Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2012

Το αρσενικό παιδί της πεθεράς




Το μοναστήρι στο ψηλότερο μέρος των δύο χωριών κάθε μέρα λειτουργεί, νηστεύει, προσεύχεται, εξομολογεί. Οι πορτάρες του ανοίγουν πρωί πρωί στον κάθε άνθρωπο. Άλλοι προσέρχονται να καμαρώσουν την παλιά αρχιτεκτονική του. Άλλοι τις παμπάλαιες τοιχογραφίες. Άλλοι να πουν τους πόνους και τους καημούς τους. Άλλοι να ζητήσουν ελέη κι άλλοι έλεος από την Παναγία μας και τον Χριστό. Βέβαια δεν λείπουν και αυτοί που κουβαλούν στο μοναστήρι το φτωχό, από τους καρπούς των δένδρων που καλλιεργούν και από τα εισοδήματα που τους χαρίζει ο Θεός.
Μια κόρη έρχεται κρυφά από το σπίτι της με πύρινα μάτια και καυτά δάκρυα. Δεν είναι υπερβολή ο λόγος μου, Στον ασπασμό της δεξιάς δεχόμουνα το κάψιμο της καρδιάς της.
-      Κόρη μου, τι κλαις και τι στενάζεις; Τι σου συμβαίνει; Έλα και καμιά φορά χωρίς δάκρυα.
-      Αχ, Γέροντά μου, έρχομαι γιατί στο πρόσωπό σου βλέπω πατέρα στοργικό που δεν γνώρισα. Είχα και δεν είχα πατέρα. Ήμουν στο χωριό βοσκοπούλα. Έπαιζα φλογέρα. Χαιρόμουνα τις πλαγιές και τις βουνοκορφές. Έφθανα μέχρις εκεί που ξεχωρίζει μέσα στον λόγγο της Παναγιάς το μοναστήρι. Το πουρνό και το δείλι έστηνα αυτί ν’ αφουγκραστώ τις γλυκειές καμπάνες. Με την φαντασία μου πάντα τις άκουγα και χαιρόμουνα της Παναγίας τα μεγαλεία. Απ’ εκεί ψηλά έβλεπα τα αμάξια που πήγαιναν στη Χάρη Της και τα μετρούσα. Λογαριασμό δεν έβρισκα.
Κάποια μέρα μου προξένεψαν ένα παλληκάρι. Με γοήτεψαν, βλέπεις, με τ’ αγαθά του κάμπου. Παράπονο δεν έχω από το σύζυγό μου. Αλλ’ εκείνη η πεθερά φοβερή από την πρώτη μέρα. Τίποτε δεν κάνω καλά. Το ξύλο από το χέρι και το βρίσιμο από το στόμα δεν της λείπει. Δεν έφθαναν αυτά. Τώρα που έμεινα έγκυος, με χτυπά και, με όλα τ’ άλλα που μου λέγει, με απειλεί πως θα με στείλη στο βουνό να φυλάξω γίδια, αν το  παιδί δεν είναι αρσενικό!
Ανατρίχιασα ακούγοντας το θράσος της πεθεράς. Της συνέστησα την αγία υπομονή και:
-      Όταν τον ποτήρι ξεχειλίζη, κάνε προς τα πάνω. Η Παναγία θα σε βοηθήση. Θα μιλήση ο Θεός . Θα σφυρίξη στο αυτί της γραίας του κάμπου.
Πέρασε ο καιρός κι ένα βράδυ ήρθε  ο γιατρός ταραγμένος.
-      Τι έγινε; Γιατί τόση ταραχή;
-      Ξεγέννησα μια κόρη στον κάμπο. Έκανε τέρας ∙ παιδί χωρίς κεφάλι.
-      Τι ήταν αυτό το παιδί, αρσενικό ή θηλυκό;
-      Αρσενικό.
Έτσι σφυρίζει ο Θεός στην αθεοφοβία της πεθεράς : «Πάρε αρσενικό παιδί που θέλεις, αλλά ακέφαλο».



Από το βιβλίο: «Μορφές που γνώρισα να ασκούνται στο σκάμμα της Εκκλησίας»
Α’ έκδοση Σεπτέμβριος 2010
Ιερά Μονή Δοχειαρίου, Άγιον Όρος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου