Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2011

Συμβουλές και θαυμαστά γεγονότα από την ζωήν του Γερο-Αρσενίου

«Ένας άλλος, από άλλην συνοδείαν, ήλθε στην καλογερικήν με πολλήν ζέσιν˙ υποτάχτηκε σ’ ένα σκληρό Γεροντάκι πάρα κάτω και στην αρχήν αγωνιζόταν πάρα πολύ. Όλη νύχτα αγρυπνία, ορθοστασία, μετάνοιες, νηστείες, υπακοή, καθαρή εξομολόγησις κλπ.
Έλα όμως , που μετά από δυό-τρία χρόνια χαλάρωσε, έδωσεν εξουσίαν στον πειρασμόν και άρχισε να πηγαίνη πίσω-πίσω. Εθόλωνε στην προσευχήν το μυαλό, καθόταν, κοιμόταν˙ ξυπνούσε κομμένος ˙ ξανακοιμόταν και τέλος πάντων σκοτωνόταν να βγάλει τα πνευματικά του καθήκοντα. Δεν φτάνει αυτό˙ τον πλακώνει και το δαιμόνιον της πορνείας και τον πολεμούσε φοβερά.
Συγχρόνως του ‘φερνε απόγνωσιν και τον ψιθύριζε στ’ αυτί ότι μ’ αυτά τα χάλια σίγουρα θα κολαστή. Το φοβερότερο όμως˙ του έβαλεν και ντροπήν για να μη εξομολογιέται και του ‘λεγε: “Ταλαίπωρε, εσύ που έβγαζες τόσες αγρυπνίες με τόσες μετάνοιες, τόσα δάκρυα, τόσον αγώνα, τώρα τι να πης στον Γέροντα; “ Αν ακούση αυτά τα χάλια σου και προ πάντων τον πόλεμον της πορνείας σίγουρα θα σε διώξη. Δεν φεύγεις από μόνος σου;”. “Αλλά πάλιν πρέπει να βρω κάποιαν πρόφασιν”, σκεφτόταν- τι να κάνω;
Φαίνεται όμως τον λυπήθηκεν ο Θεός και του ‘βαλε τον λογισμόν: “ δεν πας στον π. Αρσένιον να πης τους λογισμούς σου;”.
Έρχεται το καλογέρι με κατεβασμένο κεφάλι από ντροπή και με πολλήν προσπάθειαν κατάφερε να μου τα πη όλα και προ πάντων τον πόλεμον της πορνείας. Αυτός ως άπειρος ενόμιζεν ότι, αν εξωμολογιόταν, θα τον επρόσβαλλα. Όμως εγώ, ξέροντας από την πείρα μου τις τέχνες του διαβόλου, τον έβαλα στην αγκαλιά μου και του λέω:
- Μπράβο παιδί μου˙ κατάλαβα ότι είσαι αγωνιστής και σ’ αγαπά ο Χριστός.
- Μα εμένα Γέροντα;
- Ναι, εσένα και για να σου το αποδείξω ,πες μου ειλικρινά˙ όταν αγωνιζόσουν σκληρά και ούτε πολέμους είχες, τι ιδέαν είχες για τον εαυτό σου;
- Τότε Γέροντα, ήμουν ένας μικρός άγιος˙ τώρα είμαι ο χειρότερος όλων.
- “ Ο Θεός σχωρέσει σε”. Τώρα μιλάς σωστά. Όλοι οι αγώνες και οι κόποι μας πρέπει να καταλήξουν εις την ταπεινοφροσύνην. Ποτέ δεν ήσουν άγιος, αλλά σ’ εσκέπαζεν η χάρις του Θεού και νόμιζες ότι είναι κάτι δικό σου˙ γι’ αυτό σε άφησεν η χάρις για να καταλάβης τον εαυτόν σου. Όμως με την εξομολόγησιν πάλιν θα ξανάλθη η χάρις ˙ μόνο μην ντρέπεσαι στο εξής να εξομολογιέσαι στον Γέροντα σου και να κρατάς σφικτά πάντα αυτόν τον λογισμόν: “Εγώ δεν είμαι τίποτε˙ ό,τι καλόν έχω είναι από τον Θεόν, δι’ ευχών του Γέροντά μου. Αν μ’ εγκαταλείψη ξαναπέφτω αμέσως”. Έκτοτε το καλογέρι ξεμολογιόταν στον Γέροντά του και μέχρι τώρα αγωνίζεται με πολλήν προθυμίαν».
Απ’ αυτά τα παραδείγματα βγαίνει το συμπέρασμα, ότι ο παππούς , σαν επισφράγισμα των σκληρών αγώνων του, έφθασεν ο ίδιος σε μέτρον ταπεινοφροσύνης και έμαθε δια Πνεύματος Αγίου τα ίδια λόγια , που είπε στον σύγχρονόν του Ρώσσον ασκητήν Σιλουανόν ο Χριστός: «κράτα τον νουν σου εις τον Άδην και μη απελπίζου» .

...

Ανάγνωσις

Αλλά και την ανάγνωσιν ο παππούς, την θεωρούσε απαραίτητον κι έλεγε: « Η ανάγνωσις είμαι και αυτή ένα είδος προσευχής. Εμεί κάθε μέρα διαβάζαμε ένα-δυό κεφάλαια Αγ. Γραφή και μετά διαβάζαμε πατερικά βιβλία. Όσο για τον άγιο Ισαάκ τον Σύρον, τον κρατούσαμε πάντα στη μασχάλη μας. Άλλο βιβλίο να μην έχης, ο Ισαάκ ο Σύρος φθάνει∙ τα λέει όλα. όμως διαβάζαμε και Κλίμακα, Αββά Δωρόθεον, Ευεργετινόν, άγιο Μακάριον κλπ. αλλά και τους βίους των αγίων μας. Όταν διαβάζουμε βίους αγίων κερδίζουμε δυό πράγματα. Πρώτον, το παράδειγμα των αγώνων τους, μας ξυπνά από την νάρκην της αμελείας, και δεύτερον οι άγιοι, όταν διαβάζουμε τον βίον τους με ευλάβειαν, πρεσβεύουν στον Χριστόν για μας.
Πάντοτε όμως πρέπει να προσευχόμαστε προτού αρχίσουμε το διάβασμα. Μετά την προσευχή διαβάζουμε τον βίον κάποιου αγίου και τόσο μας συγκινεί, όπου δεν μπορούμε να σταματήσουμε τα δάκρυα. Αυτό συμβαίνει διότι η προσευχή φωτίζει το μυαλό».
- Παππού, από την Αγ.Γραφήν τι να διαβάζουμε περισσότερον;
- Όλη η Αγ. Γραφή είναι θεόπνευστη και πρέπει να την διαβάζουμε. Από την Π. Διαθήκη πρέπει να διαβάζουμε το ψαλτήρι∙ είναι πολύ δυνατή προσευχή.

Από την ζωήν του παππού


Μια μέρα στο Μοναστήρι μας, όπου ο παππούς διήνυσε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ένας αδελφός του είπε:
- Παππού, έκαμα τις μετάνοιές μου, αλλά έπαθα υπερκόπωσιν.
- Πόσες μετάνοιες έκαμες;
- Εκατόν πενήντα.
Γυρίζει σε λίγο ο παππούς και λέγει: «Μωρέ, έκαμε 150 μετάνοιες κι έπαθεν υπερκόπωσιν!». Το ‘λεγε με όλην του την απλότητα και εθαύμαζε.
Επειδή έτυχε να συναθροισθούν μερικοί νέοι εκεί, βρήκα την ευκαιρία και τον ερώτησα για να ωφεληθούμε.
- Εσείς, παππού, πόσες μετάνοιες εκάμνατε;
- Εμείς όταν ήμασταν νέοι βγάζαμε μέχρι 3000 μετάνοιες και τα κομποσχοίνια τα τραβούσα όλη νύχτα με σταυρούς. Μια φορά, όμως, επιάστηκεν ο ώμος μου και το ‘πα στον Γέροντα. Από τότε μ’ έβαλε να κάμνω δίχως σταυρούς τα κομποσχοίνια, εκτός βέβαια αυτά που υποχρεώνει ο καθημερινός μας κανόνας.
- Αν είναι ευλογημένο, πέστε μας λίγα λόγια από τους αγώνες σας με τον Γέροντα.
- Τα πρώτα χρονιά στον Άη-Βασίλη, αφού θάψαμε το γεροντάκι μας, αγωνιζόμασταν οι δυο μας, αλλά ο καθένας ξεχωριστά στο κελλάκι του.
Με πρωτοβουλίαν του Γέροντα δοκιμάσαμε όλους τους τρόπους αγρυπνίας που γράφουν οι άγιοι πατέρες. Για ένα μεγάλο διάστημα, στο κρεββάτι ποτέ δεν ξαπλώσαμε. Η αγρυπνία μας ξεκινούσε από το απόγευμα και τελείωνε το πρωί με το φως του ήλιου.
Όταν πια ξημέρωνε, κουρασμένοι, παϊλντισμένοι, καθόμασταν στο στασίδι ή σ’ ένα σκαμνί, για ν’ αποδώσουμε τον απαιτούμενο φόρον στο σαρκίον, πριν ξεκινήσουμε για το εργόχειρο. Όσο για φαγητό τρώγαμε πάντοτε, όλον τον χρόνον μια φορά την ημέραν, κυρίως παξιμάδι ή ψωμί, αν τύχαινε, και ό,τι άλλο πρόχειρο χωρίς λάδι, εκτός Σαββατοκύριακο.
Την ημέραν δουλεύσαμε εργόχειρο, εγώ όμως περισσότερο εφρόντιζα για τις εξωτερικές ανάγκες του κελλιού και συγχρόνως ασταμάτητα λέγαμε το “Κύριε Ιησού Χριστέ…” . Η αργολογία για τον Γέροντα ήταν θανάσιμο αμάρτημα”.
- Αμάν, Γέροντα, έτσι που μας λέτε εμείς θα κολασθούμε.
- Όχι, δεν είναι έτσι. Μη κοιτάτε εμάς. Εσείς δυό πράματα αν κάμετε, ο Χριστός όλους μαζί θα μας βάλη . Υπακοή και τα πνευματικά σας∙ όσο για μετάνοιες, όσες κρίνει ο Γέροντας για τον καθένα κατά δύναμιν.
Ακόμα θα σας πω άλλα δυό πράματα. Προσέχετε όσο μπορείτε την γλώσσαν∙ όχι ν’ αργολογή και να κατακρίνη, αλλά σαν υπηρετάτε, να λέτε συνέχειαν την ευχήν. Είναι δύσκολα αυτά τα πράγματα;
- Όχι, Γέροντα.
- Άντε στην ευχή μου κι αν εφαρμόσετε αυτά, ο Χριστός όλους μαζί θα μας βάλη. Ο άγγελος ο φύλακας, μπροστά σας πορεύεται.











Από το βιβλίο: «Ιωσήφ Μ.Δ.
Ο ΓΕΡΩΝ ΑΡΣΕΝΙΟΣ
Ο ΣΠΗΛΑΙΩΤΗΣ
(1886-1983)
Συνασκητής
Γέροντος Ιωσήφ
Του Ησυχαστού»
Δ΄ΕΚΔΟΣΙΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου