιτεί την προσοχή μας όποτε θέλει αυτό, αλλά πρέπει να συνειδητοποιήσουμε πόσο χρόνο και πόση ενέργεια διαθέτουν οι γονείς απλώς για να συζητούν και να ακούν τα παιδιά τους. Ακόμα και όταν είμαστε απασχολημένοι , οφείλουμε να διακρίνουμε πότε η ερώτηση ενός μικρού παιδιού είναι αρκετά σοβαρή , ώστε να αξίζει να διακόψουμε την εργασία μας , επειδή μπορεί να μη μας ξαναδοθεί η ευκαιρία να απαντήσουμε σε αυτή την ερώτηση. Μόνο όταν το παιδί φτάσει σε κάποιο επίπεδο ωριμότητας, είναι δυνατόν να αναβάλλουμε για ευθετότερο χρόνο μια σοβαρή απάντηση.
Μερικές φορές είναι καλύτερο να απαντούμε σε μια ουσιώδη ερώτηση με τρόπο φαινομενικά πρόχειρο, ιδίως όταν πρόκειται για παιδιά τα οποία « αποτραβιούνται » , όταν η συζήτηση στρέφεται σε σοβαρά θέματα. Αυτό δεν είναι προσποίηση : η προσευχόμενη καρδιά μας είναι αυτή που θα μας δείξει πώς να μιλήσουμε προς όφελος του παιδιού.
Όταν απαντούμε σε ένα παιδί , πρέπει να απαντούμε στο ίδιο το παιδί , και όχι για να μας ακούσουν οι άλλοι ενήλικες που είναι παρόντες και ίσως διασκεδάζουν ή εντυπωσιάζονται από τις ερωτήσεις του παιδιού . Είναι πολύ σημαντικό να κάνουμε αληθινές συνομιλίες με ένα παιδί , όσο κι αν αυτές είναι προσαρμοσμένες στο επίπεδο αναπτύξεώς του. Οι ενήλικες πρέπει επίσης να προσέχουν να μη δείχνουν ότι διασκεδάζουν με τον τρόπο που εκφράζεται το παιδί , αν υπάρχει φόβος αυτή η συμπεριφορά τους να χαλάσει τη συζήτηση . « Υπάρχει καιρός για γέλιο » ( υπάρχουν πολλές ευκαιρίες για γέλιο, όταν κανείς ασχολείται με τα παιδιά … ). Αλλά υπάρχει επίσης ο καιρός που πρέπει να προσέξουμε να μη γελοιοποιήσουμε μια σοβαρή ερώτηση ή σχόλιο.

Για κορίτσια

Όταν συζητάμε με τα κορίτσια για το μακιγιάζ, δεν είναι σωστό να δίνουμε την εντύπωση ότι είναι αμαρτία να θέλουν να είναι όμορφες ή να αρέσει η εμφάνισή τους στους άλλους. Μπορούμε να τις ενθαρρύνουμε να είναι όσο το δυνατόν πιο φυσικές – όχι τεχνητές ή ματαιόδοξες. Ένα πρόσωπο που φωτίζεται από μια θερμή καρδιά είναι αυθεντικά ελκυστικό για πάντα. Αν οι νέες κοπέλες προσεύχονται στον θεό να τις φωτίζει σε όλα όσα τις αφορούν, θα βρουν τελικά το σωστό μέτρο. ( Ίσως θα βοηθούσε τα κορίτσια να γνωρίζουν ότι οι κανόνες , βάσει των οποίων απαγορεύεται στις γυναίκες να κοινωνήσουν σε ορισμένες περιόδους, αποτελούν μέρος μιας γενικής αρχής σύμφωνα με την οποία υπό κανονικές συνθήκες – όταν δεν υπάρχει κίνδυνος άμεσου θανάτου- απαγορεύεται να κοινωνήσουν του Σώματος και του Αίματος του Χριστού όλοι εκείνοι που έχουν κάποια αιμορραγία . Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει ότι τίποτε το φυσικό , δηλαδή που δεν προκαλείται από τα πάθη, δεν είναι αμαρτία ) .

Η μουσική

Το θέμα της ροκ μουσικής είναι σοβαρό από πνευματική άποψη- οι γονείς δεν πρέπει να είναι ικανοποιημένοι , αν απλώς δεν ενοχλούνται από την μεγάλη ένταση του ήχου. Αν ένα παιδί αγαπάει τη ροκ μουσική , είναι δύσκολο να του την απαγορεύσεις . Το πιο πιθανό αποτέλεσμα θα είναι να εφοδιαστεί με ακουστικά. Θα ήταν πιο συνετό , αν οι γονείς άκουγαν καμιά φορά μουσική μαζί με τα παιδιά τους και τα προειδοποιούσαν να μην ακούν τραγουδιστές που χρησιμοποιούν δαιμονικά ή βλάσφημα ονόματα , τίτλους τραγουδιών και λέξεις. Δεν πρέπει να παραλείπουμε να βρίσκουμε μερικά τραγούδια για τα οποία να μιλούμε πιο θετικά καθώς επίσης και να βοηθάμε τους νέους να διευρύνουν τις μουσικές τους προτιμήσεις . Πρέπει να τους προειδοποιούμε πόσο επικίνδυνο είναι να ακούν μουσική χωρίς να προσέχουν τα λόγια ή την ατμόσφαιρα που δημιουργείται από αυτά. Ένας από τους λόγους για τους οποίους οι συγκεντρώσεις φίλων είναι προτιμότερες από τις ντισκοτέκ είναι ότι στις πρώτες έχεις περισσότερες δυνατότητες επιλογής της μουσικής που θα ακούσεις. Υπάρχει μουσική η οποία ευθέως ή με υποσυνείδητα μηνύματα παρακινεί στη βία , την αυτοκτονία ή το σαρκικό πάθος. Συνήθως το πάθος για την ποπ μουσική περνά φυσιολογικά – « όσο λιγότερο συζητείται , τόσο γρηγορότερα θεραπεύεται ». Περισσότερη βλάβη προκαλείται όταν ένα παιδί δεν αισθάνεται ελεύθερο να εκφράσει ανοιχτά τις προτιμήσεις του και ακούει κρυφά. Κάποιοι έφηβοι μου εξομολογήθηκαν ότι δε θα τολμούσαν να πουν σε έναν ιερέα πως τους αρέσει η ποπ μουσική. Δεν πρέπει να τους ωθούμε στην υποκρισία δείχνοντάς τους ότι μα σοκάρουν . Ας είμαστε έτοιμοι να μιλήσουμε ακόμη και για τα πιο δύσκολα θέματα.

Προς το γάμο

Αν παρουσιάσουμε στους νέους μας το ιδανικό της χριστιανικής μονογαμίας , τους δίνουμε ήδη ένα υψηλό ιδανικό , το οποίο μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τη βοήθεια του Θεού. Οι γονείς οφείλουν να « κηρύττουν » τις χαρές και τους αγώνες της συζυγικής ζωής κυρίως με το παράδειγμά τους . Μόνο το παράδειγμα μπορεί να εξουδετερώσει τα άλλα « ιδανικά » τα οποία συναντά κανείς στη λογοτεχνία , στα τραγούδια, στον κινηματογράφο κ.λ.π. και αντιπροσωπεύουν την κοινή γνώμη γύρω μας. Τέτοια ιδανικά συνήθως παρουσιάζονται με πολύ ελκυστικό τρόπο και όχι πάντα χυδαία. Πρέπει επίσης να αναγνωρίσουμε ότι υπάρχουν πολλών βαθμών αποκλίσεις από το χριστιανικό ιδανικό. Καλό είναι να μην τις καταδικάζουμε όλες συνολικά – ειδεμή τα παιδιά δε θα μας ακούσουν.
Αν δεχόμαστε την άποψη ότι ο καθένας διαλέγει μόνος του το σύζυγό του ( στην εποχή μας δεν γίνονται πια γάμοι χωρίς την συγκατάθεση των παιδιών ) , πρέπει να δεχθούμε και τη δυνατότητα δυό νέοι να γνωριστούν πολύ στενά με την προοπτική ενός πιθανού γάμου αλλά τελικά να μην αποφασίσουν να παντρευτούν. Όμως, στην πραγματικότητα ούτε τα ραντεβού, ούτε τα συνοικέσια προετοιμάζουν το γάμο, αλλά σε αυτόν οδηγεί η προσευχή. Κάποιος χριστιανός είπε σε μερικά κορίτσια που περιέγραφαν τον ιδανικό , κατά τη γνώμη τους , σύζυγο: « Προσευχηθείτε στον Θεό να σας δώσει έναν καλό σύζυγο και μην ξεχνάτε ανάμεσα στα χαρακτηριστικά που ζητάτε , να συμπεριλάβετε το να αγαπάει εσάς και τον Θεό- και έτσι η ζωή σας θα είναι ευλογημένη » .

Θρησκευτική αγωγή

Οι χριστιανοί γονείς και δάσκαλοι και όλοι όσοι επιθυμούν να διδάξουν το χριστιανισμό οφείλουν να έχουν πάντα κατά νουν ότι ο κύριος σκοπός τους είναι : να εμπνεύσουν στο παιδί προσωπική αγάπη για τον Χριστό και την Μητέρα Του. Αν ένα παιδί μεγαλώνει τιμώντας τον Χριστό και την Παναγία ως αγαπημένα πρόσωπα, αυτή η αγάπη θα στεριώσει την καρδιά του στον Θεό ,κι αν αργότερα περάσει μέσα από αμφιβολίες ή ακόμα κι αν εγκαταλείψει την Εκκλησία, τουλάχιστον η καρδιά του δε θα στραφεί εναντίον του Χριστού. αυτό και μόνο μπορεί να είναι αρκετό για τη σωτηρία του.
Η θρησκευτική μόρφωση των παιδιών επιτυγχάνεται κυρίως με το παράδειγμα και με την ατμόσφαιρα αγάπης και προσευχής μέσα στο σπίτι. Η καρδιά του παιδιού συγκινείται. χωρίς εξηγήσεις κατακτά την προσευχή ως φυσική δραστηριότητα ,και χωρίς να έχει ανάγκη λογικών αποδείξεων γνωρίζει την παρουσία του Θεού.
Στους βίους των αγίων βλέπει κανείς συχνά πως η ζωή ενός αγίου επηρεάστηκε από κάποιον άγιο άνθρωπο που απλώς είδε. Ο άγιος Νεκτάριος θυμόταν πάντα την αγάπη της γιαγιάς του και πώς στεκόταν όταν προσευχόταν μπροστά στις εικόνες.
Η αγάπη, η προσευχή και το παράδειγμα είναι περισσότερο αποτελεσματικά από τα λόγια- στην πραγματικότητα είναι αυτά που δίνουν αξία στα λόγια – όταν οδηγούμε τα παιδιά προς τον Θεό. Η εργασία μας ως γονείς ή κατηχητές είναι συχνά αφανής, και μας δίνει την εμπειρία της « φοβερής » όψεως της ανθρώπινης ελευθερίας: ότι δηλαδή κανείς δεν μπορεί να επιβάλει σε άλλον άνθρωπο την αγάπη για τον Θεό. Άλλωστε δε θα θέλαμε να είναι τα πράγματα διαφορετικά. Θέλουμε να αγαπούμε τον Θεό ελεύθερα και το ευχόμαστε αυτό και για όλο το ανθρώπινο γένος. Όμως ταυτόχρονα η προσευχή για τα αγαπημένα μας παιδιά μας προκαλεί ένα διαρκή εσωτερικό πόνο. Είναι ευκολότερο να μιλάς παρά να προσεύχεσαι.
Όταν προσπαθούμε να μιλήσουμε στα παιδιά για τον Θεό και δεν μπορούμε να βρούμε τη σωστή έκφραση ή το θέμα της συζητήσεως αλλάζει, ας μη νομίζουμε ότι είμαστε υποχρεωμένοι να συνεχίζουμε την ερμηνεία μας πάση θυσία. Πρέπει μάλλον να ακολουθούμε την έμπνευση του Θεού και το μυαλό του ίδιου του παιδιού. Δε θα βοηθήσουμε τόσο τα παιδιά μας με τα λόγια μας για τον Θεό, όσο με την παραμονή μας μέσα στην παρουσία του Θεού. Οι χριστιανοί ενήλικες έχουν την τάση να πιστεύουν ότι ο Θεός απουσιάζει από τη συζήτηση, αν δεν αποτελεί Αυτός το αντικείμενό της.
Οι καλύτερες εκπαιδευτικές μέθοδοι έχουν ως στόχο να διδάξουν στα παιδιά πώς να μαθαίνουν. Υπάρχει μια παροιμία που λέει: « Δώσε στο γιο σου ένα ψάρι και θα φάει καλά σήμερα. Μάθε του πώς να ψαρεύει και θα τρώει καλά σ΄ όλη του τη ζωή ». Έτσι αντιλαμβανόμαστε το έργο μας ως χριστιανοί γονείς ή δάσκαλοι. Εμπνέουμε στα παιδιά μας την αγάπη για τον Θεό και τα διδάσκουμε πώς να βρίσκουν μόνα τους το θέλημά Του. Αν μάθουμε στα παιδιά μας να αγαπούν τον Θεό και τους αγίους, « ταύτα πάντα προστεθήσεται αυτοίς » …

Η ατμόσφαιρα του χριστιανικού σπιτιού

« Αδιαλείπτως προσεύχεσθε » . Ένα σπίτι είναι ευλογημένο όταν οι καθημερινές δουλειές γίνονται με προσευχή. Φαγητό μαγειρεμένο με αγάπη και προσευχή είναι ευλογία για όλους όσους το μοιράζονται. Όταν ντύνεσαι, μπορείς να προσεύχεσαι: « Κύριε, ντύσε με με τη δικαιοσύνη σου » . Όταν φεύγεις ή έρχεσαι στο σπίτι σου μπορείς να λες: « Κύριε, ευλόγησε την είσοδο και την έξοδό μου » . Παρόμοιες προσευχές μπορούμε να χρησιμοποιούμε και για κάθε άλλη εργασία.
Να ένα ακόμα απόσπασμα από τον πατερά Ιωάννη της Κροστάνδης: « Προσπάθησε να ευαρεστείς στον Θεό σε όλα και πάντοτε και να σκέπτεσαι τη σωτηρία της ψυχής σου από την αμαρτία και το διάβολο και την υιοθεσία της από τον Θεό. Όταν σηκώνεσαι από το κρεβάτι, κάνε το σημείο του σταυρού και λέγε : « Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος ». Επίσης : « Καταξίωσον Κύριε εν τη παρούση ημέρα ταύτη αναμαρτήτους φυλαχθήναι ημάς. Και δίδαξόν με ποιείν το θέλημά Σου » . Όταν πλένεσαι , είτε στο σπίτι σου είτε στα λουτρά , λέγε: « Ραντιείς με υσσώπω και καθαρισθήσομαι. Πλυνείς με και υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι » . Όταν ντύνεσαι ,σκέψου την καθαριότητα της καρδιάς και ζήτησε από τον Θεό καθαρή καρδιά. « Καρδία καθαρή κτίσον εν εμοί ο Θεός » . Αν έραψες καινούρια ρούχα, όταν τα φοράς ,σκέψου την πνευματική ανακαίνιση και λέγε: « Πνεύμα ευθές εγκαίνισον εν τοις εγκάτοις μου » . Όταν βγάζεις τα παλιά ρούχα και τα παρατάς με περιφρόνηση , θυμήσου με μεγαλύτερη περιφρόνηση την παραίτηση του παλαιού, του αμαρτωλού, του εμπαθούς, του σαρκικού ανθρώπου. Όταν γεύεσαι τη γλυκύτητα του ψωμιού , θυμήσου τον αληθινό Άρτο, ο οποίος δίνει στην ψυχή την αιώνια ζωή, το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, και να αισθάνεσαι πείνα για αυτόν τον Άρτο – δηλαδή, να επιθυμείς να κοινωνείς απ’ αυτόν συχνότερα. Πίνοντας νερό, τσάι, γλυκό κρασί ή άλλο ποτό, θυμήσου το αληθινό ποτό ,το οποίο σβήνει τη δίψα της ψυχής που φλέγεται από τα πάθη – το πανάχραντο και ζωοποιό Αίμα του Σωτήρος. Όταν αναπαύεσαι την ημέρα ,θυμήσου την αιώνια ανάπαυση ,την ετοιμασμένη για εκείνους οι οποίοι αγωνίζονται και παλεύουν κατά της αμαρτίας, κατά των αερίων πνευμάτων του κακού, κατά της ανθρώπινης αδικίας ή τραχύτητας και αμάθειας. Όταν ξαπλώνεις για να κοιμηθείς τη νύχτα ,σκέψου τον ύπνο του θανάτου ,ο οποίος αργά η γρήγορα οπωσδήποτε θα έρθει σε όλους μας , και τη σκοτεινή εκείνη, αιώνια, φοβερή νύχτα, στην οποία θα ριχθούν όλοι οι αμετανόητοι αμαρτωλοί. Όταν αντικρύζεις το φως της ημέρας ,σκέψου την ανέσπερη μέρα, την αιώνια, τη λαμπρότατη – τη λαμπρότερη κι από την πιο λαμπρή γήινη μέρα- την ημέρα της βασιλείας των Ουρανών ,κατά την οποία θα χαρούν όλοι όσοι προσπάθησαν να ευαρεστήσουν στον Θεό ή μετανόησαν ενώπιον του Θεού για όλα όσα έκαναν κατά τη διάρκεια της πρόσκαιρης αυτής ζωής…
Όταν πηγαίνεις κάπου ,θυμήσου τη δίκαιη και πνευματική πορεία ενώπιον του Θεού και λέγε: « Τα διαβήματά μου κατεύθυνον κατά το λόγιόν Σου και μη κατακυριευσάτω μου πάσα ανομία » . Όταν κάνεις κάτι ,προσπάθησε να το κάνεις με τη σκέψη του Θεού, του Δημιουργού, ο οποίος έκανε τα πάντα με την άπειρη σοφία , χάρη και παντοδυναμία Του και σε δημιούργησε κατ ’ εικόνα και ομοίωσή Του. Όταν παίρνεις ή έχεις χρήματα ή θησαυρό, θυμήσου ότι ο ακένωτος θησαυρός μας ,από τον οποίο αντλούμε όλους τους θησαυρούς της ψυχής και του σώματός μας, η ανεξάντλητη πηγή κάθε ευλογίας, είναι ο Θεός. Ευχαρίστησέ Τον με όλη την καρδιά σου και μην κλείνεις τους θησαυρούς σου μέσα σου, μήπως έτσι κλείσεις την είσοδο της καρδιάς σου στον ανεκτίμητο και ζωντανό θησαυρό ,τον Θεό. Αλλά μοίρασε μέρος της περιουσίας σου σε αυτούς που έχουν ανάγκη, στους άπορους ,στους φτωχούς αδελφούς σου ,οι οποίοι έχουν μείνει σε αυτή τη ζωή για να φανερώσεις σε αυτούς την αγάπη και την ευγνωμοσύνη σου στον Θεό, και να αμειφθείς για αυτό στην αιωνιότητα από τον Θεό. Όταν βλέπεις τη λευκή λάμψη του αργύρου, μη δελεασθείς από αυτήν αλλά σκέψου ότι η ψυχή σου οφείλει να είναι λευκή και να λάμπει με τις αρετές του Χριστού. Όταν βλέπεις τη λάμψη του χρυσού, μη σαγηνεύεσαι από αυτήν ,αλλά θυμήσου ότι η ψυχή σου πρέπει να καθαρίζεται από τη φωτιά όπως ο χρυσός ,και ότι ο Κύριος επιθυμεί να σε κάνει να λάμπεις κι εσύ όπως ο ήλιος , στην αιώνια, λαμπρή βασιλεία του Πατέρα Του. Θυμήσου ότι θα δεις τον Ήλιο της Δικαιοσύνης ,τον Θεό, την Αγία Τριάδα, την Υπεραγία Θεοτόκο και Μητέρα του Θεού και όλες τις επουράνιες δυνάμεις και τους αγίους να λάμπουν πλημμυρισμένοι από το ανέκφραστο φως το οποίο ξεχύθηκε επάνω τους » .

Σε ένα από τα Αποφθέγματα των Πατέρων της Ερήμου διαβάζουμε ότι η μαγειρική ενός μοναχού ήταν πολύ δημοφιλής. Οι άλλοι πατέρες τον ρώτησαν κάποτε τι το ιδιαίτερο είχε η συνταγή ή τα υλικά αλλά εκείνος απάντησε ότι δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα πιάτο βραστές φακές. Μετά από πολλές πιέσεις ομολόγησε το μυστικό του, ότι σε κάθε στάδιο της προετοιμασίας του φαγητού είχε τη συνήθεια να λέει μία προσευχή μετανοίας…
…Μια μητέρα στο σπίτι μπορεί να είναι πολυάσχολη ,αλλά παρόλα αυτά είναι πιο ελεύθερη να προσεύχεται από κάποιον που εργάζεται έξω από το σπίτι. Γενικά, μια μητέρα πρέπει να εργάζεται έξω από το σπίτι μόνο για σοβαρούς λόγους και πρέπει πάντοτε να έχει συναίσθηση ότι η οικογένεια είναι το πρώτο της καθήκον. Να εργάζεται μόνο εάν ο μισθός της είναι απολύτως αναγκαίος για την οικογένεια. Μια αλλαγή από το περιβάλλον του σπιτιού ίσως είναι αναγκαία σε ορισμένες περιπτώσεις για ψυχοσωματικούς λόγους αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μια μητέρα χρειάζεται μια πλήρους απασχολήσεως επαγγελματική καριέρα. Πράγματι, η παρουσία της μητέρας στο σπίτι έχει θετική επίδραση στο πνεύμα της οικογένειας . Αυτό εκφράζεται ωραία στην παροιμία που λέει ότι « η μητέρα στο σπίτι είναι όπως η καρδιά στη θέση της » . Ο πνευματικός ρόλος της μητέρας στον οργανισμό της οικογένειας είναι πολυτιμότερος από οποιαδήποτε οικονομική ενίσχυση που μπορεί να προσφέρει, και είναι αναντικατάστατος, ιδίως στη σύγχρονη « πυρηνική » οικογένεια.
Μερικές φορές οι γονείς ισχυρίζονται ότι είναι πολύ απασχολημένοι ή κουρασμένοι και δεν μπορούν να τηρήσουν έναν κανόνα προσευχής. Ωστόσο ο καθένας μπορεί σε ορισμένα χρονικά διαστήματα ( π.χ. κάθε ώρα ή κάθε μισή ώρα ) να προσευχηθεί ,έστω και μια φορά ,αργά με όλη του την ύπαρξη ,διώχνοντας από το μυαλό του κάθε άλλη σκέψη ,λέγοντας: « Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλό ». Η ένταση αυτής της προσευχής ,έστω και τόσο σύντομης, έχει ως αποτέλεσμα να παραμείνει για πολλή ώρα η αίσθηση της παρουσίας του Θεού , ακόμα κι αν είμαστε απασχολημένοι με άλλες δραστηριότητες. Έτσι μπορεί κανείς να παραμείνει σε κατάσταση προσευχής μέχρι να ξαναπροσευχηθεί.
Οι άνθρωποι λένε ότι ξεχνούν τον Θεό ,όταν δεν βρίσκονται στην εκκλησία. Αλλά η οικογένειά μας η ίδια θα πρέπει να είναι μια « μικρή εκκλησία ». Πρέπει να τελείται στο σπίτι μας ο αγιασμός ,να έχουμε εικόνες και να θυμιάζουμε. Ίσως μας βοηθήσει η ακρόαση λειτουργικής μουσικής στο σπίτι. Ωστόσο δεν συνίσταται η αποφυγή όλων των πινάκων ζωγραφικής εκτός από τις εικόνες ούτε κάθε άλλου είδους μουσικής εκτός από τους εκκλησιαστικούς ύμνους, ούτε όλων των συζητήσεων, που αφορούν « κοσμικά θέματα », με την οικογένεια και τους φίλους μας . Είναι πολύ αποτελεσματικότερο να προσπαθούμε να κρατάμε αδιαλείπτως στην καρδιά μας το πνεύμα της προσευχής και την αίσθηση της παρουσίας του Θεού. Κάθε πρωί μπορούμε να προσευχόμαστε λέγοντας: « Κύριε , αν εγώ Σε ξεχνώ, Εσύ μη με ξεχνάς » ή « Κύριε ,στρέψε το βλέμμα Σου στα παιδιά μου, ακόμη και όταν αυτά δεν Σε θυμούνται » .

Τα γεύματα

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος προτείνει την ώρα του φαγητού ως μια καλή ευκαιρία για να αναφέρουμε στη συζήτησή μας με τα παιδιά ιστορίες και παραδείγματα από την Αγία Γραφή. Η ώρα του φαγητού είναι μια καλή ευκαιρία για να συγκεντρωθεί η οικογένεια ,να φάγουν και να συζητήσουν όλοι μαζί. Δυστυχώς η τηλεόραση και τα φορτωμένα προγράμματα έχουν σχεδόν καταργήσει την ώρα του φαγητού σε πολλά σπίτια. Οι χριστιανοί γονείς πρέπει να επιδιώκουν τα οικογενειακά γεύματα , όποτε είναι δυνατόν.
Το πρωινό είναι ένα από τα πιο παραμελημένα γεύματα, παρόλα αυτά είναι σημαντικό, επειδή βρίσκεται στο ξεκίνημα της ημέρας. Αυτή την ώρα η οικογένεια μοιάζει να κάνει αγώνα δρόμου για να προλάβουν όλοι να ετοιμαστούν στην ώρα τους για τη δουλειά ή το σχολείο. Αλλά εκτός από την πρωινή προσευχή ( η οποία φυσικά εννοείται ) θα ήταν πολύ ωφέλιμο για τα παιδιά να αρχίσουν την ημέρα συντροφιά με τους γονείς τους, έστω και για πέντε λεπτά. Έτσι θα γευθούν την αγάπη του πατέρα και της μητέρας τους και το ενδιαφέρον τους για ό,τι πρόκειται να κάνει το καθένα κατά τη διάρκεια της ημέρας.
Όταν ένα παιδί φεύγει για το σχολείο η μητέρα μπορεί να το ευλογήσει ή να προσευχηθεί λέγοντας: « Ο Θεός να σε ευλογεί και να σε προστατεύει » . « Η Παναγιά μαζί σου » . Όλα αυτά δεν παρέχουν μόνο ψυχολογική ασφάλεια αλλά αποτελούν και προστασία από κάθε αρνητική επιρροή, που μπορεί να συναντήσει το παιδί, και είναι ένας συνδετικός κρίκος ανάμεσα στους δύο κόσμους, του σπιτιού και του σχολείου.





Η πρώτη εντολή

Τα παιδιά πρέπει να ενθαρρύνονται να θεωρούν τον Χριστό και τους αγίους φίλους, στους οποίους μπορούν να πουν τα πάντα και οι οποίοι τα αγαπούν πιο στοργικά, κι απ’ τους γονείς τους. Τα παιδιά συχνά προσεύχονται και παίρνουν από τον Θεό απαντήσεις σε αιτήματά τους τα οποία φαίνονται ασήμαντα στους μεγάλους ή σε θέματα που θα ντρέπονταν να συζητήσουν με κάποιον άλλο. Έτσι μπορούν να αναπτύξουν μια προσωπική σχέση με τον Θεό και η εμπιστοσύνη τους σ’ Αυτόν θα αυξάνει με την εμπειρία.
Το παιδί πρέπει να μεγαλώνει με την πεποίθηση ότι η αγάπη για τον Χριστό είναι το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο. Η πίστη στον θεό δεν είναι ζήτημα επιλογής – ο Θεός είναι Κάποιος που γνωρίζεις και επιθυμείς να Τον γνωρίσουν όλοι. Οι άθεοι είναι άνθρωποι οι οποίοι δε γνωρίζουν τον Θεό ή έχουν μέχρι στιγμής αρνηθεί να Τον συναντήσουν . Δυστυχώς ακόμη και τα μικρά παιδιά ακούνε για τον αθεϊσμό και για διάφορες άλλες θρησκείες και είναι αναγκασμένα να αντιμετωπίσουν πολύ νωρίς στη ζωή τους τη σχετικοκρατία της εποχής μας.
Στον κόσμο μας μπορεί κανείς να ακούσει και να δει πολλά πράγματα τα οποία δε συμφωνούν με το «νουν Χριστού». Ως ενήλικες έχουμε ήδη αρχίσει να οικοδομούμε την πίστη μας πάνω στην πέτρα∙ ό,τι κι αν ακούμε δεν μας κλονίζει , αντίθετα η πίστη μας αποκτά μεγαλύτερο βάθος και επίγνωση. Τα παιδιά όμως είναι ακόμη τρωτά. Πρέπει να τα βοηθήσουμε αφ’ ενός να προσεύχονται και να «κοσκινίζουν» ό,τι ακούν και αφ’ ετέρου να μην αισθάνονται σαν απόβλητα. Η Εκκλησία δεν είναι «του κόσμου τούτου» αλλά δεν είναι και «γκέτο» ∙ είναι το αλάτι της γης. Τα παιδιά μας μπορούν να μας βοηθήσουν να μην ξεχάσουμε την κλήση της Εκκλησίας μας: το να φέρει το μήνυμα του Ευαγγελίου σε όλους τους ανθρώπους και σε όλες τις γενιές.
Ας εμπνέουμε στα παιδιά μας ευγνωμοσύνη για το γεγονός ότι είναι ορθόδοξα και να τα διδάσκουμε να μην αισθάνονται ανώτερα ούτε να περιφρονούν τους άλλους. Αντίθετα: «Παντί ω εδόθη πολύ, πολύ ζητηθήσεται παρ’ αυτού». Ίσως είμαστε ευτυχείς για την ελληνική ή ρωσσική καταγωγή μας , αλλά πάνω απ’ όλα πρέπει να είμαστε ευγνώμονες στον Θεό, επειδή έχουμε βρει την Ορθοδοξία, είτε με μεταστροφή είτε με τη γέννησή μας σε Ορθόδοξη οικογένεια. Δεν θα στηρίξουμε την ορθόδοξη πίστη των νέων μας με την εθνική υπερηφάνεια.


ΑΔΕΛΦΗΣ ΜΑΓΔΑΛΗΝΗΣ
« Σκέψεις για τα παιδιά στην Ορθόδοξη Εκκλησία σήμερα »
ΕΚΔΟΣΗ ΤΡΙΤΗ
ΙΕΡΑ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΚΑΙ ΣΤΑΥΡΟΠΗΓΙΑΚΗ ΜΟΝΗ
ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ
ΕΣΣΕΞ ΑΓΓΛΙΑΣ
1994

Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2010

« ΓΑΜΟΣ Πνευματικό Γυμναστήριο » Αρχ. Βασιλείου Π. Μπακογιάννη

[ 12. Η ΣΥΜΒΙΩΣΗ

Α. Το αγριότερο θηρίο


α. Στο ζωολογικό κήπο της Ν. Υόρκης ,σ’ ένα σιδερένιο κλουβί, αντί για θηρίο φιλοξενείται ένας καθρέφτης ,που φέρει την επιγραφή: « Αυτό που βλέπεις είναι το αγριότερο θηρίο ». Ο επισκέπτης ,που κοιτάζει τον καθρέφτη, βλέπει τον εαυτό του να καθρεφτίζεται. Και διαβάζει την επιγραφή…
β. Έτσι είναι. Το αγριότερο θηρίο είναι ο άνθρωπος. Γιατί έχει πάθη. Κακία, μίσος ,φθόνο, εγωισμό κ.λ.π. Έχει και μυαλό ,που δεν έχουν τα άγρια θηρία. Και μηχανεύεται χίλιους δύο τρόπους και μεθόδους. Έτσι, λοιπόν, από τα θηρία, τις τίγρεις και τα λιοντάρια μπορείς να ξεφύγεις και να γλιτώσεις τη ζωή σου, από τον άνθρωπο που σε μισεί και θέλει το κακό σου, δύσκολα ξεφεύγεις.
γ. Επί πλέον: Υπάρχει γι’ αυτόν ο παμπόνηρος διάβολος. Και με την συνεργασία του μπορούν να κάνουν « τέρατα και σημεία ». Αψευδής μάρτυρας σ’ αυτό είναι τα τόσα κακά ,που καταπλημμυρίζουν τον κόσμο μας! Τέτοια κακά δεν γίνονται ούτε στη ζούγκλα! ( Λένε τον κόσμο ζούγκλα. Μακάρι να ήταν σαν την ζούγκλα. Τιμή του… )
δ. Δυο, λοιπόν , άνθρωποι ( = θηρία ) μπαίνουν σ’ ένα κλουβί. Στο ζυγό του Γάμου ( καλύτερα ένα θηρίο, σ’ ένα κλουβί ). Και αρχίζει η θηριομαχία…

Β. Οι σκαντζόχοιροι

Ο Σοπενχάουερ περιγράφει ως εξής τις κοινωνικές μας σχέσεις:
α. Ήταν χειμώνας. Παγωνιά κι ερημιά. Οι σκαντζόχοιροι για να ζεσταθούν ήρθαν πιο κοντά. Συμπλέχθηκαν ο ένας με τον άλλον. Τα αγκάθια ,όμως, κάρφωναν τα σώματά τους. Πονούσαν ανυπόφορα. Αιμορραγούσαν οι πληγές. Και ξεχώρισαν. Οπότε ξανά στην ερημιά τους και στην παγωνιά τους. Αλλ’ η μάστιγα της μοναξιάς και της παγωνιάς τους έκαναν να ξεχάσουν τα τραύματά τους , κι έτσι έσμιξαν ξανά. Για να ... ξεχωρίσουν πάλι!
Η παγωνιά της μοναξιάς, ( λέει ο Σοπενχάουερ ) ,φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά, για να ξεχαστεί η μοναξιά. Όμως οι γκρίνιες κι οι διχόνοιες τους ξεχωρίζουν . για να ξανασμίξουν πάλι.
β. Ο γάμος είναι μία κοινωνία ανθρώπων. Δυο άνθρωποι « κυνηγημένοι » από τη ζωή αποφάσισαν να ζήσουν μαζί. Δυο άνθρωποι με ελαττώματα , αδυναμίες, ιδιοτροπίες και με πάθη. Δυο άνθρωποι μ’ αγκάθια. Ο καθένας με τα αγκάθια τα δικά του.
Κι όταν ζουν παρέα δυο άνθρωποι μ’ αγκάθια, αλληλοκαρφώνονται. Αλλά δεν πρέπει να μιμηθούν τους σκαντζόχοιρους! ( Να … χωρίσουν ! )
Οι σκαντζόχοιροι άμα θέλουν, δεν αλληλοκαρφώνονται. Όταν μεταξύ τους επικρατεί πνεύμα αγάπης, σφιχταγκαλιάζονται. Χωρίς το ένα να καρφώνει το άλλο. Είναι πολύ προσεκτικά στο ευαίσθητο αυτό σημείο. Το καθένα προσέχει πολύ, πάρα πολύ τ’ αγκάθια του. Τα δικά του αγκάθια. Να μην καταπληγώσει το ευαίσθητο κορμί του συντρόφου του. Έτσι, αφού προσέχουν και τα δυο, και τόσο πολύ ,σφιχταγκαλιάζονται. Ζουν αρμονικά. Ζουν στην αγάπη και μ’ αγάπη. Επειδή το θέλουν, γι’ αυτό και προσπαθούν. Και το καταφέρνουν! … ]

γ. Και οι σύζυγοι άμα θέλουν ζουν αρμονικά. Χωρίς να “τρώγονται” και να αλληλοπληγώνονται. ( Πάντως οι σκαντζόχοιροι τα καταφέρνουν… ) . Αρκεί ο καθένας να προσέχει τα’ αγκάθια του. Τα δικά του πάθη, τις δικές του αδυναμίες, προς καλό της συζυγίας του. Να μην προσπαθεί ο ένας να καρφώσει την ευαίσθητη καρδιά του άλλου. Αλλά να προσπαθεί , πώς θα την προστατεύσει, και πως θα την γιατρεύσει από τις τυχόν πληγές της. « Εδώ δεν είναι, νάμαι εγώ πάνω από σένα, ή εσύ πάνω από μένα. Εδώ είναι να ‘ναι ο καθένας μας, πάνω από τον εαυτό του », λέει ο ποιητής.
δ. Κι αυτό σημαίνει: Αν δεν αγωνίζεσαι, και πάνω απ’ όλα αν δεν έχεις ταπείνωση, και με άγγελο να συζείς, θα έχεις πρόβλημα!!! Θα φταις εσύ, και θα τα βάζεις με τον άγγελο. Εσύ θα είσαι ο αθώος, και ο ένοχος ο άγγελος. Οπότε ο άγγελος ( ! ) θα είναι για σένα το αγκάθι σου, και άρα η κόλασή σου. « Ο άλλος είναι η κόλασή μου » έλεγε ο Σαρτρ.
Αντίστροφα αν αγωνίζεσαι ,και πάνω απ’ όλα αν έχεις ταπείνωση, μ’ όποιον και αν συζείς, δεν θα έχεις πρόβλημα.
Ο αγώνας σου και η ταπείνωσή σου θα σε κάνουν να μην αθωώνεις ποτέ μα ποτέ τον εαυτό σου. Κάπου θα φταίει κι αυτός. « Για να γίνει ένας καυγάς χρειάζονται δύο, δηλαδή και συ » λέει ξανά η παροιμία. Οπότε όταν φταις και συ, δεν έχεις « πρόσωπο » να ελέγξεις, να τα βάλεις με τον άλλον. Και έτσι αποφεύγονται οι γκρίνιες και οι « τσακωμοί ».
Είναι ,λοιπόν, στο χέρι σου ,αν θα κάνεις την συζυγία σου πυγμαχία ( ρινγκ… ) ή επίγειο παράδεισο.
Η 85χρονη Αλ. Κα. Από ορεινό χωριό της Τριχωνίδος έλεγε πρόσφατα ( 1997 ) πως πέρασε τα παιδικά και εφηβικά της χρόνια. Η οικογένειά της ( οι γονείς της και τα τέσσερα αδέλφια της ) έμενε στο ίδιο σπίτι με την οικογένεια του θείου της ( αδελφού του πατέρα της). Τα σπίτι τους είχε δυο δωμάτια. Ένα για την κάθε οικογένεια. Και μπαινοέβγαιναν από τη μία και μοναδική πόρτα.
Και οι δυο οικογένειες κάτω απ’ αυτές τις δυσμενείς συνθήκες , συζούσαν ειρηνικά. Χωρίς ποτέ, μα ποτέ « να αλλάξουν κουβέντα ».
Στο ίδιο χωριό ( διηγείται η ίδια ) σε ένα σπίτι, με μία πόρτα ,και τέσσερα δωμάτια, ζούσαν τέσσερα αδέλφια με τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους ! Και ζούσαν αρμονικά ,ειρηνικά. Ήταν παράδειγμα για όλο το χωριό!
Πώς τα κατάφεραν; Με τον αγώνα τους και την ταπείνωσή τους.

Γ. Πέντε χρυσές συμβουλές

Στη Γαλλία πριν από 20 περίπου χρόνια βραβεύθηκε ένα ανδρόγυνο για την θαυμαστή συμβίωσή του. Οι σύζυγοι έζησαν μαζί σαράντα τρία (43) ολόκληρα χρόνια, χωρίς να μαλώσουν ποτέ! Ούτε μια φορά ! Όντως καταπληκτικό! Μέγα επίτευγμα και για τους δυο!
Το ανδρόγυνο αυτό δίνει τις παρακάτω πέντε χρυσές συμβουλές . βγαλμένες από την πολύχρονη και πολύτιμη πείρα του. Γι’ αυτό θα πρέπει να τις διαβάσουμε με μεγάλη προσοχή:
α Μην αρχίζεις εσύ πρώτος τη φασαρία.
β Θυμήσου ότι ο σύντροφός σου έχει αδυναμίες, όπως και συ.
γ Καλύτερα να πεθάνεις ,παρά να ξεστομίσεις « Μετάνοιωσα που σε πήρα » .
δ Ποτέ μην ξεχνάς: Ο Γάμος είναι άμιλλα θυσίας υπέρ του άλλου.
ε Με την υπομονή πάντα κερδίζεις. ]

[ 17. ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ:
ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΣΕ ΝΙΟΠΑΝΤΡΗ ΓΥΝΑΙΚΑ

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος έστειλε σε μια πνευματική του θυγατέρα , ( την Ολυμπιάδα) ,την κατωτέρω επιστολή σα « δώρο » για τον γάμο της, που μόλις τέλεσε.
Η κατωτέρω επιστολή έχει βάθος Θεολογίας και ψυχολογίας. Και πάνω απ’ όλα δίνει στη σύζυγο πολύτιμες συμβουλές για έναν πετυχημένο γάμο. Γράφει:
« Κόρη μου, στους γάμους σου εγώ ο πνευματικός σου πατέρας, ο Γρηγόριος, σου κάνω δώρο τούτο το ποίημα. Και είναι ό,τι καλλίτερο η συμβουλή του πατέρα:
Άκου λοιπόν Ολυμπιάδα μου :
1. Ξέρω ότι θέλεις να είσαι πραγματική χριστιανή . Και μια πραγματική χριστιανή πρέπει όχι μόνο να είναι, αλλά και να φαίνεται. Γι αυτό ,σε παρακαλώ ,να προσέξης την εξωτερική σου εμφάνιση. Να είσαι απλή. Το χρυσάφι, δεμένο σε πολύτιμες πέτρες, δεν στολίζει γυναίκες σαν και σένα. Πολύ περισσότερο το βάψιμο. Δεν ταιριάζει στο πρόσωπό σου, την εικόνα του Θεού, να την παραποιής και να την αλλάζης, μόνο και μόνο για να αρέσης. Ξέρε το ότι αυτό είναι φιλαρέσκεια και να μένης απλή στην εμφάνιση. Τα βαρύτιμα και πολυτελή φορέματα ,ας τα φορούν εκείνες, που δεν επιθυμούν ανώτερη ζωή, που δεν ξέρουν τι θα πη πνευματική ακτινοβολία . Εσύ ,όμως έβαλες μεγάλους στόχους και υψηλούς στόχους στη ζωή σου. Κι αυτοί οι στόχοι σου ζητούν όλη τη φροντίδα κι όλη την προσοχή. ( … )
2. Με το γάμο , η στοργή και η αγάπη σου να είναι φλογερή και αμείωτη για κείνον, που σου δωσε ο Θεός . Για κείνον, που ‘γινε το μάτι της ζωής σου και σου ευφραίνει την καρδιά. Κι αν καταλάβης πως ο άνδρας σου σε αγαπάει περισσότερο απ’ όσο τον αγαπάς εσύ, μη κυττάξης να του πάρης τον αέρα, κράτα πάντα τη θέση που σου ορίζει το Ευαγγέλιο.
3. Εσύ να ξέρης ότι είσαι γυναίκα, έχεις μεγάλο προορισμό, αλλά διαφορετικό από τον άνδρα, που πρέπει να είναι η κεφαλή. Άσε την ανόητη ισότητα των δύο φύλων και προσπάθησε να καταλάβης τα καθήκοντα του γάμου. Στην εφαρμογή τους θα δης πόση αντοχή χρειάζεται για ν’ ανταποκριθής, όπως πρέπει , σ’ αυτά τα καθήκοντα , αλλά και πόση δύναμη κρύβεται στο ασθενές φύλο.
4. Θα ξέρης ,πόσο εύκολα θυμώνουν οι άνδρες. Είναι ασυγκράτητοι και μοιάζουν με λιοντάρια. Σ’ αυτό το σημείο η γυναίκα πρέπει να είναι δυνατότερη και ανώτερη. Πρέπει να παίζη το ρόλο του θηριοδαμαστή. Τι κάνει ο θηριοδαμαστής όταν βρυχάται το θηρίο; Γίνεται περισσότερο ήρεμος και με την καλωσύνη καταπραΰνει την οργή. Του μιλάει γλυκά και μαλακά , το χαϊδεύει, το περιποιείται και πάλι το χαϊδεύει κι έτσι το καταπραΰνει ( … )
5. Ποτέ μη κατηγορήσης και αποπάρης τον άνδρα σου για κάτι που έκανε στραβό. Ούτε πάλι για την αδράνειά του ,έστω κι αν το αποτέλεσμα δεν είναι αυτό που ήθελες εσύ. Γιατί ο διάβολος είναι αυτός, που μπαίνει εμπόδιο στην ομοψυχία των συζύγων ( … )
6. Να έχετε κοινά τα πάντα και τις χαρές και τις λύπες. Γιατί ο γάμος όλα τα σας τα έκανε κοινά. Κοινές οι φροντίδες ,γιατί έτσι το σπίτι θα στεριώση. Να συμβάλλης εκφράζοντας τη γνώμη σου, ο άνδρας όμως ας αποφασίζη.
7. Όταν τον βλέπης λυπημένο, συμμερίσου τη λύπη του εκείνη την ώρα. Γιατί είναι μεγάλη ανακούφιση στη λύπη , η λύπη των φίλων. Όμως αμέσως να ξαστεριάζη η όψη σου και να σαι ήρεμη χωρίς αγωνία. Η γυναίκα είναι το ακύμαντο λιμάνι για το θαλασσοδαρμένο σύζυγο.
8. Να ξέρης ότι η παρουσία σου στο σπίτι σου είναι αναντικατάστατη, γι’ αυτό πρέπει να το αγαπήσης μ’ όλες τις φροντίδες του νοικοκυριού. Να το βλέπης σαν βασίλειό σου ,και να μη συχνοβγαίνης από το κατώφλι σου. Άφησε τις έξω δουλειές για τον άνδρα.
9. Πρόσεχε τις συναναστροφές σου. Πρόσεξε τις συγκεντρώσεις ,που πηγαίνεις. Μη πας σε άπρεπες συγκεντρώσεις, γιατί είναι μεγάλος κίνδυνος για την αγνότητά σου. Αυτές οι συναναστροφές αφαιρούν την ντροπή κι απ΄ τις ντροπαλές ,σμίγουν μάτια με μάτια, κι όταν φύγη η ντροπή γεννιούνται όλα τα χειρότερα κακά ( « αιδώς οιχομένη, πάντων γενέτειρα κακίστων » ). Τις σοβαρές όμως συγκεντρώσεις με συνετούς φίλους να τις επιζητής , για να εντυπώνεται στο νου σου ένας καλός λόγος, ή κάποιο ελάττωμα να κόψης ή να καλλιεργήσης τους δεσμούς σου με εκλεκτές ψυχές.
Μη εμφανίζεσαι ανεξέλεγκτα σε οποιονδήποτε, αλλά στους σώφρονες συγγενείς σου, στους ιερείς και σε σοβαρούς νεώτερους ή ηλικιωμένους.
Μη συναναστρέφεσαι φαντασμένες γυναίκες , που έχουν στο νου τους στο έξω ,για επίδειξη. Ούτε ακόμα άνδρες ευσεβείς, που ο σύζυγός σου δεν θέλει στο σπίτι, αν και συ τόσο πολύ τους εκτιμάς. Υπάρχει για σένα πιο ακριβό πράγμα από τον καλό σου σύζυγο, που τόσο αγαπάς;

10. Επαινώ τις γυναίκες , που δεν τις ξέρουν οι πολλοί άνδρες. Μη τρέχης σε τραπέζια κοσμικά και ας είναι για γάμο ή για γενέθλια. Εκεί ανάβουν άνομοι πόθοι, με τους χορούς, τους πήδους και τα γέλια, την ψεύτικη ευχαρίστηση , που παραπλανεύουν ακόμη και τους αγνούς και σώφρονες. Και η αγνότητα είναι τόσο λεπτό πράγμα! Σαν το κερί στις ακτίνες του ήλιου! Απόφευγε ακόμα και στο σπίτι σου τα κοσμικά τραπέζια . Αν μπορούσαμε να περιορίσουμε τις ορέξεις της κοιλιάς , θα κυριαρχούσαμε στα πάθη μας.
11. Κράτα τη μορφή σου γαλήνια και μη την αλλοιώνης ούτε με μορφασμούς, όταν είσαι θυμωμένη. Στολίδια τ’ αυτιά νάχουν όχι τα μαργαριτάρια, αλλά ν’ ακούν καλά λόγια και να βάζουν για τα άσχημα λουκέτο στο νου. Έτσι, είτε κλειστά είναι , είτε ανοιχτά, η ακοή θα μένει αγνή.
12. Όσο για τα μάτια, είναι κείνα, που δείχνουν όλο το εσωτερικό της ψυχής. Ας σταλάζη αγνό κοκκίνισμα η παρθενική ντροπή κάτω από τα βλέφαρά σου κι ας προκαλή τη σεμνότητα και την αγνή ντροπή σε όσους σε βλέπουν και σ’ αυτόν ακόμα τον σύζυγό σου. Είναι πολλές φορές προτιμότερο , για πολλά πράγματα, να κρατάς κλειστά τα μάτια, χαμηλώνοντας το βλέμμα.
13. Και τώρα στη γλώσσα. Θάχης πάντα εχθρό τον άνδρα σου, αν έχης γλώσσα αχαλίνωτη, έστω κι αν έχης χίλια άλλα χαρίσματα. Γλώσσα ανόητη βάζει ,πολλές φορές ,σε κίνδυνο και τους αθώους. Προτίμα κι όταν ακόμα έχεις δίκιο, τη σιωπή. Είναι προτιμότερη για να μη ριψοκινδυνεύσης να πης ένα άτοπο λόγο. Κι αν έχεις την επιθυμία να λες πολλά, είναι καλλίτερο να σωπαίνης.
Πρόσεχε ακόμα το βάδισμα σου. Μετράει στη σωφροσύνη.
14. Και τούτο πρόσεξε και άκουσε: Μην έχεις αδάμαστη σαρκική ορμή. Πείσε και τον άνδρα σου να σέβεται τις ιερές ημέρες. Γιατί οι νόμοι του Θεού είναι ανώτεροι από την εικόνα του Θεού. ( … )
15. Αν από μένα το γέροντα πήρες κάποιο λόγο πνευματικό, σου συνιστώ να τον φυλάξης στα βάθη της ψυχής σου. Έτσι με ό,τι πήρες από αυτά που άκουσες και με την ηθική σου ανωτερότητα, θα θεραπεύσης τον εξαίρετο σύζυγό σου και περίφημο πολιτικό άνδρα από την υπερηφάνεια.
16. Αυτό τώρα το παρόν δώρο, κειμήλιο, σου προσφέρω. Αν θέλης πάλι να σου ευχηθώ και το καλλίτερο, σου εύχομαι να γίνης αμπέλι πολύκαρπο, με τέκνα τέκνων, για να δοξάζεται από περισσότερους ο Θεός , για τον οποίο γεννιόμαστε και προς τον Οποίον πρέπει απ’ αυτή τη ζωή να οδεύουμε ».

7.ΜΙΑ ΣΥΓΚΡΙΣΗ

Παλαιότερα στην Ορθόδοξη Πατρίδα μας σχετικά με τον Γάμο, επικρατούσαν διαφορετικές κοινωνικές συνήθειες∙ άλλα ήθη και άλλα έθιμα, που σήμερα βαίνουν προς εξαφάνιση.
Ας ρίξουμε μια ματιά στις συνήθειες των πατέρων μας.

Α. Πριν από τον Γάμο

Οι αρραβωνιασμένοι, ο νεαρός και η νεαρή, όπου πήγαιναν, πήγαιναν πάντα παρέα με κάποιον δικό τους πρόσωπο∙ με τον αδελφό τους, τη μάνα τους ή τον πατέρα τους. Με άλλα λόγια δεν έμεναν ποτέ οι δυο τους. Έτσι δεν κινδύνευαν να μολυνθούν από την αμαρτία. Έφθαναν λοιπόν, στον Γάμο καθαροί, αγνοί, παρθένοι, με το κεφάλι ψηλά∙ καμαρωτά.
Απολάμβαναν το Μυστήριο σ’ όλο του το μεγαλείο. Και όχι μόνο. Αλλ’ είχαν ήδη τις προϋποθέσεις για ένα καλό και πετυχημένο γάμο.

Β. Κατά τον Γάμο

• Ακόμα και το γλέντι ήταν σεμνό. Άρχιζε με το επιτραπέζιο τραγούδι:
«Σε τουτ’ την τάβλα πούμαστε.
Τον Άγγελο φιλεύουμε. Και τον Χριστό κερνάμε.
Και την Παρθένο Δέσποινα την διπλοχαιρετάμε».
• Και οι χοροί ήταν επίσης σεμνοί. Ελληνικοί, λεβέντικοι∙ παραδοσιακοί. Πού τότε οι ξένοι χοροί (Οι ξένοι χοροί είναι μισή πορνεία, έλεγε ο Θ. Κολοκοτρώνης για τους ξενόφερτους χορούς, (του καιρού εκείνου…)
• Και αν λόγω ανάγκης παντρεύονταν σε περίοδο νηστείας, στο γλέντι δεν ‘χαλούσαν» τη νηστεία. Ο μακαρίτης Ι.Ε.Μ. από χωριό της ορεινής Τριχωνίδος έπρεπε να κάνει τον Γάμο του στην περίοδο της νηστείας των Χριστουγέννων, πριν από εξήντα περίπου χρόνια. Και έκανε το τραπέζι του Γάμου με ..κραμβολάχανα! Οι συγχωριανοί του και οι καλεσμένοι δεν παραξενεύτηκαν από την «πρωτοτυπία». Ήταν γι’ αυτούς τότε κάτι το φυσιολογικό.

Γ. Μετά τον Γάμο

• Η γυναίκα αφοσιωνόταν και υποτασσόταν ολοκληρωτικά στο σύζυγο, κατά το αγιογραφικό: «Και προς τον άνδρα σου η αποστροφή σου και αυτός σε κυριεύσει» ( Γεν. 3, 16 ) .
Καλούσε τον άνδρα της «αφέντη», «κύριο», όπως η Σάρρα τον Αβραάμ.
• Άφηνε το δικό της επώνυμο και έπαιρνε το επώνυμο του άνδρα της.
• Άφηνε ακόμα και το όνομά της. Η γυναίκα του Κώστα λεγόταν Κώσταινα, του Γιώργου Γεώργαινα κ.λ.π. ,κατά το αγιογραφικό : «το όνομα το σον (του συζύγου) κεκλήσθω εφ’ ημάς» ( Ησ.4, 1 ) .
• Δεν γύριζε να κοιτάξει άλλον άνδρα. Ούτε καλημέρα δεν του έλεγε. Μάλιστα οι περισσότερο έντιμες γυναίκες δεν συνέτρωγαν στο ίδιο τραπέζι με ξένους άνδρες. Έτσι τιμούσε (τότε) η γυναίκα τον άνδρα της.
• Τότε η μοιχεία θεωρείτο έγκλημα! «Πω! Πω! Τέτοιο πράγμα!», λένε σήμερα οι παλαιότεροι ,εκφράζοντας μ’ αυτό το πνεύμα της εποχής εκείνης.
• Πού τότε να προκαλέσει η γυναίκα ξένο άνδρα με την άσεμνη ενδυμασία της…
• Και οι άνδρες από την πλευρά τους πρόσεχαν να μην σκανδαλίζουν με την απρεπή ενδυμασία τους . Φορούσαν λ.χ. μακρυμάνικα υποκάμισα ακόμα και το καλοκαίρι. (πού τότε το μοντέρνο (ανδρικό) σόρτς) .
• Και όταν ακόμα έκαναν το καλοκαίρι το μπάνιο τους στην θάλασσα, τα έκαναν «χώρια». «Χώρια» (και μακριά) 0ι γυναίκες , και «χώρια» οι άνδρες.
Και όλα αυτά γιατί οι πατέρες μας στολίζονταν με την αρετή της ντροπής. «Δεν ντρέπεσαι ;»,έλεγαν.

Δ. Και σήμερα;

Τα ανωτέρω ηχούν στα αυτιά των συγχρόνων συνανθρώπων μας σαν παραμυθάκια.
Αλήθεια. Μήπως φταίει αυτό που διαλύονται οι οικογένειες; Μήπως; Πάντως ΚΑΤΙ φταίει…
Ας μην απελπιζόμαστε. Η Ελληνική μας οικογένεια , και σήμερα, συγκριτικά με την οικογένεια των πολιτισμένων (;) Ευρωπαίων και Αμερικανών, είναι σε πολύ καλή κατάσταση. Οι στατιστικές μας λένε, πως στην πατρίδα μας ,ο ιερός θεσμός του Γάμου, στέκεται πολύ ψηλά. Κρατάμε ακόμα…
Μακάρι στα δύσκολα χρόνια που ζούμε να κρατήσουμε αυτό που έχουμε. Και να το αυξήσουμε . Μακάρι.

Από το βιβλίο « ΓΑΜΟΣ
Πνευματικό Γυμναστήριο »
Αρχ. Βασιλείου Π. Μπακογιάννη

Αρχειοθήκη ιστολογίου