Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής


ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ
κεφ. η΄ (8)
Στιχ. 40-56. Η θεραπεία της αιμορροούσης και η ανάσταση της κόρης του Ιαείρου.

40 ᾿Εγένετο δ ν τ ποστρέψαι τν ᾿Ιησον πεδέξατο ατν χλος· σαν γρ πάντες προσδοκντες ατόν.

41 κα
δο λθεν νρ νομα ᾿Ιάειρος, κα ατς ρχων τς συναγωγς πρχε· κα πεσν παρ τος πόδας το ᾿Ιησο παρεκάλει ατν εσελθεν ες τν οκον ατο,

42 τι θυγάτηρ μονογενς ν ατ ς τν δώδεκα, κα ατη πέθνησκεν. ᾿Εν δ τ πάγειν ατν ο χλοι συνέπνιγον ατόν.

43 κα γυν οσα ν ρύσει αματος π τν δώδεκα, τις ατρος προσαναλώσασα λον τν βίον οκ σχυσεν π᾿ οδενς θεραπευθναι,

44 προσελθοσα πισθεν ψατο το κρασπέδου το ματίου ατο, κα παραχρμα στη ρύσις το αματος ατς.

45 κα επεν ᾿Ιησος· τίς ψάμενός μου; ρνουμένων δ πάντων επεν Πέτρος κα ο σν ατ· πιστάτα, ο χλοι συνέχουσί σε κα ποθλίβουσι, κα λέγεις τίς ψάμενός μου;
46 δ ᾿Ιησος επεν· ψατό μού τις· γ γρ γνων δύναμιν ξελθοσαν π᾿ μο.

47 δοσα δ γυν τι οκ λαθε, τρέμουσα λθε κα προσπεσοσα ατ δι᾿ ν ατίαν ψατο ατο πήγγειλεν ατ νώπιον παντς το λαο, κα ς ἰάθη παραχρμα.

48 δ επεν ατ· θάρσει, θύγατερ, πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου ες ερήνην.

49 Ετι ατο λαλοντος ρχεταί τις παρ το ρχισυναγώγου λέγων ατ τι τέθνηκεν θυγάτηρ σου· μ σκύλλε τν διδάσκαλον.

50 δ ᾿Ιησος κούσας πεκρίθη ατ λέγων· μ φοβο· μόνον πίστευε, κα σωθήσεται.

51 λθν δ ες τν οκίαν οκ φκεν εσελθεν οδένα ε μ Πέτρον κα ᾿Ιωάννην κα ᾿Ιάκωβον κα τν πατέρα τς παιδς κα τν μητέρα
52
κλαιον δ πάντες κα κόπτοντο ατήν. δ επε· μ κλαίετε· οκ πέθανεν, λλ καθεύδει.

53 κα κατεγέλων ατο, εδότες τι πέθανεν.

 54 ατς δ κβαλν ξω πάντας κα κρατήσας τς χειρς ατς φώνησε λέγων· πας, γείρου.

55 κα πέστρεψε τ πνεμα ατς, κα νέστη παραχρμα, κα διέταξεν ατ δοθναι φαγεν.

 56 κα ξέστησαν ο γονες ατος. δ παρήγγειλεν ατος μηδεν επεν τ γεγονός.

Απόδοση στη δημοτική

40 Όταν επέστρεψε ο Ιησούς στη Γαλιλαία, τον υποδέχτηκε ο λαός  με χαρά, διότι όλοι τον  περίμεναν ανυπόμονα.

41 Τότε ήλθε στον Ιησού κάποιος άνθρωπος που ονομαζόταν Ιάειρος και ήταν άρχοντας της συναγωγής. Κι αφού έπεσε γονατιστός κοντά στα πόδια του, τον παρακαλούσε να πάει στο σπίτι του.

42 διότι είχε μία μονάκριβη κόρη περίπου δώδεκα χρόνων που βρισκόταν στα τελευταία της και πέθαινε. Και την ώρα που ο Ιησούς πήγαινε στο σπίτι του Ιαείρου, τα πλήθη του λαού τον περιέβαλλαν ασφυκτικά και τον πίεζαν.

43 Τότε λοιπόν κάποια γυναίκα που υπέφερε από αιμορραγία εδώ και δώδεκα χρόνια , η οποία μαζί με τα άλλα βάσανα της αρρώστιας της είχε ξοδέψει και όλη την περιουσία της σε γιατρούς και δεν μπόρεσε να θεραπευθεί από κανέναν.

44 αφού πλησίασε τον Ιησού  από πίσω, ώστε να μην την αντιληφθεί κανείς, επειδή ντρεπόταν να γίνει φανερή η αρρώστια της, άγγιξε την άκρη του εξωτερικού ενδύματός του κι αμέσως σταμάτησε η αιμορραγία της.

45 Του είπε ο Ιησούς: Ποιός με άγγιξε; Και επειδή όλοι οι τριγύρω αρνούνταν, είπε ο Πέτρος και οι άλλοι μαθητές που ήταν μαζί του: Διδάσκαλε, τα πλήθη του λαού σε περικύκλωσαν  και σε πιέζουν ασφυκτικά ∙ και συ λες, ποιος με άγγιξε;

46 Ο Ιησούς όμως είπε: Κάποιος με άγγιξε. Διότι εγώ κατάλαβα ότι βγήκε από πάνω μου δύναμη θαυματουργική.

47 Όταν λοιπόν η γυναίκα είδε ότι δεν μπόρεσε να κρυφτεί και δεν ξέφυγε από τον Ιησού αυτό που έκανε, ήλθε τρέμοντας από το φόβο της, κι αφού έπεσε γονατιστή μπροστά του, του διηγήθηκε μπροστά σ’ όλο το πλήθος του λαού για ποια αιτία τον άγγιξε και πώς θεραπεύθηκε αμέσως.

48 Τότε ο Ιησούς της είπε: Έχε θάρρος, κόρη μου, η πεποίθηση που είχες ότι θα έβρισκες την υγεία σου αν με άγγιζες, αυτή η πίστη σου σ’ έχει θεραπεύσει. Πήγαινε στο καλό, ειρηνική και ελεύθερη από κάθε ανησυχία που δοκίμαζες πιο πριν εξαιτίας της ασθενείας σου.

49 Κι ενώ μιλούσε ακόμη ο Ιησούς, ήλθε κάποιος από το σπίτι του αρχισυναγώγου και του είπε: Πέθανε η κόρη σου ∙ μην κουράζεις άλλο και μην ενοχλείς πια τον διδάσκαλο.

50 Ο Ιησούς όμως , μόλις άκουσε την είδηση αυτή, του είπε: Μη φοβάσαι, μόνο συνέχισε να πιστεύεις, και θα σωθεί η κόρη σου απ’ το θάνατο.

51 Κατόπιν, όταν έφθασε στο σπίτι του Ιαείρου, δεν άφησε να μπει κανείς άλλος στο δωμάτιό της νεκρής παρά μόνο ο Πέτρος, ο Ιωάννης, ο Ιάκωβος και ο πατέρας του κοριτσιού και η μητέρα.

52 Στο μεταξύ όλοι έκλαιγαν και χτυπούσαν τα στήθη τους Κι τα κεφάλια τους για τη νεκρή. Ο Ιησούς όμως τους είπε: Μην κλαίτε ∙ δεν πέθανε,  αλλά κοιμάται.

53 Και εκείνοι τον περιγελούσαν, διότι ήταν βέβαιοι ότι το κοριτσάκι είχε πεθάνει.

54 Αυτός όμως, αφού τους έβγαλε όλους έξω, έπιασε το χέρι της και της φώναξε δυνατά: Κόρη, σήκω επάνω.

55 Τότε η ψυχή της επέστρεψε στο σώμα και αναστήθηκε αμέσως. Και ο Ιησούς διέταξε να της δώσουν φαγητό να φάει, για να πάρει δυνάμεις μετά από την εξάντληση που της είχε φέρει η χρόνια και θανατηφόρα ασθένειά της.

56 Οι γονείς της έμειναν εκστατικοί και κυριεύθηκαν από βαθύ και μεγάλο θαυμασμό. Ο Ιησούς όμως τους έδωσε την εντολή να μην πουν σε κανέναν αυτό που έγινε, για να μην ερεθίζεται ο φθόνος των εχθρών του.


Από «Η ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΕ ΣΥΝΤΟΜΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ»
+ ΠΑΝ. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ
ΑΔΕΛΦΟΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ «Ο ΣΩΤΗΡ»
ΑΘΗΝΑΙ 2011


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου