Τετάρτη, 11 Μαΐου 2011

ΒΑΣΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΗΘΙΚΗΣ ΤΩΝ ΜΕΤΑΜΟΣΧΕΥΣΕΩΝ

Α. Γενικές αρχές

1. Η Εκκλησία αντικρύζει τις μεταμοσχεύσεις ,όπως και κάθε τι που σχετίζεται με την υγεία του ανθρώπου και την πάλη του με τον θάνατο, με ιδιαίτερη συμπάθεια, κατανόηση και αίσθημα σοβαρότητος. Αντιλαμβάνεται και το μέγεθος του προβλήματος και τις δυνατότητες που παρέχουν οι μεταμοσχεύσεις καθώς και το μεγάλο της χρέος απέναντι στην κοινωνία, στην ιατρική πράξη, στους λήπτες αλλά και στους δυνητικούς δότες. Και τον λήπτη θέλει να βοηθήσει, αλλά και τον δωρητή οφείλει να σεβασθεί.
2. Το κριτήριο της εκκλησιαστικής ηθικής των μεταμοσχεύσεων, όπως και κάθε προβλήματος, είναι πνευματικό. Αν κάτι βλάπτει την ψυχή ή υποβιβάζει τις πνευματικές αξίες, ανεπιφύλακτα το απορρίπτει. Αντιθέτως, εάν το επί μέρους επιστημονικό επίτευγμα είναι συμβατό με τη θεολογική παράδοση, διδασκαλία και εμπειρία της, την ιδιοφυή ανακάλυψη την αντιμετωπίζει με την τόλμη την πνευματικής καινοτομίας της. Ούτε με τον ορθολογιστικό σχολαστικισμό έχει σχέση, ούτε σε πολιτικές σκοπιμότητες υποχωρεί , ούτε με την εκκοσμίκευση συντάσσεται.
3. Κάθε τι που υπερβαίνει τον ατομικισμό και τη φιλοζωία και συνδέει τους ανθρώπους με σχέση αμοιβαιότητος και κοινωνίας, κάθε τι που αποδεικνύει την υπεροχή της πνευματικής ζωής επί της βιολογικής επιβιώσεως, η Εκκλησία το προστατεύει και το υποστηρίζει. Αλλά και μπροστά στο μυστήριο της ζωής και του θανάτου καθώς και της ψυχοσωματικής συμφυΐας του ανθρώπου στέκεται με σεβασμό και ιδιάζουσα ευαισθησία.]

Β. Ειδικές αρχές

4. Οι μεταμοσχεύσεις μεταμορφώνουν το δρόμο του λήπτη σε ελπίδα ζωής. Η Εκκλησία θα μπορούσε μέσα από τη φιλανθρωπία της να τις ευλογήσει, με την αδιαπραγμάτευτη όμως προϋπόθεση ότι κατά τη μεταμοσχευτική διαδικασία προστατεύεται η συνείδηση του δότη και δεν παραβιάζονται οι πνευματικές αξίες.
5.Κάθε λογική αποδοχής των μεταμοσχεύσεων από την Εκκλησία έχει τρεις άξονες:
α) Η Εκκλησία αισθάνεται μεν το φιλάνθρωπο χρέος της απέναντι στον λήπτη – που έχει ανάγκη να ζήσει – αντιλαμβάνεται όμως περισσότερο τον ρόλο της δίπλα στον δότη- που μπορεί ελεύθερα να προσφέρει. Επ’ ουδενί λόγω και με κανένα τρόπο δεν θυσιάζει τον σεβασμό προς τον δότη στην ανάγκη επιβιώσεως του λήπτη. Ο σκοπός δεν είναι να ζήσει ο λήπτης . ο σκοπός είναι να δώσει ο δότης. Ο λήπτης λαμβάνει θνητό σώμα. Ο δότης δίνει από την αθάνατη ψυχή του. Όσο ανώτερη είναι η ψυχή από το σώμα τόσο μεγαλύτερο είναι το πνευματικό όφελος του δότη από το βιολογικό κέρδος του λήπτη. «Μακάριόν εστι μάλλον διδόναι ή λαμβάνειν». ( Πραξ.κ΄35 ) .
β) Η δωρεά οργάνου πρέπει οπωσδήποτε να περιλαμβάνει τη «συνειδητή συναίνεση» του δότη, δηλαδή ο δότης πρέπει εν επιγνώσει ,ελεύθερα και αβίαστα να έχει συγκαταθέσει στην αφαίρεση των οργάνων του, αν τυχόν από κάποια αιτία καταστεί εγκεφαλικά νεκρός. Ο δότης πρέπει να ενεργεί ως δωρητής.
γ) Η Εκκλησία μπορεί να δεχθεί τις μεταμοσχεύσεις μόνο μέσα σε ατμόσφαιρα αγάπης ,συναλληλίας, ενίοτε αυτοθυσιαστικού φρονήματος, εξόδου από τον κλοιό της φιλαυτίας και φιλοζωίας μας- ποτέ ωφελιμιστικής ή χρησιμοθηρικής λογικής που αποξενώνει τον «δότη» από την προσφορά του.
Κατόπιν τούτων, οι μεταμοσχεύσεις προσεγγίζονται ως αφορμή μετάδοσης ζωής σε μερικούς ανθρώπους, κυρίως όμως ως ευκαιρία μετάγγισης πνευματικού ήθους στην κοινωνία.
...

Ζ. Περί συγγενικής συναινέσεως

22 . Η Εκκλησία υπό όρους και κατ’ οικονομία , μέσα στην προοπτική της ιερότητος των συγγενικών δεσμών και της επιδιωκόμενης καλλιέργειας των σχέσεων κοινωνίας, θα μπορούσε να δεχθεί και την υποκατάσταση της βουλήσεως του δότη από τους συγγενείς, βέβαια με το δεδομένο ότι αυτή δεν αντιτίθεται προς τη δική του. Η πρόνοια για τους οικείους αποτελεί έκφραση πίστεως ( Α΄Τιμ. ε΄8 ) , οι δε εγγενείς υποχρεώσεις απέναντί τους απόδειξη ιερών συγγενικών δικαιωμάτων.
Για τους συγγενείς η ζωή του δότη και η τιμή του σώματος του ίσως έχουν μεγαλύτερη αξία απ’ ότι για τον ίδιο. Με δεδομένη την αγάπη, η απόφαση της δωρεάς του σώματος του άλλου ίσως να είναι και δυσκολότερη από αυτή της δωρεάς του δικού μας σώματος. Υπ’ αυτή την έννοια, ο πραγματικός δότης είναι οι συγγενείς.
23. Επειδή στην κοινωνία και εποχή μας τα πάσης φύσεως συμφέροντα , ιδίως τα οικονομικά, συχνά παρεμβάλλονται με βέβηλο τρόπο ακόμη και στις ιερότερες των σχέσεων, ο νόμος θα πρέπει να προνοεί για την αποφυγή κάθε υποψίας εμπορευματοποίησης των μοσχευμάτων από τους συγγενείς.
24. Ευχής έργον θα ήταν, κατά την οποιαδήποτε ενυπογράφου συναινέσεως, να μπορούσε ο δότης να εκχωρήσει κε των προτέρων το δικαίωμα διαθέσεως του σώματός του στους συγγενείς του.

Η. Οι επιφυλάξεις της Εκκλησίας

25. Επειδή η εξέλιξη των επιστημών επικοινωνίας και πληροφορικής ( διαδίκτυο, τήρηση μηχανογραφικών αρχείων με ευρύτατο φάσμα δεδομένων και περιορισμένη δυνατότητα ελέγχου κ.α. ) αφ’ ενός και η πνευματική πενία των σύγχρονων κοινωνιών αφ’ ετέρου είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε κακοποίηση ,εκμετάλλευση ή και θυσία των μεταμοσχεύσεων στον βωμό των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων, η Εκκλησία οφείλει να προστατεύσει το θεσμό, την πράξη και τα εμπλεκόμενα πρόσωπα από ενδεχόμενη βεβήλωση ( βεβιασμένη διάγνωση ή προχειρότητα στην τήρηση των κριτηρίων του εγκεφαλικού θανάτου, εμπορευματοποίηση ή συναλλαγή οιασδήποτε φύσεως σχετικά με την προσφορά οργάνων, επιλογή ληπτών επί τη βάσει ρατσιστικών κριτηρίων, παραβιάσεις των καταστάσεων αναμονής, κ.λ.π. ) .
26. Προς αποφυγήν των παραβιάσεων των καταστάσεων αναμονής, πρέπει να γίνει το αρχείο εγγραφής δοτών επί μηχανογραφικής βάσεως, το οποίο να ελέγχεται από κεντρικό αδιάβλητο μηχανισμό.
27. Ενώ η διεθνής και ελληνική νομοθεσία ,για να προστατεύσει τις μεταμοσχεύσεις από την απειλή της εμπορικής συναλλαγής, επιβάλλει την ανωνυμία του λήπτη και του δότη και απαγορεύει τη δωρεά οργάνου σε προκαθορισμένο από το δότη φιλικό ή συγγενικό πρόσωπο ( εξαίρεση οι μεταμοσχεύσεις νεφρών από ζώντα δότη), κάτι τέτοιο δεν αντιτίθεται κατ’ ανάγκην στην ηθική της Ορθοδόξου Χριστιανικής Εκκλησίας.
28. Η Εκκλησία δεν μπορεί να συγκατατεθεί στην αφαίρεση οργάνων από βρέφη με συγγενή ανεγκεφαλία. Τέτοιοι δότες είναι πολύ σπάνιοι , πράγμα που περιορίζει τις ελπίδες των ληπτών-βρεφών. Παρά ταύτα τα ανεγκέφαλα βρέφη επειδή δεν στερούνται στελέχους δεν είναι εγκεφαλικώς νεκρά και επειδή στερούνται συνειδήσεως δεν έχουν τη δυνατότητα της συναινέσεως- και φυσικά κανείς δεν μπορεί να την εικάσει. Αυτό δημιουργεί νομικό κώλυμα στην αφαίρεση οργάνων. Επιπλέον, η κοινωνία πρέπει να αρνηθεί κάθε ωφελιμιστική θεώρηση αυτών των βρεφών. Η ανάγκη σεβασμού προς αυτά δεν αφήνει περιθώρια ώστε το πέρασμά τους απ’ αυτό τον κόσμο να είναι εντελώς χρηστικό.
29. Σχετικά με το ενδεχόμενο χρήσης τεχνητών οργάνων ή και ξενομοσχευμάτων ( γενετικά επεξεργασμένων μοσχευμάτων από ζώα ) ,όπως και προϊόντων κλωνοποίησης, επειδή η έρευνα δεν έχει να παρουσιάσει σαφή επί του παρόντος αποτελέσματα και η πορεία της δεν είναι ειλικρινής, η Επιτροπή Βιοηθικής επιφυλάσσεται να παρουσιάσει εν ευθέτω χρόνω τις θέσεις και απόψεις της επ’ αυτού.
30. Υπάρχει ο κίνδυνος ,στο άμεσο μέλλον, με τη χαλαρή διεθνώς ηθική απέναντι στην ευθανασία και την τάση νομοθετικής κατοχυρώσεώς της , οι μεταμοσχεύσεις να συνδυασθούν με την ευθανασία. Έτσι, άτομα που θα επιλέγουν αυτό τον τρόπο τερματισμού της ζωής τους ενδεχομένως θα καθίστανται και δωρητές οργάνων. Αυτός είναι ένας επί πλέον λόγος που η νομοθεσία των μεταμοσχεύσεων θα πρέπει απαραιτήτως να διαθέτει υψηλό ιδεολογικό υπόβαθρο.

Θ. Κριτική του νέου νόμου περί μεταμοσχεύσεων.

Ενώ η Εκκλησία αποδέχεται την ιδέα των μεταμοσχεύσεων, αδυνατεί να συμφωνήσει με την πρόσφατη νομοθετική κατοχύρωσή τους στη χώρα μας, η οποία κυριαρχείται από χρησιμοθηρική αντίληψη και στενό ορθολογισμό. Ο μόνος τρόπος προστασίας από το ενδεχόμενο κακοποιήσεώς της είναι η σχετική νομοθεσία να είναι σαφής, μελετημένη, ιδεολογική και όχι χρησιμοθηρική.
31. Στον προσφάτως ψηφισθέντα νόμο, ο νομοθέτης ερμηνεύει τη «μη άρνηση» των συγγενών ως συναίνεση του δότη (Άρθρ. 12, παρ. 4) . Τα όργανα αφαιρούνται όχι όταν συναινούν, αλλά όταν «δεν αντιτίθενται» οι συγγενείς. Οι μεταμοσχεύσεις δεν είναι δυνατόν να στηριχθούν σε μια «μη άρνηση», και μάλιστα των συγγενών, τη στιγμή που όλοι αγωνιζόμαστε για τη συγκατάθεση, και μάλιστα του δότη.
32. Στην περίπτωση αυτή, η έλλειψη ή η μη εξεύρεση συγγενών θα ήταν δυνατόν να ερμηνευθεί ως «μη άρνηση». Συνεπώς, κάθε εγκεφαλικά νεκρός αλλοδαπός, λαθρομετανάστης, άγνωστος και εγκαταλελειμμένος, αθίγγανος κ.λ.π. – ο αριθμός των οποίων δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητος, και των οποίων οι συγγενείς είτε δεν βρίσκονται στην Ελλάδα, είτε δεν είναι εύκολο να ανευρεθούν- ή όποιος βρεθεί μόνος στο νοσοκομείο μετά από τροχαίο ατύχημα που δεν έχει γίνει αμέσως αντιληπτό από τους συγγενείς του θα θεωρείται αυτομάτως δότης. Θα πρέπει άραγε στη δυστυχία της μοναξιάς τους να προσθέσουμε και την αυθαίρετη αφαίρεση των οργάνων τους; Ο νόμος της «μη άρνησης» λοιπόν αποτελεί εκβιασμό της συνειδήσεως.
33. Η «συναίνεση» δεν έχει καμμία σχέση με τη «μη άρνηση». Το «δίνω κάτι δικό μου» είναι εντελώς διαφορετικό από το «μου παίρνουν κάτι που μου ανήκει». Στη δεύτερη περίπτωση η βούληση της πολιτείας και κοινωνίας υποκαθιστά ως αγαθό την έκφραση της προσωπικής ελευθερίας.
34. Το κράτος δεν έχει κανένα δικαίωμα εισχωρήσεως στην ιδιωτική σφαίρα της ζωής των πολιτών. Μια τέτοια ενέργεια αντιβαίνει στα άρθρα 2, παρ. 1 (περί του σεβασμού και της προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας) και 5, παρ. 1 ( περί της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητος του ατόμου) του συντάγματος.
35. Δεν μπορεί επίσης να υποχρεώνει τον πολίτη να εκφέρει γνώμη χωρίς να κατοχυρώνει το δικαίωμά του να μην εκφέρει. Ποιες οι επιπτώσεις αν ο πολίτης αρνηθεί να εκφράσει τη βούλησή του;
36. Η υποκατάσταση του όρου «εγκεφαλικός θάνατος» με το «νέκρωση του εγκεφαλικού στελέχους» θεωρείται ιατρικά αμφιλεγόμενη και ιδεολογικά ύποπτη. Η διαπίστωση της παύσης των λειτουργιών όχι μόνο του εγκεφαλικού στελέχους αλλά και του φλοιού επιβεβαιώνει την ανεπίστρεπτη παύση όλων των εγκεφαλικών λειτουργιών και γι’ αυτό είναι επιβεβλημένη.
37. Η δια νόμου υποχρεωτική διακοπή της μηχανικής υποστήριξης της αναπνευστικής λειτουργίας σε περίπτωση εγκεφαλικά νεκρού ατόμου που δεν είναι δότης (Άρθρ.12, παρ. 6 ) είναι πνευματικά και ηθικά αντιδεοντολογική. Ο νόμος πρέπει να κατοχυρώνει τον γιατρό που, για λόγους συνειδήσεως, δεν επιθυμεί να διακόψει τον μηχανικό αερισμό και φυσικά όχι να τον τιμωρεί ( Άρθρ. 20, παρ. 1) .
38. Η δυσκολία των συγγενών να συναινέσουν στη δωρεά του σώματος, που οφείλεται σε προσωπικούς , συναισθηματικούς ή και φιλοσοφικούς λόγους, πρέπει να γίνεται απόλυτα σεβαστή και όχι να αντιμετωπίζεται εκβιαστικά με την απειλή της διακοπής της μηχανικής υποστήριξης ( Άρθρ. 12, παρ.6). ]





Από το βιβλίο «Basic positions on the ethics of Transplantations»
THE HOLY SYNOD OF THE CHURCH OF CREECE
BIOETHICS COMMITTEE
Athens 2007
Printed and bound by Apostoliki Diakonia of the Orthodox Christian Church of Greece

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου