Δευτέρα, 12 Αυγούστου 2013

Η εξομολόγηση της λαβωμένης παπαδιάς



Έγειρε ο ήλιος προς την δύσιν αυτού και έσκιαξαν τα πελώρια βουνά της Παναγιάς το μοναστήρι. Τα φαράγγια σκοτείνιασαν και προμήνησαν το επικείμενο σκοτάδι της νύχτας. Ο εκκλησιαστικός χτυπά το τάλαντο για τα Εσπερινά. Ωραία στιγμιότυπα και για τον μοναχό και για τον προσκυνητή. Κόσμος έχει συσσωρευθή απ’ όλη την μικρή Ελλάδα. Μια γυναίκα, προχωρημένη στα χρόνια, έμεινε πίσω, αν και βιάζεται να πιάσει στασίδι.
-      Κυρά καλή, γιατί τα γόνατά σου δεν λυγίζουν ;
-      Πάτερ ηγούμενε, θέλω να εξομολογηθώ, γι’ αυτό βρίσκομαι στις άγιες αυλές της Παναγιάς από τα χωριά των Αγράφων.
Αφού τελείωσαν οι εσπερινές δεήσεις, με άρπαξε κυριολεκτικά για το εξομολογητήρι. Με πολύ κόπο κατέβηκε τα λίγα σκαλοπάτια. Γονάτισε στο πετραχήλι.
-      Ευλογημένη, σήκω, αφού δεν μπορείς να κάμψης τα  


-      Πάτερ ηγούμενε, γονάτισα μπροστά σε τυράννους και στον Χριστό θα δυσκολευτώ να σταθώ γονατιστή να ξεκριματισθώ; Καλέ μου πατέρα, είμαι πρεσβυτέρα. Αυτός ο τόπος πέρασε δύσκολα και μαύρα χρόνια. «Παναγιά μου, ας μη ξανά’ρθουνε». Μετά την γερμανική Κατοχή ξημέρωσαν δίσεκτες μέρες για μας τους ορεσίβιους. Σκότωνε αδελφός τον αδελφό. Και, όπως έλεγε και ο καλός μου ο παπάς: «Να σε μισή και να σε κυνηγά ο εχθρός σου, ξεύρεις πού να κρυφτής, αλλ’ από το μίσος του αδελφού σου πώς να ξεφύγης;». Αυτό είναι από τον Ψαλτήρα, όπως άκουσα. Είμαι αγράμματη∙ δεν μπορώ να προσθέσω τίποτε άλλο. Τον παπά μου τον είχαν αποκηρύξει οι «αδελφοί» μας. Τον θεωρούσαν επικίνδυνο για την απελευθέρωση. Απειλούσαν να τον σουβλίσουν, σαν τον Αθανάσιο Διάκο, στο μέσον του χωριού. Μέρες κρυβόταν σε λημέρια άγνωστα σ’ εμένα. Μόνον την νύχτα ερχόταν για λίγο ψωμί και καμμιά αλλαξιά κι έφευγε πάλι σ’ απόκρυμνα φαράγγια.
Κάποια μέρα δύο άνανδρα παλληκάρια  με άρπαξαν από τα μαλλιά για το Καρπενήσι. Τα παιδιά μου πίσω έκλαιγαν την στέρηση του πατέρα και της μάννας. Τα όσα υπέφερα στη διαδρομή δεν τα βάσταξε ο νους μου να σου τα πω. Αυτοί δεν ήταν άνθρωποι∙ ήταν θεριά της ζούγκλας. Στο Καρπενήσι, δεμένη με γονάτισαν σε άστεγες δημόσιες τουαλέτες μέσα στα χιόνια. Εκεί έμεινα δυο μέρες γονατιστή μέσα στον πάγο τον Δεκέμβριο. Έπαθαν τα γόνατά μου αγκύλωση, όπως λέγουν οι γιατροί, και έκτοτε βαδίζω  με πολλές δυσκολίες στις κακοτράχαλες στράτες των Αγράφων.
Στις αρχές του ’50 ήρθε ο δεσπότης στην γιορτή του χωριού. Μετά την Λειτουργία, τον φιλέψαμε στο φτωχικό μας. Εκείνο το σπίτι ήταν αληθινή καλύβα. Τουαλέτα είχε ξεκουφωμένο κορμό ελάτης. Κάθισε ο δεσπότης μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο του καθιστικού. Έως ότου ετοιμασθή το φαγητό, του ζήτησα εξομολόγηση.
-      Δεσπότη μου, δεν μπορώ να συγχωρέσω αυτούς τους σκύλους, που με κατήντησαν ανάπηρη, και μάλιστα, οσάκις με απαντούν  στον δρόμο, γελοκοπούν με την δυσκολεμένη μου περπατησιά.
Ο δεσπότης έκαμε το κεφάλι του προς τα πίσω, λέγοντας:
-      Ποτέ! Ποτέ να μη τους συγχωρήσης.
Του έφυγε το καλημαύχι και, έως ότου υπάγω να του το πιάσω, ένα γαϊδούρι είχε βάλει και τα δυό του πόδια μέσα σ’ αυτό το καπέλο και το είχε κουρελιάσει. Τίποτε άλλο δεν είχε απομείνει να του δείξω την συμφορά. Ο δεσπότης έφυγε για την Ναύπακτο με πεσκίρι στο κεφάλι. Ένιωσα πολύ ζωντανά πως αυτή δεν ήταν καλή συμβουλή. Ο λόγος του δεν ήταν εκ Θεού∙ και ήρθε αμέσως σημείο από τον ουρανό. Ο παπάς μου μου είπε:
-      Τρέξε σε πνευματικό να το εξαγορευθής.
Γι’ αυτό ήρθα τόσο δρόμο να σου το εξομολογηθώ προτού πεθάνω.


Φαίνεται ο κατακαημένος επίσκοπος ποτέ δεν πρόσεξε τα λόγια του ιερού Χρυσοστόμου πως η μοναδική αρετή που αναπαύει τόσο πολύ τον Θεό είναι το να συγχωρούμε τον αδελφό μας.


Από το βιβλίο: «Μορφές που γνώρισα να ασκούνται στο σκάμμα της Εκκλησίας»
Ιερά Μονή Δοχειαρίου , Άγιον Όρος

Γραφικές Τέχνες – Εκδόσεις: «Το Παλίμψηστον»

Νώτη Γεωργία

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου