Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

Το ευαγγέλιο της Κυριακής



Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2013
Το ευαγγέλιο της Κυριακής
Κατά Λουκάν
Στιχ. : 27-39

27 ξελθόντι δ ατ π τν γν πήντησεν ατ νήρ τις κ τς πόλεως, ς εχε δαιμόνια κ χρόνων κανν, κα μάτιον οκ νεδιδύσκετο, κα ν οκίᾳ οκ μενεν, λλ’ ν τος μνήμασιν.
28 δν δ τν ησον κα νακράξας προσέπεσεν ατ κα φων μεγάλ επε· Τί μο κα σοί, ησο υἱὲ το Θεο το ψίστου; δέομαί σου, μή με βασανίσς.
 29 παρήγγειλε γρ τ πνεύματι τ καθάρτ ξελθεν π το νθρώπου. πολλος γρ χρόνοις συνηρπάκει ατόν, κα δεσμετο λύσεσι κα πέδαις φυλασσόμενος, κα διαρρήσσων τ δεσμ λαύνετο π το δαίμονος ες τς ρήμους.
30 πηρώτησε δ ατν ησος λέγων· Τί σοί στιν νομα; δ επε· Λεγεών· τι δαιμόνια πολλ εσλθεν ες ατόν·
31 κα παρεκάλει ατν να μ πιτάξ ατος ες τν βυσσον πελθεν.
32 ν δ κε γέλη χοίρων κανν βοσκομένη ν τ ρει· κα παρεκάλουν ατν να πιτρέψ ατος ες κείνους εσελθεν· κα πέτρεψεν ατος.
33 ξελθόντα δ τ δαιμόνια π το νθρώπου εσλθον ες τος χοίρους, κα ρμησεν γέλη κατ το κρημνο ες τν λίμνην κα πεπνίγη.
34 δόντες δ ο βόσκοντες τ γεγενημένον φυγον, κα πήγγειλαν ες τν πόλιν κα ες τος γρούς.
35 ξλθον δ δεν τ γεγονς, κα λθον πρς τν ησον, κα ερον καθήμενον τν νθρωπον, φ’ ο τ δαιμόνια ξεληλύθει, ματισμένον κα σωφρονοντα παρ τος πόδας το ησο, κα φοβήθησαν.
36 πήγγειλαν δ ατος ο δόντες πς σώθη δαιμονισθείς.
37 κα ρώτησαν ατν παν τ πλθος τς περιχώρου τν Γαδαρηνν πελθεν π’ ατν, τι φόβ μεγάλ συνείχοντο· ατς δ μβς ες τ πλοον πέστρεψεν. 38 δέετο δ ατο νρ, φ’ ο ξεληλύθει τ δαιμόνια, εναι σν ατ· πέλυσε δ ατν ησος λέγων·
39 πόστρεφε ες τν οκόν σου κα διηγο σα ποίησέ σοι Θεός. κα πλθε καθ’ λην τν πόλιν κηρύσσων σα ποίησεν ατ ησος.

Σύντομη ερμηνεία

27 Κι όταν βγήκε στη στεριά , τον συνάντησε κάποιος άνθρωπος που καταγόταν από την πόλη, ο οποίος είχε μέσα του δαιμόνια από πολλά χρόνια. Αυτός δεν φορούσε πάνω του ρούχα ούτε έμενε σε σπίτι, αλλά ζούσε μέσα στα μνήματα.
28 Όταν όμως είδε τον Ιησού, από το φόβο του έβγαλε μια δυνατή κραυγή, έπεσε στα πόδια του και με φωνή μεγάλη είπε: Ποια σχέση  υπάρχει ανάμεσα σε μένα και σε σένα και τι ζητάς από μένα, Ιησού, Υιέ του Θεού του  υψίστου; Σε παρακαλώ, μη με βασανίσεις και μη μου επιβάλεις την τιμωρία να κλειστώ από τώρα μέσα στα σκοτάδια του Άδη.
29 Και είπε τα λόγια αυτά ο δαιμονισμένος, διότι ο Ιησούς είχε διατάξει το ακάθαρτο δαιμονικό πνεύμα να βγει από τον άνθρωπο. Διότι από πολλά χρόνια τον είχε κυριεύσει, και του δημιουργούσε άγρια έξαψη. Γι’ αυτό τον έδεναν με αλυσίδες και με σιδερένια δεσμά στα πόδια, και τον φύλαγαν να μην κάνει κανένα κακό ή βλάψει κανέναν. Αλλά αυτός έσπαζε τα δεσμά και συρόταν βίαια από τον δαίμονα στις ερημιές.
30 Τον ρώτησε τότε ο Ιησούς: Ποιο είναι το όνομά σου; Κι αυτός του απάντησε: Λεγεών, δηλαδή ταξιαρχία στρατιωτών. Και είχε αυτό το όνομα , διότι είχαν μπει μέσα στον άνθρωπο αυτό όχι μόνο ένα αλλά πολλά δαιμόνια.
31 Και τα δαιμόνια αυτά με το στόμα του δαιμονισμένου τον παρακαλούσαν να μην τα διατάξει να πάνε στα τρίσβαθα του Άδη.
32 Στο μεταξύ εκεί κοντά ήταν ένα κοπάδι από πολλούς χοίρους που έβοσκαν στο βουνό. Και τα δαιμόνια τον παρακαλούσαν να τους επιτρέψει να μπουν σ’ εκείνους τους χοίρους. Και ο Κύριος τους το επέτρεψε, επειδή αυτοί που έτρεφαν τους χοίρους το έκαναν αυτό παραβαίνοντας το Μωσαϊκό νόμο, ο οποίος απαγόρευε ως ακάθαρτο το χοιρινό κρέας. Με τον τρόπο αυτό ο Κύριος τιμώρησε την παρανομία τους αυτή.
33 Κι αφού βγήκαν τα δαιμόνια απ’ τον άνθρωπο, μπήκαν στους χοίρους. Τότε το κοπάδι όρμησε με ασυγκράτητη μανία προς το γκρεμό, κι έπεσε κάτω στη λίμνη και πνίγηκε.
34 Μόλις είδαν αυτό που έγινε εκείνοι που έβοσκαν τους χοίρους, έφυγαν και ανήγγειλαν το συμβάν της καταστροφής των χοίρων στους κατοίκους της πόλεως και σ’ όσους έμεναν έξω στην ύπαιθρο.
35 Τότε οι άνθρωποι βγήκαν από την πόλη και τα περίχωρα για να δουν αυτό που έγινε, και ήλθαν στον Ιησού. Και πράγματι, βρήκαν τον άνθρωπο από τον οποίο είχαν βγει τα δαιμόνια να κάθεται κοντά στα πόδια του Ιησού και να είναι ντυμένος και σωφρονισμένος. Και φοβήθηκαν.
36 Κι όσοι είχαν δει τα περιστατικό τους διηγήθηκαν πώς έγινε καλά και σώθηκε ο δαιμονισμένος.
37 Τότε όλο ο πλήθος της περιφέρειας των Γαδαρηνών παρακάλεσαν τον Ιησού να φύγει από κοντά τους, διότι κυριεύθηκαν από μεγάλο φόβο όταν είδαν τη δίκαιη τιμωρία που επιβλήθηκε σ’ εκείνους που εξέτρεφαν χοίρους παρά την απαγόρευση του νόμου. Και ο Ιησούς μπήκε στο πλοίο και επέστρεψε στο μέρος από το οποίο είχε έλθει.
38 Ο άνθρωπος όμως από τον οποίο είχαν βγει τα δαιμόνια τον παρακαλούσε να μένει μαζί του. Ο Ιησούς όμως του έδωσε την εντολή να φύγει λέγοντας:
39 Γύρισε πίσω στο σπίτι σου και να διηγείσαι όσα σου έκανε ο Θεός, ο οποίος σε απάλλαξε από τα δαιμόνια. Κι εκείνος έφυγε και διεκήρυττε σ’ όλη την πόλη όσα του έκανε ο Ιησούς.


Πηγή: «Η ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ
ΜΕ ΣΥΝΤΟΜΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ»
+ΠΑΝ. Ν . ΤΡΕΜΠΕΛΑ


ΑΔΕΛΦΟΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ «Ο ΣΩΤΗΡ»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου