Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2011

"Η αδελφή μου η μοναχή"

Απόσπερο

Είχα ένα βάσανο –ποιος δεν είχε ή δεν έχει ή δεν θάχη βάσανο σ’ αυτόν τον κόσμο; Είχα ένα βάσανο και το κεφάλι μου γύριζε, η ψυχή μου ήταν σκοτεινιασμένη, η καρδιά μου έκλαιγε. Ήθελα να βγω από το σπίτι μου. Ήθελα να πάω να βρω παρηγοριά, γαλήνη, ελπίδες, αν γινόταν. Ο νους μου στράφηκε στην αδελφή μου την Αγγελική. Αυτή είχε πάντα ένα καλό λόγο, μια ματιά αγάπης, ένα δάκρυ στο δικό σου δάκρυ. Ένα υπέροχο πλάσμα ! Αργότερα θα σας πω πιο πολλά γι’ αυτήν.
Μπήκα στο λεωφορείο. Κάθισα και κοίταζα μπροστά. Καμιά εικοσαριά άνθρωποι ταξειδεύαμε. Ποιος ξέρει τι γύριζε και στο δικό τους κεφάλι. Κοίταζα μπροστά μου, μα έβλεπα περισσότερο τον πόνο μου παρά το δρόμο. Δεν κατάλαβα πότε έφτασα εκεί που έπρεπε να κατέβω. Πήρα το χωματένιο δρομάκι. Μπροστά , λίγο μακριά, το καταπράσινο βουνό. Πλάι μου , αλάργα, η θάλασσα, ήσυχη-γαλήνια, αληθινή ζωγραφιά. Ο ήλιος πήγαινε να κρυφτή πίσω απ’ την κορυφή του βουνού. Περπατούσα τώρα μεσ’ στο δάσος των πεύκων, μέσα στη μυρωδάτη δροσούλα, στην ησυχία, στη μοναξιά. Ένας στεναγμός, που μ’ ανακούφισε, βγήκε απ’ το στήθος μου. Ένα κοπάδι πουλιά πέταξε κοντά μου. Πετούσαν παίζοντας ,σφυρίζοντας. Τα κυκλάμινα είχαν βγη. Ήταν φθινόπωρο. Περπατούσα στο δάσος κ’ ανηφόριζα. Ανάσαινα πιο βαθειά τώρα. Στη στροφή του δρόμου φάνηκε πρώτα ανάμεσα απ’ τα δένδρα, ψηλά στον απέναντι λόφο, ένας σταυρός, ύστερα το πάνω μέρος του τρούλου που πατούσε ο σταυρός , ύστερα όλος ο τρούλλος. Όλη η Εκκλησιά, λες κι αναδυόταν. Να και το τείχος γύρω-γύρω, το παληό, χορταριασμένο τείχος. Περπατούσα κι όλο και πλησίαζα. Κι άρχισα να σιγοχαίρουμαι με την αδελφή μου, που θάβρισκα σε λίγο. Πέρασα απ’ τη μεγάλη ξύλινη πόρτα. Ένα κουδούνι χτύπησε από πάνω μου. Η αυλή ήταν φρεσκοσκουπισμένη, τα λουλούδια ποτισμένα, τα χαγιάτια στρωμένα με κουρελούδες, ψυχή όμως δε φαινόταν. Το Μοναστήρι είχε εσπερινό. Μπήκα στην Εκκλησιά σιγά. Γλυκές ψαλμωδίες έφτασαν στ ’αυτιά μου και το θυμίαμα, μυρωδάτο –μια μυρουδιά άγια, γέμισε τη μύτη μου. Πήρα ένα κερί-το άναψα , τόβαλα στο μανουάλι-έκανα το σταυρό μου-φίλησα την άγια εικόνα και προχώρησα στο ναό.
Τρεις μαζί φωνές λεπτές, ευγενικές, απαλές, ταπεινές έψελναν τα τροπάρια. Η μια ήταν της αδελφής μου!... Τα καντήλια και τα κεριά φώτιζαν αχνά, ιλαρά, ήσυχα την Εκκλησιά, την εικόνα του Χριστού , της Παναγιάς , των αγίων. Γύρω στα στασίδια ακίνητες κι αμίλητες οι μοναχές άκουγαν τα τροπάρια, στοχάζονταν τα νοήματά τους, προσεύχονταν, έκαναν κάθε τόσο το σταυρό τους. Στο «Φως ιλαρόν» γέμισε η Εκκλησιά απαλές φως, της καρδιάς και της ψυχής. Πού ήταν τόσες ψυχές; Κι ύστερα πάλι έσβυσαν σιγά-σιγά οι πολλές και έμειναν οι τρεις να λένε τ’ άλλα τροπάρια του Εσπερινού γλυκά, απαλά, με μια πηγαία τέχνη, σαν ένας άνθρωπος. Είχα ξεχάσει το βάσανό μου. Μέρωσε η ψυχή μου. Γλύκανε. Λάφρωσε ο νους μου. Σιγόψελνε η καρδιά μου. «Νυν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου» .
Μια-μια άρχισαν να κινούνται προς την εξώθυρα οι μοναχές, αθόρυβα, ταπεινά, σα σκιές αγγέλων.
Ναι και η αδελφή μου! Γλυκό, ταπεινό το προσωπάκι της κάτω από το μαύρο πέπλο της, με των κεριών το παίξιμο στα μάτια της, ερχόταν σιγά, ήρεμα χαμηλοβλέποντας.
« Αγγελική!» , σιγοψιθύρισα.
Στράφηκε ήρεμα προς εμένα.
- «Αδελφέ μου», είπε εγκάρδια , με μια γλύκα άλλου κόσμου, και μ’ έπιασε στους αγκώνες. « Κουρασμένος είσαι. Στενοχωρημένος. Γιατί;» ;
- «Δεν τα ξέρεις; Το βάσανο».
- «Έλα να τα πούμε στη Μητέρα».
Με πήγε μπροστά στην εικόνα της Παναγίας . Το γλυκό φως του καντηλιού φώτιζε την άγια μορφή της και της αδελφής μου το πρόσωπο και το δικό μου , που δεν μπορούσα να δω. Με κρατούσε από τον αγκώνα εκείνη στοργικά. Δε μιλούσε. Μονάχα κοίταζε μια την Παναγιά και μια εμένα και τα γαλήνια μάτια της αδελφής μου, της μοναχής Αγγελικής, έπαιρναν , θαρρείς, από τη χάρι της Παναγιάς γέμιζαν καλωσύνη, αγάπη, συμπόνοια, γίνονταν καθαυτό μάτια αγγέλου , κι ύστερα με κοίταζαν κι άδειαζαν μεσ’ τα δικά μου μάτια τ’ ουρανού τα δώρα, που κατέβαιναν ως τη ψυχή μου. Αρκετά λεπτά της ώρας κράτησε αυτή η μετάγγισι μέσα στην ήσυχη Εκκλησιά του Μοναστηριού, τη μοσχομυρισμένη από το λιβάνι, μπροστά στην εικόνα της Παναγιάς, που φώτιζε ταπεινά, ευλαβικά τ’ αχνό φως του καντηλιού.
- «Να πηγαίνουμε τώρα» είπε η αδελφή μου.
Πλησίασε κι ασπάστηκε την άγια Εικόνα της. Έκανα κι εγώ το ίδιο. Βγήκαμε λαφροπατώντας. Περάσαμε την αυλή. Φθάσαμε στην ξύλινη μεγάλη πόρτα.
- «Καληνύχτα», μου είπε το ίδιο εγκάρδια, με μια γλύκα άλλου κόσμου.
- «καληνύχτα !Αγγελική. Ευχαριστώ πολύ» είπα. Δεν μπορούσα να πω περισσότερα. Ένοιωθα ένα σεβασμό μπροστά στην μικρή αδελφή μου, την αδελφή Αγγελική. Έναν σεβασμό που έκανε τα λόγια μου λίγα, μετρημένα. Κοίταξα ξανά το γλυκό, ταπεινό προσωπάκι της στο φως του φεγγαριού και πήρα το δρόμο του γυρισμού. Περπατούσα μέσα στο δάσος των πεύκων πάλι, στην ησυχία. Έβλεπαν τα μάτια μου το δρόμο, μα ο νους μου είχε ακόμα μπροστά την εικόνα της Παναγίας, στα μάτια της αδελφής μου, στα μάτια εκείνα τα καθαυτά αγγελικά. Μια άγια γαλήνη πλημμύριζε την ψυχή μου. Γύρισα στο σπίτι μου λυτρωμένος.

Η αδελφή μου η Αγγελική

Η αδελφή μου η Αγγελική ήταν από μωρό ακόμα ένα χαριτωμένο πλάσμα. Μια «σταυρωμένη» ψυχή, που λέει ο λαός. Λένε, μάλιστα, πως όταν τη βαπτίζανε, το λάδι στην κολυμβήθρα έκανε ένα σταυρό, που δεν χάλασε και με τα τρία βουτήγματα που της έκανε ο παπάς «εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» -εγώ δεν το θυμάμαι, ήμουνα πέντε χρονών τότε. Κι έτρεξαν κι είπαν στη μητέρα μου πως κάτι εξαιρετικό θα γίνη η Αγγελική. Κάτι της Εκκλησίας. Πως, αν ήταν αγόρι, θα γινόταν παππάς!
Στα πρώτα παιδικά της χρόνια ήταν ένα λεπτό, ευγενικό κοριτσάκι, κατακάθαρο πάντα με δυο μάτια που καθρέφτιζαν την αθώα ψυχή της. Δυό μάτια, που τα κοίταζαν οι γνωστοί μας κι ένοιωθαν και στη δική τους ψυχή μια γαλήνη, μια γλύκα. Κι ήθελαν πάλι να τα δουν κι όλο να τα βλέπουν.
Κι εκείνη πάλι ήθελε να στέκεται ώρα και να κοιτάζη στα μάτια τον Αρχάγγελο Γαβριήλ, με το λευκό κρίνο στο άγιο του χέρι, στην Εκκλησιά μας.
- «Πού το πάει το κρίνο, μαμά, ο άγγελος; » ρώτησε την πρώτη φορά.
- «Στην Παναγία, κορούλα μου, γιατί η ψυχή της είναι λευκή σαν το κρίνο και μοσχοβολά απ’ τις αρετές της σαν κι αυτό».
Και πάλιν έβλεπε τον Αρχάγγελο η Αγγελική κι ύστερα στεκόταν μπροστά στην εικόνα της Παναγίας ώρα και φεύγοντας έρριχνε πάλι μια ματιά στον Αρχάγγελο Γαβριήλ.
Άλλες φορές στεκόταν και κοίταζε με τα γλυκά της μάτια τις εικόνες των Αγίων. Πιο πολύ της άρεσε η Αγία Αικατερίνη με τον τροχό και η Αγία παρθενομάρτυς Παρασκευή-ήταν, πράγματι, δυο πολύ όμορφες εικόνες. Είχε καταφέρει ο αγιογράφος να κάνη τις μορφές τους σεμνές, ταπεινές, γλυκές, με μια ουράνια ομορφιά. Άγιες. Και η Αγγελική δεν τις χόρταινε. Έβαζε συχνά όμορφα λουλούδια στο προσκυνητάρι τους, έκαμε αργά το σταυρό της κι ύστερα σηκωνόταν στις μύτες των παπουτσιών της και τις φιλούσε με τα λεπτά , ροδοκόκκινα χειλάκια της. Πού την έχανες –πού την εύρισκες; στις καλές φιλενάδες της, τις αγίες της Εκκλησιάς μας. Κι όλο ρωτούσε τη μητέρα μας την μακαρίτισσα –μια ψυχή σπάνια- για τη ζωή τους. Κι εκείνη, σαν χτυπούσε η καμπάνα εσπερινό κι άναβε το καντήλι και θύμιαζε το σπίτι, την έπαιρνε κοντά της και της μιλούσε απλά, εγκάρδια, ήρεμα για τις αρετές των αγίων, για την αγάπη τους στο Θεό και τους ανθρώπους , για τη δύναμι που είχαν τρυφερές παιδούλες μπροστά στους δυνατούς αυτοκράτορες , για τα θαύματα που έκαναν με τη χάρι Εκείνου. Κι έλεγε η μανούλα έχοντας κοντά της ακουμπισμένη επάνω της, την κορούλα της. Κι άκουγε η Αγγελική απ’ τον καλύτερο τούτο του κόσμου άμβωνα και τρέφονταν η ψυχή τη με του Θεού τον άρτο και ποτίζονταν με τα νάματα του παραδείσου και μεγάλωνε κι ανθοφορούσε λούλουδα αρετής, και καρποφορούσε καρπούς αγάπης.
Αν ήταν πρώτες φίλες της οι Αγίες της Εκκλησιάς μας, αμέσως ύστερα απ’ αυτές αγαπούσε όλες τις ψυχές, όλους τους ανθρώπους κι έδειχνε ιδιαίτερη συμπάθεια σ’ αυτούς που είχαν μια κάποια ανάγκη. Αυτή έτρεχε πρώτη στη συμμαθήτρια που αρρώστησε, για να τη συντροφέψη και να της πη τα μαθήματα –ήταν μαθήτρια του «άριστα» η Αγγελική. Σα λαγωνικό μυριζόταν το σπίτι που είχε κάποιο πόνο , κάποια δυσκολία κι εύρισκε πάντα τον καλύτερο τρόπο να το πλησιάση και να πη δυο λόγια αγάπης, να σχεδιάση ύστερα και να βρη και να δώση την βοήθεια που έπρεπε. Οι γρηούλες κι οι παππούδες στα σπίτια περίμεναν με λαχτάρα την επίσκεψί της κι ένοιωθαν χαρά , και γέμιζαν ελπίδες και δεν φοβόταν το θάνατο! –αφού ένας τέτοιος θα ήταν ο άγγελος, που θα τους συνώδευε ως τον ουρανό. Πόσες φορές δεν το είπαν οι άνθρωποι: « Εσύ παιδί μου, κατά λάθος έγινες άνθρωπος. Άγγελος ήτανε να γίνης!».
Αμ μ’ εκείνα τα φτωχά παιδάκια πάλι; Τα ορφανούλια; Τα ‘φερνε στο σπίτι μας, τάλουζε, τα χτένιζε, τους έδινε καινούρια φορεματάκια απ’ το μπαούλο που είχε ειδικά γι’ αυτό το σκοπό, κι ύστερα τάφερνε στο τραπέζι για να φάνε μαζί μας «τα αδελφάκια του Χριστού», όπως έλεγε. Οι καλεσμένοι της.
Μα το βάρος της αγάπης της για τους ανθρώπους το έρριχνε στο πολυτιμότερο στοιχείο τους, στην αθάνατη ψυχή τους, που γι’ αυτήν ήλθε στη γη και σταυρώθηκε ο Χριστός. Έκανε ό,τι μπορούσε για τις ψυχές την ημέρα και το βράδυ, όταν τελείωνε τη μελέτη των μαθημάτων της κι εμείς πηγαίναμε να κοιμηθούμε, γονάτιζε μπροστά στο εικονοστάσι μας και στο ιλαρό φως του καντηλιού παρακαλούσε, παρακαλούσε θερμά για την κάθε μια ψυχή, για τις αγαθές και τις πονηρές , για των παιδιών και των γερόντων, των κοριτσιών και των παλληκαριών. Πόσο τις αγαπούσε όλες τις ψυχές η αδελφή μου η Αγγελική και πόσο νοιάζονταν γι’ αυτές! Έτσι όπως νοιάζεται ο ουράνιος Πατέρας, στο βαθμό που μπορεί ο άνθρωπος.
Ήταν για μια ανώτερη, για μια αγγελική ζωή πλασμένη η μικρότερη αδελφή μου. Μια ζωή δοσμένη ολοκληρωτικά στην αγάπη του Θεού και των ανθρώπων. Κι αυτό το καταλαβαίναμε καλά όλοι μας στο σπίτι. Και οι συγγενείς. Γι’ αυτό , όταν στα εικοσιπέντε της χρόνια μας είπε, ότι θα αφιερωθή στην υπηρεσία του Θεού και στην αγάπη των ανθρώπων, δεν δυσκολευθήκαμε να συμφωνήσουμε. Γι’ αυτό ήταν πλασμένη η αδελφή μου, η καλή μου αδελφή. Και είναι τρία χρόνια τώρα που έγινε νύμφη του Χριστού. Και είναι τρία χρόνια τώρα που συχνά-πυκνά περπατώ στο δάσος, ανηφορίζω, φτάνω στο Μοναστήρι, για να μείνω για λίγο κοντά στην μοναχή Αγγελική, να δω το ήσυχο, ταπεινό προσωπάκι της κάτω από το μαύρο πέπλο της, να πάρω από την ουράνια γαλήνη της, από την γλύκα της κάποιου άλλου κόσμου, να παρηγορηθώ.

...

Το δηλητήριο

Ήταν μια Κυριακή του Ιανουαρίου. Μια μέρα ηλιόλουστη, ζεστή, μέσ’ στην καρδιά του χειμώνα. Ήταν μια απ’ τις αλκυονίδες μέρες , που κάνει η θεία Πρόνοια για το πουλάκι, την Αλκυόνα. Το Μοναστήρι έκανε τη λειτουργία του αργότερα σήμερα, γιατί είχαν ειδοποιήσει πως θα έλθουν και ήρθαν άνθρωποι απ’ την  πόλι. Οι ήρεμες, γλυκειές ψαλμωδίες, η ευωδία του θυμιάματος, το γλυκό φως των καντηλιών μπρος στις άγιες εικόνες, αυτές οι άγιες μορφές που ήταν, θαρρείς, ανάμεσά μας, όλα αυτά ετοίμαζαν τις ψυχές για το Μεγάλο Μυστήριο. Μέσ’ απ’ τα τζάμια της κόγχης έμπαιναν στο ιερό δέσμες φωτός , σαν αυτές που συνηθίζουν οι ζωγράφοι να παριστάνουν το Άγιο πνεύμα, και άγγιζαν την Άγια Τράπεζα, τα ιερά καλύμματα, το Άγιο Ποτήριο. Η αναίμακτη θυσία έγινε. Το Άγιο Πνεύμα μετέβαλε το ψωμί και το κρασί σε Σώμα και Αίμα Χριστού. Πλησίαζε η ώρα της Θείας Κοινωνίας. Μια-μια οι μοναχές έβαζαν μετάνοια στην Ηγουμένη, για να ζητήσουν συγγνώμην , και της φιλούσαν το χέρι. Ύστερα ζητούσαν συγχώρησι και μεταξύ τους. Μια μάλιστα μοναχή μπήκε γοργά μέσ’ στο πλήθος, έκανε βαθειά υπόκλιση μπρος σε μια γυναίκα και της φίλησε το χέρι. Ήταν η μητέρα της . Κι ύστερα μπήκαν η μια πίσω απ’ την άλλη οι μοναχές στο κέντρο της Εκκλησιάς και περίμεναν με φόβο και αγάπη την πρόσκλησι.
- «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης», ακούστηκε η φωνή του ιερέως, που κρατούσε ψηλά το Άγιο Ποτήριο, σκεπασμένο με το κόκκινο Άγιο Μανδήλιο. Κοινώνησε πρώτη η Ηγουμένη κι ύστερα , κρατώντας προσεχτικά το Άγιο Μανδήλι, παραστεκόταν –μάνα αυτής της ψυχής-στις μοναχές που κοινωνούσαν. Ήταν μια υπέροχη εικόνα θείας και ανθρώπινης αγάπης. Έπαιρναν μέσα τους τον Αμνό και Νυμφίο τους, τον Λατρευτό τους. Το τίμιο Αίμα Του κυλούσε τώρα στις παρθενικές φλέβες τους. Ο θείος Άρτος Του στήριξε τα νεανικά κορμιά τους…
Τελείωσε η θ. Λειτουργία και βγήκε έξω ο κόσμος. Οι μοναχές πήγαν να προσφέρουν καφέ στους επισκέπτας. Η αδελφή μου, η μοναχή Αγγελική είχε μείνη στο αναλόγι, κάτι να δη απ’ τα τροπάρια του Εσπερινού. Ύστερα έκλεισε το βιβλίο σιγά, έκανε το σταυρό της Και κινήθηκε προς την εξώπορτα, Μια φωνή όμως, μια σιγανή γυναικεία φωνή την σταμάτησε.
- «Αδελφή!».
Στάθηκε η μοναχή Αγγελική και γύρισε κατά τη φωνή. Ήταν μια νέα κοπέλα και γύρις κατά τη φωνή. Ήταν μια νέα κοπέλλα αυτή που την φώναξε. Μια κοπέλλα με κακοβαμμένα τα μαλλιά, τα μάτια, τα χείλη, τόσο που έλεγες πως δεν ήταν αληθινός άνθρωπος, παρά κάποια μεγάλη κούκλα, απ’ αυτές που έχουν στις βιτρίνες τα μεγάλα καταστήματα των Αθηνών. Μα η αδελφή Αγγελική ήξευρε να ξεπερνά τα εξωτερικά, να βλέπη πίσω απ’ αυτά μια ψυχή αδελφή, μια ψυχή για την οποία πέθανε ο Χριστός. Κύτταξε , λοιπόν, ήσυχα, γλυκά, αδελφικά την κοπέλλα. 
- «Ορίστε, καλή μου», της είπε.
- «Να σας απασχολήσω λίγα λεπτά;». 
- «Ευχαρίστως. Ελάτε». Και την πήρε κρατώντας την απ’ τους αγκώνες, όπως εμένα τότε που πήγα με το βάσανο, όπως θυμάστε, και στάθηκαν στην άκρη του ναού, κάτω απ’ ένα θόλο του. Η Εκκλησία μύριζε ακόμη θυμίαμα, κερί. Άγια γαλήνη βασίλευε. 
- «Τι θέλεις, καλή μου, από εμένα;» 
- «Υπάρχει Θεός;», πέταξε την ερώτησι ανήσυχη.
- «Ναι, καλή μου. Θεός πατέρας, παντοκράτωρ, που μας έπλασε και μας αγαπά».
- «Κι εμένα μ’ αγαπά;». 
- «Όλους τους αγαπά». 
- «Κι εκείνους που δεν τον αγαπούν;»
- «Κι εκείνους. Όπως ο πατέρας τα παιδιά του, που δεν τον ακούνε».
- «Κι εκείνους που τον σκότωσαν ή ετοιμάζονται να σκοτώσουν ή να σκοτωθούν;» ρώτησε πάλι η κοπέλλα και τα μάτια της τα βαμμένα γυάλιζαν σαν της τίγρεως και η μορφή της έμοιαζε θηρίου μορφή μάλλον ή γυναίκας, και το στήθος της ανεβοκατέβαινε γρήγορα και τα μεγάλα κατακόκκινα νύχια της λες κι έσταζαν αίμα.
- «Πιο πολύ εκείνους, αδελφή μου», είπε ήρεμα, εγκάρδια η μοναχή, βλέποντας μέσ’ στα μάτια με την γεμάτη αγάπη και ειρήνη του Θεού ματιά της την κοπέλλα. «Ησύχασε καλή μου. Πιο πολύ εκείνους. Για ‘κείνους κατέβηκε ο Κύριος Ιησούς Χριστός στον κόσμο. Έζησε κοντά τους. Έφαγε μαζί τους. Γιάτρεψε τις αρρώστειες τους. Λάφρωσε τον πόνο τους. Σταυρώθηκε –Πέθανε-Αναστήθηκε γι’ αυτούς. Για μας. Για μένα. Για σένα». 
- «Πες μου κι άλλα, αδελφή…» είπε, κάπως καλμαρισμένη απ’ τα λόγια αυτά, η νέα.
Της είπε κι άλλα η αδελφή Αγγελική, κρατώντας την πάντοτε απ’ τους αγκώνες τρυφερά και μεταγγίζοντας μέσ’ στα ανήσυχα μάτια της την ειρήνη του Θεού απ’ τα δικά της μάτια. Της είπε απ’ τις παραβολές του Κυρίου, απ’ την επί του όρους ομιλία Του, από τα γεγονότα προ του  πάθους Του. Η άγρια λάμψις των ματιών της κοπέλλας λιγόστευε σιγά-σιγά , χαμήλωνε, έπεφτε, χάθηκε εντελώς , κι ένα ορθρινό απαλό φως άρχιζε να τα φωτίζη.
Ένας ήλιος έβγαινε τώρα μέσ’ στα μάτια αυτά κι ανέβαινε αργά , αργά, καθώς μιλούσε η μοναχή Αγγελική, κι ανέβαινε και φώτιζε και φώτιζε, κι ομόρφαινε , κι ημέρευε και γλύκαινε τα μάτια, , την μορφή, την ψυχή της νέας. Το στήθος της γαλήνεψε. Τα χέρια δεν έτρεμαν πια. Ησύχασαν. Οι παλάμες της κρατούσαν τώρα τους αγκώνες της μοναχής πάνω απ’ τα ράσα της. 
- «Σας ευχαριστώ πολύ, ψέλλισε. Τα λόγια αυτά ήταν κάποιου άλλου κόσμου λόγια». 
- «Του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, καλή μου». 
- «Σας ευχαριστώ πολύ και πάλι». Και άνοιξε την πολυτελή τσάντα της. «Να μου επιτρέψετε να σας δώσω κάτι». 
- «Ω! Όχι. Όχι. Ευχαριστώ. Όχι, σας παρακαλώ». 
- «Δεν μπορεί. Θα το δεχθήτε, αδελφή, του Θεού, του καλού Θεού Άγγελε», κι άρχισαν να τρέμουν τα χέρια της πάλι, καθώς έπιασε κάτι στο βάθος της τσάντας και τόβγαζε σιγά έξω. «Πάρτε τα, σας παρακαλώ, και φυλάξτε τα να τα δείχνετε στις ψυχές , σαν τη δική μου, που θα περνούν απ’ τον τόπο αυτό του Θεού. Είναι τα δύο φιαλίδια με το δηλητήριο, που θα χρησιμοποιούσα σήμερα, την ώρα αυτή, για να θανατώσω δύο σώματα και δύο ψυχές. Τη δική μου και μιάν άλλη …» κι άρχισε να  κλαίη, να κλαίη ήρεμα, ανακουφιστικά. Κι έκλαιγε κι η μοναχή Αγγελική , κρατώντας στη παλάμη της τα φιαλίδια του Κάιν. Κλαίγοντας κι οι δυό ψυχές πήγαν μπροστά στην εικόνα του Χριστού, γονάτισαν κι η αδελφή Αγγελική απέθεσε στα πόδια Του τα φιαλίδια-λάφυρα της αγάπης Του.
Πόσα τέτοια , γνωστά και άγνωστα λάφυρα της αγάπης του Θεού, δεν κατέθεσαν στα πόδια Του τα Μοναστήρια, οι Εκκλησιές μας…


Από το βιβλίο: « ΙΩΣΗΦ Δ. ΑΓΑΠΗΤΟΥ
Η αδελφή μου η μοναχή»
Β’ ΕΚΔΟΣΙΣ
ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ
ΝΤΑΟΥ ΠΕΝΤΕΛΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου