Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2011

Γιά τη νήψη

ΙΔ΄

ΓΙΑ ΤΗ ΝΗΨΗ

η΄


Είπε ο αββάς Αγάθων:
Δεν πρέπει ποτέ ο μοναχός να φτάσει στο σημείο ν’ αφήσει τη συνείδησή του να τον κατηγορήσει για οποιοδήποτε πράγμα.
Όταν, μάλιστα, πλησίαζε η ώρα του θανάτου του ,έμεινε τρεις μέρες με ολάνοιχτα τα μάτια του, δίχως να κινείται καθόλου. Οι μοναχοί τον σκούντησαν ελαφρά, ρωτώντας τον:
- Αββά Αγάθων, πού βρίσκεσαι;
- Στέκομαι μπροστά στο κριτήριο του Θεού, τους απαντά.
Κ’ εκείνοι τον ρωτούν:
- Φοβάσαι κ’ εσύ ,πάτερ;
- Εγώ μεν, τους απαντά εκείνος, έκαμα το κατά δύναμη ,για να φυλάξω και να εφαρμόσω τις εντολές του Θεού∙ μα, ωστόσο, είμαι άνθρωπος, κι από πού να ξέρω αν άρεσαν στο Θεό τα έργα μου;
Τον ξαναρωτούν οι αδελφοί:
- Δεν έχεις πεποίθηση πως τα έργα σου είναι σύμφωνα με το θέλημα του Θεού;
Και τους απαντά ο Γέροντας:
- Δεν παραπαίρνω θάρρος αν δεν συναντήσω το Θεό, γιατί άλλη είναι η κρίση του Θεού και άλλη εκείνη των ανθρώπων.
Κ’ ενώ εκείνοι ήθελαν ακόμη να τον ρωτήσουν και γι’ άλλα θέματα , εκείνος τους λέγει:
- Σας παρακαλώ, κάνετε αγάπη , και μη μου μιλάτε, γιατί ο νους μου είναι απασχολημένος.
Ύστερ’ από λίγο εκοιμήθη ο Γέροντας, χαρούμενος. Τον έβλεπαν να φεύγει στο ταξίδι για τα υψηλά, όπως ακριβώς όταν ταξιδεύει κάποιος κι ασπάζεται τους φίλους του και τα προσφιλή του πρόσωπα. Γιατί ο Γέροντας είχε μεγάλη προσοχή σε όλα, πάντα του. Και δίχως αυτή την προσοχή, δεν προκόβει σε καμμιάν αρετή ο άνθρωπος.

λδ΄

Για τον αββά Απολλώ διηγιότανε, πως είχε κάποιο μαθητή, ονομαζόμενο Ισαάκ∙ αυτός είχε καταβάλει πολύ κόπο κ’ έμαθε να κάνει με τέλειο τρόπο κάθε έργο αγαθό, κ’ είχε αποχτήσει και το χάρισμα της ησυχίας την ώρα της θείας λειτουργίας. Και ο λόγος του γι’ αυτό το θέμα ήταν γιατί πίστευε, πως όλα είναι καλά στην ώρα τους, ή ακόμη πως το κάθε πράγμα έχει τη δική του στιγμή. Με την απόλυση της συνάξεως στην εκκλησία, εκείνος έφευγε γρήγορα , λες και τον κυνηγούσε η φωτιά, κ’ έτρεχε να κρυφτεί στο κελλί του. Πολλές φορές , μετά τη θεία λειτουργία , δίνονταν στους αδελφούς απόνα παξιμάδι κ’ ένα ποτήρι κρασί, μα εκείνο; Ποτέ δεν έπαιρνε∙ όχι γιατί έδιωχνε κι απέφευγε την ευλογία των αδελφών, αλλά για να κρατήσει άθικτη την ησυχία από τη σύναξη.
Έτυχε ν’ αρρωστήσει κάποτε και να μείνει στο κρεβάτι. Το έμαθαν οι αδελφοί κ’ ήρθαν να τον επισκεφθούν. Κάθησαν , λοιπόν, κοντά και τον ρωτούσαν:
- Αββά Ισαάκ, γιατί φεύγεις αμέσως μετά τη σύναψη, και δεν κάθεσαι μαζί με τους άλλους αδελφούς;
Κ’ εκείνος τους απάντησε:
- Δεν φεύγω για ν’ αποφύγω τους αδελφούς , μα την πανουργία των δαιμόνων με τις δόλιες τέχνες τους. Γιατί, όπως ακριβώς εκείνος που κρατάει μια λαμπάδα αναμμένη και αργοπορεί και στέκεται μες στον αέρα, θα του σβηστεί, έτσι κ’ εμείς: παίρνοντας το φωτισμό του αγίου Πνεύματος στη θεία Ευχαριστία, αν τύχει και αργήσουμε να μπούμε στο κελλί μας, ο νους μας σκοτίζεται, χάνει το φωτισμό.
Αυτή ήταν η ενάρετη πολιτεία του αββά Ισαάκ.


Από το βιβλίο: «Π.Β. ΠΑΣΧΟΥ
ΤΟ ΕΑΡ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ
ΜΙΚΡΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ Α΄»
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΚΡΊΤΑΣ
ΣΤ΄ ΕΚΔΟΣΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου