Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013

Εκκλησία η μάννα μας (συνέχεια)


Τώρα είναι καιρός ειρήνης. Πες μου, τί θέλεις Μητέρα Εκκλησία; Από τα υπάρχοντά μου; Πάρε. Από τα χρήματά μου; Πάρε. Από τα κτήματά μου; Πάρε.
«Πατέρα, γιατί δίνουμε τόσα πολλά στην Εκκλησία;» ρωτούσε ένα παιδί, σημερινός αρχιτέκτονας με τέσσερα παιδιά αρχιτέκτονες,  και του απαντούσε ο πατέρας του: Γιατί η Εκκλησία είναι το αμπάρι μας! Αν έχει εκείνη , θα έχουμε κι εμείς.
Πάρε λοιπόν και πάρε τα καλύτερα απ’ ό,τι έχω, γιατί εσύ μου τα δίνεις. Το καλύτερο λάδι, το καλύτερο κρασί, το καλύτερο κερί, το καλύτερο πρόσφορο, το καλύτερο στρέμμα… Το καλύτερο παιδί μας, πάρ’ το στα Άγια των Αγών… Τον καλύτερό μας εαυτό, τα δυνατότερα χαρίσματά μας…, πάρ’ τα… Δέξου μας να σε διακονήσουμε …ο ένας με τα γράμματα που ξέρει, ο άλλος με την τέχνη που ξέρει, ο τρίτος με το λόγο κι ο τέταρτος με τη σοφία. Ο ένας χτίζοντας κι ο άλλος ψάλλοντας.
Οι παλιοί άνθρωποι το ήξεραν αυτό…
ότι στην εκκλησία δεν πάμε σαν επισκέπτες, αλλά σα να μπαίνουμε στο δικό μας σπίτι. Γι’ αυτό κουβαλούσαν πέτρες, έφερναν νερό, δάνειζαν τα ζώα τους, έχτιζαν κι έντυναν την Εκκλησία. Στο Ιερό ενός Ναού υπάρχει ένα πετσετάκι που πάνω του έχουν κεντήσει τα εξής:
1903: Δώρο της δούλης του Θεού Ουρανίας.
1903! Αυτή χάθηκε! Το κέντημα έμεινε!
Ο Θεός θυμάται!
Αν η Εκκλησία τιμάει τα γεννήματά μας και τα κεντήματά μας, ασύγκριτα περισσότερο θα τιμήσει, αν της παραδώσουμε, τα χαρίσματά μας. Αν η Εκκλησία τιμάει τα κεντήματά μας, ασύγκριτα περισσότερο θα τιμήσει τα παιδιά μας, αν ολόψυχα Της τα προσφέρουμε. Αν τα μεγαλώσουμε με ευλάβεια, σαν να μην ανήκουν σε μας, αλλά σ’ Αυτόν που μας τάδωσε. Αν τα μεγαλώνουμε με φόβο Θεού , σαν να πρόκειται να τα χαρίσουμε στην Εκκλησία. Αν τα μεγαλώνουμε με τη συνείδηση ότι ετοιμάζουμε τους αυριανούς κατηχητές, επιτρόπους, ψάλτες, αγιογράφους, ιεραποστόλους, τους αυριανούς ιερείς, μοναχούς, επισκόπους, τους αυριανούς πνευματικούς… Τους αυριανούς εργάτες του Ευαγγελίου… Τους αυριανούς αγίους που θα στηρίξουν τον κόσμο…
Γιατί οι άγιοι άνθρωποι της Εκκλησίας, τους οποίους με καημό αναζητάμε, δεν πέφτουν απ’ τον ουρανό. Γεννιούνται μέσα σε οικογένειες. Πίσω απ’ αυτούς κρύβονται μάννες και πατεράδες και γιαγιάδες και αδερφές που η ζωή τους δε διέφερε απ’ τη ζωή της Εκκλησίας.
Πίστεψέ με…
Αν θέλουμε να δούμε προκοπή, η ζωή μας πρέπει να ταυτιστεί με τη ζωή της Εκκλησίας.
Νηστεύει η Εκκλησία; Νηστεύουμε κι εμείς. Καταλύει η Εκκλησία; Καταλύουμε κι εμείς. ‘Έχει Χριστούγεννα η Εκκλησία; Έχουμε κι εμείς. Πενθεί η Εκκλησία; Πενθούμε κι εμείς. Ανάσταση γιορτάζει η Εκκλησία; Ανάσταση γιορτάζουμε κι εμείς… οκταήμερη Λαμπρή σαν ημέρα μία. Να χτυπάει η καμπάνα του εσπερινού και να σταματούν οι δουλειές μας. Να χτυπάει η καμπάνα της Κυριακής ή της Γιορτής και να μη μας κρατάει τίποτα μακριά από τη Θ. Λειτουργία. Η αγιαστούρα του παπά να θεμελιώνει τα σπίτια μας, να τα εγκαινιάζει και να τα αγιάζει. Να ασθενούμε και να τρέχουμε στον παπά για ευχέλαιο. Να αμαρτάνουμε και πάλι στον παπά να τρέχουμε για άφεση αμαρτιών. Να μπαίνουμε κάτω απ’ το πετραχήλι του. Το αυτί μας στραμμένο στο στόμα του παπά. Εκείνου του παπά που αγαπάει την εκκλησία: τί λέει; τί θέλει από μας; Να αξιωθούμε να πάρουμε την ευχή ευλαβούς ιερέως.
Πριν από λίγο καιρό πέθανε σ’ ένα χωριό της Ηπείρου ένας ιερέας , 99 χρονών. Σπούδασε έξι παιδιά. Είχε στην ευθύνη του δυο-τρία χωριά, ογδόντα άνθρωποι  όλοι- όλοι. Λειτουργούσε ασταμάτητα μέχρι το τέλος της ζωή του. Στην κηδεία του ήταν 1600 άτομα. Όταν διαβάστηκε ένα γράμμα που άφησε , μεταξύ των άλλων έλεγε:
σας παρακαλώ, να ευχαριστήσετε όλους αυτούς που με στεγνώνανε, κάθε φορά που έφτανα με τα πόδια, στα χωριά τους, βρεγμένος ως το κόκκαλο. «Να ευχαριστήσετε αυτούς που με στεγνώνανε!». Μακάρι να στεγνώναμε κι εμείς, όχι τα ράσα του ιερέα, σπάνια θα χρειαστεί, αλλά τα δάκρυα της Εκκλησίας.
Μ’ ακούς;
Άκουσέ με…
Η Εκκλησία κλαίει. Κλαίει για μας…
Όχι μόνο για όσους είναι έξω απ’ αυτήν αλλά και για μας που είμαστε στα χέρια της… Κλαίει , όχι γιατί αμαρτάνουμε, αυτό είναι της φύσης μας, αλλά γιατί νιώθουμε καλοί και ηθικοί και δίκαιοι και δεν μετανοούμε!
Ζούμε σε έσχατους καιρούς. Το ποτάμι μοιάζει να μην έχει γυρισμό. Υπερπλεόνασε η αμαρτία και φταίμε όλοι γι’ αυτό. Νιώθουμε αθώοι, αλλά δεν είμαστε. Έχουμε όλοι μερίδιο ευθύνης για τις ελεύθερες συμβιώσεις, για τις διαστροφές  που νομιμοποιούνται, για τα εξώγαμα που γεννήθηκαν και γι’ αυτά που θα γεννηθούν… Έχουμε όλοι μερίδιο ευθύνης κι ας μη θέλουμε να το παραδεχτούμε . Γιατί όπως αυτός που αγιάζει αγιάζει και όλους κι όλα γύρω του, έτσι κι εμείς , κάθε φορά που αμαρτάνουμε επιβαρύνουμε και μολύνουμε όλους και όλα γύρω μας… Και η μόλυνση, όπως ξέρουμε, δεν είναι τοπικό φαινόμενο… Εξελίσσεται , άλλοτε σιγά κι άλλοτε ραγδαία, και μολύνει όλο το σώμα. Κινδυνεύουμε από σήψη!
(συνεχίζεται)


Από το βιβλίο: «Αντίδωρο
Ελάχιστη προσφορά στη μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου»
ΜΑΡΙΑ ΜΟΥΡΖΑ
Εκδόσεις ΑΘΩΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου