Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

«Ο ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΖΕΡΒΑΚΟΣ ( Ο ουρανοδρόμος οδοιπόρος,1884-1980)..."

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ
ΑΡΧΜ.ΦΙΛΟΘΕΟΥ ΖΕΡΒΑΚΟΥ
(1884-1980)

Καταγωγή- Παιδική ηλικία


Ο πατήρ Φιλόθεος Ζερβάκος γεννήθηκε αρχές Μαΐου το έτος 1884 στο χωριό Πάκια της Λακωνίας, που ευρίσκεται πολύ κοντά στην κωμόπολι Μολάοι της Λακωνίας. Οι γονείς του, Παναγιώτης και Αικατερίνη, ήταν ευσεβείς και θεοσεβούμενοι χριστιανοί. Στο άγιο βάπτισμα ωνομάστηκε Κωνσταντίνος . Από την παιδική του ηλικία αγάπησε την εκκλησία, την ψαλμωδία και την ανάγνωσι ιερών βιβλίων.
Στην μικρή παιδική του ηλικία τον συνέβη κάποτε το εξής γεγονός, που ήταν προτύπωσις των μελλόντων να συμβούν. Συναθροίσθησαν τα παιδιά του της γειτονιάς και τα πιο μικρά του χωριού για να παίξουν. Ενώ, όμως, έπαιζαν συμφώνησαν όλα τα παιδιά και τον εξέλεξαν ηγούμενο. Τον προσέφεραν δε, σαν βακτηρία (ράβδο) ένα καλάμι και, αφού τους έβαλε στην γραμμή, εβγήκαν έξω από το χωριό ,δήθεν για να κτίσουν μοναστήρι, να γίνουν ασκηταί.
Εις το σημείον αυτό παραθέτουμε απόσπασμα από επιστολή του πατρός Φιλόθεου με παραλήπτη κληρικόν και γραμμένη στις 13-9-1955 ,αναφερόμενη σε προφητεία του παππού του , και η οποία έχει ως εξής: «…Όταν ήμουν παιδίον 7-8 ετών ο παππούς μου, γέρων, τότε εκατοντούτης και αόμματος, και τον επεσκέφθημεν μετά του αειμνήστου πατρός μου, με εζήτησε, με ασπάσθηκε, και είπε εις τους παρόντας∙ αυτό το παιδί μίαν ημέραν θα γίνη ιερεύς, όπως και έγινα…».
Ενώ ακόμη βρισκόταν ο μικρός Κωνσταντίνος σε ηλικία 8-10 ετών και επέστρεφε από κάποιο πατρικό κτήμα στο χωριό, εμφανίστηκε στο δρόμο ο διάβολος μπροστά του με παλαιά και σχισμένα ρούχα και παπούτσια, χαλκοπράσινος στο πρόσωπο και αηδέστατος, με κέρατα στο κεφάλι, και, αφού σταμάτησε μπροστά του σε απόστασι περίπου 10 μέτρων, έριχνε επάνω του πέτρες σαν βροχή. Οι πέτρες όμως έπεφταν δεξιά και αριστερά μπροστά στα πόδια του, αλλά καμμιά δεν τον άγγιζε.
Τόση μεγάλη αγάπη και θεϊκό πόθο είχε προς την εκκλησία, ώστε, ενώ πολλές φορές οι γονείς του τον έστελναν σε εργασία και συνέβαινε να κτυπήση η καμπάνα της εκκλησίας για Εσπερινό ή Θεία Λειτουργία, άφηνε την εργασία και έτρεχε στον ιερό Ναό. Αυτό έγινε αφορμή να αναγκασθούν οι γονείς του, όταν πλησίαζε η ώρα του Εσπερινού ή του Όρθρου ,να μην τον στέλνουν σε δουλειά.
Αφού τελείωσε το Δημ. Σχολείο στην ιδιαιτέρα του πατρίδα, οι γονείς του τον έστειλαν στο Διδασκαλείο και έγινε διδάσκαλος σε ηλικία 17 ετών. Μόλις ετελείωσε το Διδασκαλείο άκουσε ότι στην Αμερική οι ομογενείς ζητούν Έλληνας διδασκάλους για τα παιδιά τους. Απεφάσισε να μεταβή εις την Αμερική, αλλά, όπως έδειξαν τα πράγματα, δεν ήταν θέλημα Θεού και εμποδίστηκε.
Κάποια ημέρα, διερχόμενος από ένα κατάστημα του χωριού του, είδε μικρά βιβλιαράκια με βίους Αγίων. Αγόρασε μερικά και, όταν έφθασε στο πατρικό του σπίτι, κλείστηκε στο δώματιό του και άρχισε να μελετά. Διάβασε τους βίους των Αγίων Αντωνίου, Ιωάννου του Δαμασκηνού, Αγίας Βαρβάρας και άλλων.

Επίσκεψη χάριτος

Κατά την στιγμή όμως που διάβαζε αισθάνθηκε σαν να μπήκε στην καρδιά του ακτίνα θεϊκού φωτός ,η οποία εγέμισε την καρδιά του
από ανέκφραστη γλυκύτητα, χαρά και αγαλλίασι, και άναψε ένα πόθο και έρωτα υπερβολικό προς τον Θεό και τα ουράνια ∙ και είτε έτρωγε, είτε περπατούσε, είτε συνωμιλούσε ο νους του σκεπτόταν τα ουράνια και η ψυχή του και η καρδιά του ήταν, κατά κάποιο τρόπο ,κολλημένα στον Θεό και τα ουράνια.
Κατά τον χρόνο που διάβαζε τα μαρτύρια των Αγίων Μαρτύρων τον φαινόταν σαν να ήταν παρών και τα έβλεπε, και η ψυχή του κατανυγόταν. Όσες φορές πάλιν εδιάβαζε τους βίους των Οσίων Πατέρων φανταζόταν την έρημο και αισθανόταν κάποια γλυκύτητα και ,σιγά-σιγά, ,τον ερχόταν η επιθυμία για την μοναχική πολιτεία και ζωή.
Τον πόθο αυτόν εφανέρωσε στην μητέρα του , η οποία ,στην αρχή, έδειξε ότι ευχαριστήθηκε και τον ευχήθηκε να τον αξιώση ο Κύριος να γίνη μοναχός∙ αλλ’ όταν κάποιο βράδυ της είπαν ,ότι απεφάσισε να μεταβή σε έρημο τόπο για να γίνη μοναχός ,και να τον δώση χρήματα για να αναχωρήση, και είδε την στερεά απόφασί του, ελυπήθηκε και άρχισε να τον συμβουλεύη, ότι έπρεπε να μείνη, να περάσουν μερικά χρόνια και τότε να έφευγε. Ο νέος, τότε, Κωνσταντίνος, επέμενε και εστεναχώρησε την μητέρα του. Την νύκτα, στον ύπνο του, είδε ότι φοβεροί γίγαντες και απαίσιοι στην μορφή ερχόνταν μερικοί εναντίον του τρίζοντες τα δόντια τους και κρατώντας μαχαίρια, ξίφη γυμνά και κοντάρια, και τον απειλούσαν. Ένας μάλιστα από αυτούς, που φαινόταν σαν αρχηγός, με θυμό τον έλεγε: Αυτό που έβαλες στον νου σου γρήγορα να το βγάλης, γιατί θα σε κατασφάξουμε, θα σε κατακερματίσουμε ,και πλησίαζαν τα ξίφη και τα κοντάρια τους στο σώμα του.
Έντρομος και έμφοβος άρχισε δυνατά να επικαλείται σε βοήθεια την Κυρία Θεοτόκο∙ και ιδού βλέπει να κατέχεται από τους ουρανούς η εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου Μαρίας, την οποία αμέσως προσκύνησε ,και, αφού την έλαβε στα χέρια του, την καταφιλούσε και παρακαλούσε θερμά, λέγοντας: «Παναγιά μου, μη με εγκαταλίπης». Μόλις όμως φάνηκε η εικόνα οι φοβεροί εκείνοι γίγαντες έγιναν άφαντοι. Μετά όμως από λίγο η εικόνα της Παναγίας ανελήφθη και οι απαίσιοι εκείνοι ήλθαν πάλι με περισσότερο θυμό και λύσσα να τον κατασπαράξουν. Επικαλέσθηκε τότε και πάλι την Κυρία Θεοτόκο και εμφανίστηκε οπότε και διεσκορπίστηκαν . Όταν, πάλι, ανελήφθηκε εκ νέου η εικόνα, ήλθαν, για τρίτη φορά, οι απαίσιοι εκείνοι όχι όμως σε μορφή ανθρώπων ,αλλά σε μορφή τεράτων. Μέχρι την μέση είχαν πόδια ανθρώπων, από δε την μέση και πάνω ήταν σαν άγριοι ταύροι και έκαμναν σχήματα για να τον κατασπαράξουν. Και πάλι εζήτησε την βοήθεια της Κυρίας Θεοτόκου, η οποία ,αφού φανερώθηκε με την πάνσεπτο εικόνα Της, έδιωξε τα θηρία εκείνα. Αυτός όμως κατελήφθηκε από μεγάλο φόβο και τρόμο και κρατώντας στην αγκαλιά του την ιερή εικόνα Tης έλεγε: «Μη, Παναγία μου, πλέον απομακρυνθής ∙ μείνε μαζί μου, διότι ζητούν να με κατασπαράξουν». Λέγοντας αυτά ήλθε στον εαυτό του, δηλ. εξύπνησε ,και τόσος φόβος τον κατέλαβε, ώστε έμεινε μέχρι το πρωί ακίνητος και τρέμοντας.
Από τότε, τόσος φόβος τον κατέλαβε, ώστε μετά την δύσι του ηλίου είχε φόβο να βγη από το σπίτι, νομίζοντας ότι θα έβλεπε τους απαίσιους εκείνους γίγαντας. Με τον καιρό όμως, και λίγο-λίγο, τον έφυγε ο πόθος που είχε για την Μοναχική πολιτεία (ζωή) και άρχισε να επιθυμή τα του κόσμου, δηλ. τον πλούτο, την δόξα, τα αξιώματα, τις σαρκικές ηδονές και αναπαύσεις του σώματος. Αλλά η Χάρις του Θεού δεν τον εγκατέλειψε ούτε τον άφησε να γίνη δούλος του κόσμου και αιχμάλωτος των σαρκικών επιθυμιών.
Την περίοδο αυτή και σε ηλικία 17 ετών το 1901 είχε διορισθή διδάσκαλος στο χωριό Φοινίκι της περιοχής Μολάων που ήταν κοντά στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Εκεί κάποια ημέρα επήγε στο σπίτι ενός φίλου του φοιτητού, με τον οποίο έκαμναν εξάσκησι στην εκμάθησι μουσικών οργάνων (κιθάρας, μαντολίνου, βιολιού κ.λπ. ), γιατί από την παιδική του ηλικία αγαπούσε την μουσική, τα άσματα και τα ποιήματα. Επειδή όμως ο Θεός τον είχε προικίσει και με το χάρισμα της φωνής, οι ομοχώριοί του τον εφώναζαν πολλές φορές στην αγορά και απήγγειλε ποιήματα ,και, διότι από μικρός έψαλλε μελωδικά, τον ωνόμαζαν γαλιάντρα, δηλαδή καλήφωνο.
Όταν επήγε στο σπίτι του φίλου του, κατόπιν προσκλήσεως, για να παίξουν, εκείνος για να τον ευχαριστήση, επειδή γνώριζε πόσο του άρεσε η ψαλμωδία, άρχισε με το μουσικό όργανο να ψάλη τα ευλογητάρια , ο δε νέος Κωνσταντίνος, αφού ατένισε επάνω σε ένα τραπέζι, είδε κάποιο καλοδεμένο βιβλίο το οποίο άνοιξε και διάβασε την επικεφαλίδα που έγραφε: «Αδάμαντες του Παραδείσου», βιβλίο που εκδόθηκε από τον Κων/νο Δουκάκη από την Καλαμάτα.
Αυτό το βιβλίο περιείχε στην αρχή τον λόγο του Μεγ. Βασιλείου εις το «Πρόσεχε σεαυτώ», βίους εκλεκτών Αγίων και άλλες ψυχωφελείς διηγήσεις. Την στιγμή εκείνη τόση χαρά αισθάνθηκε, ώστε τον εφάνηκε ότι πράγματι ευρήκε αδάμαντες του Παραδείσου, όχι επίγειους, αλλά ουρανίους∙ και αφού έλαβε το βιβλίο ανεχώρησε με σπουδή χωρίς να αναφέρη τίποτε στον φίλο του, ο οποίος βλέποντας την αιφνίδια αλλοίωσι και αναχώρησί του βγήκε έξω στον εξώστη του σπιτιού του και τον προσκαλούσε . Αλλά ο νέος Κωνσταντίνος σαν κωφός δεν άκουσε και σαν άλαλος δεν άνοιξε το στόμα του, αλλά επήγε στο σπίτι του, μπήκε στο δωμάτιό του, έκλεισε την πόρτα και άρχισε ,με κατάνυξι και ευλάβεια να διαβάζη. Τόση δε χαρά και ευχαρίστησι αισθανόταν ,ώστε τον φαινόταν ότι πράγματι το βιβλίο αυτό περιείχε αδάμαντες του Παραδείσου.

Καλή αλλοίωσι

Μελετώντας, στην συνέχεια με προσοχή τον λόγο του Μεγ. Βασιλείου εις το «πρόσεχε σεαυτώ», τόση αίσθησι έλαβε και τόσο φόβο, στοχαζόμενος το άδηλο του θανάτου, ώστε έλεγε στον εαυτό του: «Άραγε τί γίνεται ,εάν πεθάνω αυτή τη στιγμή, αυτή την ώρα ή την ημέρα; Πού θα απέλθη η ψυχή μου, αφού δεν έκανα κανένα καλό για τη σωτηρία μου; διότι και ο νους μου ήταν προσκολλημένος στην ματαιότητα του κόσμου. Από την στιγμή εκείνη άφησε τα όργανα, τον κόσμο, ,τις επιθυμίες του κόσμου, και ο νους και η καρδιά και η ψυχή του προσεκολλήθησαν στην αγάπη του γλυκυτάτου μας Ιησού Χριστού και των ουρανίων αγαθών. Απέφευγε στο εξής την συναναστροφή και την επικοινωνία με τους κοσμικούς και ματαιόφρονας ανθρώπους, και μόνον με τους ιερείς συναναστρεφόταν ,και όπου άκουε ότι υπήρχε κάποιος ενάρετος και ευλαβής έτρεχε για να τον γνωρίση, συνομιλήση μαζί του και ωφεληθή. Εις δε την ανάγνωσι των θρησκευτικών βιβλίων τόση ευχαρίστησι έπαιρνε, ώστε πολλές φορές ολόκληρες νύκτες αγρυπνούσε μελετώντας στον Νόμο του Κυρίου. Επίσης μεγάλη χαρά ελάμβανε στην Εκκλησία , και γι’ αυτό με χαρά, σαν το διψασμένο ελάφι που τρέχει στις πηγές των υδάτων , έτσι έτρεχε στην Εκκλησία ,πρωτύτερα από όλους, για τον Εσπερινό, τον Όρθρο και την Θεία Λειτουργία.
Μαζί του είχε και τους μαθητάς του (του σχολείου) στις καρδιές των οποίων, με την ηθική διδασκαλία και τα κατηχητικά μαθήματα ,συνεργούσης και της Θείας Χάριτος, κατώρθωσε και εμφύτευσε την πίστι και τον φόβο του Θεού, ώστε ενόμιζε κανείς ότι τα παιδιά εκείνα δεν ήσαν παιδιά, αλλ’ άγγελοι Θεού!
Στα δυόμισυ χρόνια που υπηρέτησε σαν διδάσκαλος στο χωριό Φοινίκι της Λακωνίας ο ένας μαθητής στον άλλο δεν είπε ποτέ σκληρό λόγο , αλλά και στα σπίτια τους και στον δρόμο και όπου επήγαιναν ή ευρίσκονταν συμπεριφέρονταν σεμνά και καμμιά παρεκτροπή ποτέ δεν έγινε. Εσέβονταν τους γονείς τους και αγαπούσαν όλους. Στην εκκλησία παρέμεναν με πολλή ευλάβεια και προσοχή, με σταυρωμένα τα χέρια και ενατενίζοντες προς τις άγιες εικόνες , χωρίς καθόλου να κινούνται ή να κοιτάζουν δεξιά και αριστερά, διότι τους εδίδασκε ότι πρέπει να προσέχουν επειδή τους βλέπει ο Θεός. Είχε δε καταρτίσει δύο χορούς από καλλιφώνους μαθητάς και έψαλλαν στην εκκλησία μελωδικώτατα, και πολλές φορές χωριά και κωμοπόλεις της επαρχίας ζητούσαν από ενωρίς και καλούσαν τον θερμουργό διδάσκαλο Κωνσταντίνο και τα παιδιά της εκκλησιαστικής χορωδία του για να ψάλλουν. Όταν πάλι μαθητές του Σχολείου στο δρόμο ή στο σπίτι τους παρεκτρέπονταν ,μόλις ερχόταν στο Σχολείο μπροστά στον διδάσκαλό τους και τους λοιπούς μαθητάς εξομολογείτο και εζητούσε συγχώρησι . Με αυτό τον τρόπο όχι μόνον οι μαθηταί , που ήσαν πριν χειρότεροι και από άγρια θηρία (διότι εβλασφημούσαν ,ήσαν ασεβείς, παρήκοοι στους γονείς τους, ανυπότακτοι στο Σχολείο, ακόμη και κατά τα διαλείμματα έκαμναν πετροπολέμους), με την διδασκαλία από άγρια θηρία έγιναν ήμερα πρόβατα, αλλά και οι γονείς ωφελήθηκαν βλέποντας την μεταστροφή των παιδιών τους.

Κοινωνική δράσι

Στο χωριό Φοινίκι της Λακωνίας ,όπου υπηρέτησε σαν διδάσκαλος, (ο π. Φιλόθεος) για τρία περίπου χρόνια ,από το 1901-1904, επειδή δεν υπήρχε κοιμητήριο (νεκροταφείο) τα δε οστά των νεκρών ήσαν σε μια γωνιά του προαυλίου της Εκκλησίας, (επειδή όμως χάλασε ο τοίχος και εσκόρπισαν εδώ και εκεί…) επήρε τους μαθητάς του, τα περισυνέλεξε και τα τοποθέτησε σε μια μάνδρα έξω από το χωριό. Στη μάνδρα αυτή εφρόντισε και τους έπεισε, και συμφώνησαν και έκτισαν το νεκροταφείο. Εις αυτό επήγαινε συχνά με τους μαθητάς του και εργαζόταν. Μετέφεραν άλλοτε πέτρες, άλλοτε καθάριζαν τον τόπο, άλλοτε εργαζόταν στα θεμέλια, και βλέποντας οι κάτοικοι έδειχναν προθυμία. Τα αποτέλεσμα ήταν να συγκεντρωθούν αρκετά χρήματα και έτσι εκτίσθηκαν το νεκροταφείο και ο ιερός ναός στο όνομα των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ.
Επίσης, επειδή δεν υπήρχε σχολείο και οι μαθηταί ταλαιπωρούντο ,εφρόντισε και γι’ αυτό. Αφού ωμίλησε, κατάλληλα, στην Εκκλησία προς τους κατοίκους του χωριού, έκαμε στην συνέχεια κατάλογο, έγραψε τα ονόματα όλων των χωρικών και συνέστησε μια επιτροπή. Έπειτα προχώρησε στην διενέργεια εράνου, και όλοι προσέφεραν τον οβολό τους. Έγραψε δε και επιστολή στους ομογενείς της Αμερικής τους οποίους παρακαλούσε να κάμουν έρανο και βοηθήσουν στην οικοδομή του Σχολείου. Σε λίγο Καιρό συγκεντρώθηκε το αναγκαίο χρηματικό ποσό. Ταυτόχρονα όμως , με την προσωπική εργασία των κατοίκων, του ιδίου και των μαθητών του, ετοιμάσθηκαν όλα τα υλικά , ασβέστης, άμμος ,πέτρες, ξύλα, και σε ενάμισυ χρόνο κτίστηκε το Σχολείο με όλα τα απαραίτητα. Εάν έμενε περισσότερο είχε σκοπό να μεριμνήση για την επιδιόρθωσι της Εκκλησίας, η οποία ήταν και μικρή και είχε απόλυτη ανάγκη να επιδιορθωθή.




Κλήσις προς τον Μοναχισμό

Στην κωμόπολι που υπηρετούσε ,σαν διδάσκαλος, είχε συνδεθή με πνευματική φιλία με δύο νέους, με τους οποίους έγινε συμφωνία να αναχωρήσουν από τον κόσμο και να πάνε στο Άγιον Όρος για να γίνουν μοναχοί. Στο τέλος του χρόνου, όταν τελείωσαν τα μαθήματα του Σχολείου και επήγε στην ιδιαίτερη του πατρίδα , είπε στη μητέρα του ,ότι είχε σκοπό ν’ αναχωρήση για να γίνη μοναχός. Στον πατέρα του δεν ανέφερε τίποτε, επειδή ήταν ενάντιος και τον απειλούσε. Δεν ήθελε για κανένα λόγο να γίνη μοναχός.
Στις αρχές Αυγούστου του 1902 ανεχώρησε από το πατρικό σπίτι του και επήγε σε ένα Μοναστηράκι που ήταν 7 ώρες περίπου μακριά από το χωριό του Πάκια και τιμώταν στο όνομα του μεγαλομάρτυρος Γεωργίου. Το είχε ιδρύσει ο αοίδιμος Διδάσκαλος Γεώργιος Στουρνάρας , ιατρός και μοναχός, προερχόμενος από την Ήπειρο , ο οποίος πολλή ωφέλεια προξένησε με την διδασκαλία και τον θεάρεστο βίο του όχι μόνον στην επαρχία Επιδαύρου Λιμηράς, αλλά και σε πολλές άλλες επαρχίες. Έτρεχαν δε προς αυτόν πολλοί από διαφόρους τόπους για να τον δουν, να ακούσουν την γλυκύτατη διδασκαλία του και να θεραπευθούν από τις σωματικές και ψυχικές τους ασθένειες. Εις το Μοναστηράκι αυτό παρέμεινε λίγες ημέρες με σκοπό να αναχωρούσε από εκεί για το Άγιον Όρος.
Αυτό όμως το έμαθε ο πατέρας του, ότι δηλ. βρισκόταν εκεί, και ήλθε να τον πάρη∙ και για να τον πείση να επιστρέψη τον παρακαλούσε με δάκρυα και λέγοντας ,ότι, αν δεν επέστρεφε, θα έπεφτε στην θάλασσα. Επί πλέον ρωτούσε. Γιατί τόσοι ιατροί, δικηγόροι, αξιωματικοί, διδάσκαλοι δεν γίνονται καλόγηροι; Γεν γνωρίζουν εκείνοι το συμφέρον τους; Τον έδειχνε δε και ένα νεόκτιστο μεγάλο σπίτι, που είχε κτίσει κάποιος πλούσιος από την Αμερική, στο πλησιέστερο χωριό του μικρού Μοναστηριού. Δεν βλέπεις, τον έλεγε, αυτό το καλό σπίτι; Πόσον ευτυχισμένος είναι αυτός που το έκτισε! Ο δε απήντησε: Εγώ, πατέρα μου, δεν βλέπω τα επίγεια, αλλά βλέπω τα ουράνια με τα μάτια της ψυχής μου. Τα επίγεια είναι πρόσκαιρα, μάταια και φθαρτά. Τα ουράνια είναι άφθαρτα, αθάνατα και αιώνια. Οι ιατροί, για τους οποίους μου λέγεις, και οι δικηγόροι και οι διδάσκαλοι και οι αξιωματικοί και οι στρατηγοί και οι υπουργοί και οι βασιλείς, τα αξιώματα που έχουν δε θα τα πάρουν μαζί τους, όταν πεθάνουν. Και αυτό το σπίτι [που εσύ μου δείχνεις αυτού του πλουσίου, δεν θα το πάρη μαζί του, ούτε τον πλούτο του, επειδή μετά τον θάνατο δεν παραμένει ο πλούτος, δεν συνοδεύει η δόξα, αλλά μόνον η αρετή ωφελεί τότε. Βέβαια και οι ιατροί και οι διδάσκαλοι και οι αξιωματικοί και οι πλούσιοι και όλοι οι ευρισκόμενοι στον κόσμο, όταν θέλουν και κάμνουν αρετές, αγαθοεργίες, τηρούν τις εντολές του Θεού, και δεν έχουν προσηλωμένο τον νου τους στα πρόσκαιρα και επίγεια, σαν τα ζώα, αλλά σκέπτονται τον θάνατο, την κρίσι και ανταπόδοσι, μπορούν να σωθούν και χωρίς να γίνουν μοναχοί. Εμένα όμως, επειδή ο Πανάγαθος Θεός ένευσε (μίλησε) στην καρδιά μου να τον ακολουθήσω, οφείλω να ακούσω και υπακούσω στην ευαγγελική φωνή. «Όστις θέλει οπίσω μου ακουλουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού, και ακολουθείτω μοι» ( Μαρκ. 8,34 ) , και ο «ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος» ( Ματθ. 10,37 ) .
Έχω καθήκον και υποχρέωσι να αγαπώ και εσάς σαν γονείς μου, να σας σέβομαι, τιμώ και υπακούω, αλλά έχω συγχρόνως καθήκον να αγαπώ περισσότερο τον Θεό, να τον τιμώ, να τον σέβομαι και να τον υπακούω. Εφόσον δε Εκείνος με προσκαλεί να τον ακολουθήσω, θα τον ακολουθήσω. Πρέπει, μάλιστα, και εσείς ,σαν γονείς μου, να χαίρεσθε και να με προτρέπετε προς αυτό και όχι να λυπήσθε και να με εμποδίζετε. Εάν ο επίγειος βασιλεύς με καλούσε στα ανάκτορά του για να με έχη κοντά του και για να μου έδιδε μεγάλο αξίωμα, τί θα εκάμνατε; Φαντάζομαι ότι θα το είχατε μεγάλη χαρά και θα το ενομίζατε σαν μεγάλη τιμή. Πολύ περισσότερο πρέπει να χαίρεσθε τώρα που με προσκαλεί κοντά του ο επουράνιος Βασιλεύς Ιησούς Χριστός.
Παρόλα αυτά ο πατέρας του επέμενε και τον έλεγε ότι, χωρίς αυτόν δεν μπορούν να ζήσουν, και αν δεν επιστρέψη θα πάη να πνιγή. Και είχε δίκαιον, εν μέρει, σημειώνει ο π. Φιλόθεος εις την αυτοβιογραφία του, που έλεγε αυτά, καθ’ ότι αγαπούσε υπερβολικά τους γονείς του, τους σεβόταν, τους φρόντιζε, και όλο του τον μισθό τον έδιδε σε αυτούς∙ αλλά και δεν μπορούσε ποτέ να τους αγαπήση περισσότερο και από τον Θεό. Φοβήθηκε όμως, για τον πατέρα του, μήπως ο πονηρός τον ωθήση (σπρώξη) σε απονενοημένο διάβημα και αναγκάσθηκε, καίτοι δεν το ήθελε, και επέστρεψε, με απόφασι σε πρώτη ευκαιρία να αναχωρούσε και πάλι κρυφά.
Μετά από λίγες ημέρες επήγε σε ένα πατρικό κτήμα, όπου έμενε ένας μικρότερος αδελφός του. Έφθασε εκεί αργά την νύκτα και, επειδή δεν τον βρήκε εκεί, είπε προς τον εαυτό του: «Τώρα είναι κατάλληλος καιρός να φύγω, διότι δεν θα με δη κανείς» ∙ και αμέσως ανεχώρησε βαδίζοντας ολόκληρη την νύκτα εκείνη ασκεπής και χωρίς υποδήματα, και χωρίς να έχη μαζί του μήτε ραβδί, μήτε τίποτε άλλο, εκτός από ένα μικρό ευαγγέλιο ,που είχε πάντοτε μαζί του και διάβαζε. Επειδή, όμως, ήταν νύκτα ασέληνος και εβάδιζε σε τόπους απάτητους, δασώδεις και επάνω σε βουνά, για να μην τον δη κανείς και ειδοποιήσει τους γονείς του και έλθουν σε αναζήτησί του, εβάδιζε επάνω σε αγκάθια με αποτέλεσμα να καταπληγωθούν τα πόδια του. Ο πόθος του, όμως, για να βρη τον ποθούμενο Χριστό, τον πολύτιμο μαργαρίτη, ανακούφισε τους πόνους και την ταλαιπωρία του.

...

Η ένωσις των «Εκκλησιών» μόνον δια της αληθούς ταπεινώσεως θα επιτευχθή.
(Αποσπάσματα)


…Μόνον δια της ταπεινώσεως, της μετανοίας και επιστροφής στον Θεόν, την Ορθόδοξον πίστιν, την Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστ. Εκκκλησίαν και τας Αποστολικάς και Πατρικάς παραδόσεις, χωρίς συμβούλια και διαβούλια, χωρίς ακαίρους και αλόγους διαλόγους ,χωρίς συνέδρια ματαιότητος, θα επιτευχθή η επιπόθητος ένωσις.
Εάν δεν αποβάλουν την υπερηφάνειαν, δεν ταπεινωθούν, δεν μετανοήσουν και επιστρέψουν, πάσαι αι προσπάθειαι, αι φροντίδες, κόποι και αγώνες προς ένωσιν θα αποβούν μάταιοι, ανωφελείς ,μάλλον επιζήμιοι, αιτία και αφορμή ευρύνσεως ,αυξήσεως των διαιρέσεων, διχονοιών και πολέμων…
Ουδείς πιστός Ορθόδοξος Χριστιανός ,συνετός, φρόνιμος, έχων ολίγον φόβον Θεού θα δεχθή ποτέ ένωσιν με τους αιρετικούς παπιστάς τους καταφρονητάς των επτά Αγίων Οικουμενικών Συνόδων και των Αποστολικών και πατρικών Παραδόσεων…
Ας στοχασθή καλώς ο Πατριάρχης και ας μη αυταπατάται και νομίζη εύκολον την ένωσιν και ότι θα τον ακολουθήσουν οι γνήσιοι Έλληνες Ορθόδοξοι και ότι θα καταπατήσουν την συνείδησίν των και θα καταφρονήσουν ευκόλως Αποστολικάς και Πατρικάς Παραδόσεις και τους Ιερούς κανόνας των Αγίων Αποστόλων και Θεοφόρων Αγίων Πατέρων… Εκείνων, οι οποίοι, δια να στηρίξουν την Ορθόδοξον πίστιν και την Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν, ηγωνίσθησαν, εκοπίασαν, ίδρωσαν, ενήστευσαν, ηγρύπνησαν, υπέμειναν βασάνους, διωγμούς, εξορίας, φυλακίσεις, καταφρονήσεις, θανάτους, και θα δεχθούν τας ιδικάς του Παραδόσεις και τας του Πάπα;…
…Οι καλοί ποιμένες , οι θειότατοι Πατέρες της Εκκλησίας, δια να φυλάξουν καθαράν και άσπιλον την Νύμφην του Χριστού Εκκλησίαν (όπως την παρέλαβον από τον Νυμφίον Χριστόν ) από τας διαφόρους και ποικίλας πλάνας και αιρέσεις, ηγωνίσθησαν, υβρίσθησαν, κατηγορήθησαν, εσυκοφαντήθησαν, εφυλακίσθησαν, εξωρίσθησαν, πολλάς βασάνους και θλίψεις υπέμειναν, τινές δε και θανάτους.
Αλλά τη πίστει τη θερμή προς τον Θεόν και τη του Αγίου Πνεύματος δυνάμει και χάριτι ενισχυθέντες ,εξεδίωξαν μακράν της Εκκλησίας τους λοιμώδεις λύκους ,τους αιρετικούς, εκσφενδονίσαντες τη σφενδόνη του Αγ. Πνεύματος , παραδόντες αυτούς τω αιωνίω αναθέματι∙ διό και ο Θεός, εδόξασεν αυτούς και εν γη και εν Ουρανώ. Και οι μεν Άγιοι Πατέρες ,οι καλοί και αληθείς Ποιμένες ,εξεδίωξαν μακράν της Εκκλησίας τους αιρετικούς , τους λοιμώδεις λύκους, ο δε Οικουμενικός πατριάρχης Αθηναγόρας καλεί τον αιρετικόν Πάπαν, τον εχθρόν της Ορθοδόξου Εκκλησίας ,τον παραβάτην και καταφρονητήν των Αποστολικών και Πατρικών Παραδόσεων. Πίπτει εις τας αγκάλας του ,τον εκλιπαρεί, τον αναγνωρίζει ως πρώτον, ανοίγει την θύραν της Ορθοδόξου Εκκλησίας των λογικών του προβάτων, είσελθε, τω λέγει, ως πρώτος και εγώ ως δεύτερος θα σε ακολουθώ με τα πρόβατά μου!! Οίμοι! Οίμοι ,ψυχή μου! Στέναξον, κλαύσον, θρήνησον, ως άλλος Ιερεμίας, ουχί δια την επίγειον Ιερουσαλήμ, την πόλιν των αιμάτων, την αποκτείνασαν τους προφήτας και λιθοβολήσασαν τους απεσταλμένους προς αυτήν ( Ματθ. 23,37 ). Συ θρήνησον δια την εκλεκτήν Νύμφην του Χριστού, την ακηλίδωτον και άμωμον , την Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν, την πνευματική Μητέρα των ορθόδοξων Χριστιανών, την αναδείξασαν τους Αγίους Απόστολους ,Μάρτυρας, Προφήτας, Ιεράρχας, Διδασκάλους, Ιερομάρτυρας, Οσιομάρτυρας, Οσίους και Δικαίους…
Δι’ αυτήν θρήνησον, διότι οι Επίσκοποι και φύλακες αυτής εκοιμήθησαν, οι δε ποιμένες αυτής ήνοιξαν διάπλατα τας θύρας, διά να εισέλθουν ακωλύτως οι λοιμώδεις λύκοι και θύσουν, αρπάσουν και σκορπίσουν τα πρόβατα, υπέρ ων Χριστός το Αίμα Αυτού εξέχεε…

O Κύριος, όμως, δεν καθεύδει∙ «Ιδού ου νυστάξει , ουδέ υπνώσει ο φυλάσσων τον Ισραήλ» (Ψαλμός 120,4 ). Ημείς όμως καθεύδομεν. Η νυξ και ο ύπνος της αμελείας μας κατέλαβε και εάν δεν εξυπνήσωμεν θα μας παραπέμψη τον αιώνιον θάνατον και θα μείνωμεν, ως αι μωραί παρθένοι, έξω του Νυμφώνος. Οι δε αισθητοί και νοητοί, οι ορατοί και αόρατοι λύκοι θα μας κατασπαράξουν.
Δια να μη μείνωμεν έξω του Νυμφώνος Χριστού και δια να μην κατασπαραχθώμεν υπό των ορατών και αοράτων εχθρών ημών, οι οποίοι κύκλω ημών περιπατούν, ας ακούσωμεν τον θεοκήρυκα Απόστολον Παύλον, όστις βροντοφώνως μας λέγει: «Ώρα ημάς ήδη εξ ύπνου εγερθήναι∙ η νυξ προέκοψεν, η δε ημέρα ήγγικεν∙ αποθώμεθα ουν τα έργα του σκότους και ενδυσώμεθα τα όπλα του φωτός…» (Ρωμ.13, 11-12)…
Εάν αποτινάξωμεν τον κατέρχοντα ημάς ύπνον της ραθυμίας και μετά σπουδής και επιμελείας αναστώμεν, και μετά πίστεως και συντριβής καρδίας ζητήσωμεν την βοήθειαν του Θεού, θα την λάβωμεν ,διότι δυνατός εστι και ημάς και την Εκκλησίαν Του να διαφυλάξη και πάντας τους εχθρούς ημών να διασκορπίση και αφανίση.
Αλλά δια να λάβωμεν την βοήθειαν του Θεού πρέπει συν τη προσευχή να σταθώμεν στερεοί και ανδρείοι, να ομολογήσωμεν την Ορθόδοξον Πίστιν και να είπωμεν ευθαρσώς προς τους σπεύδοντας και συνιστώντας την ψευδένωσιν και λοιπούς φιλοπαπιστάς εχθρούς και προδότας της Ορθοδοξίας, τα λόγια εκείνα τα χρυσά του σοφωτάτου και Οσιωτάτου Ιωσήφ Βρυεννίου, τα οποία είπε προς τους από τους Πάπα απεσταλμένους.
«Λοιπόν μηχανάσθε λαθραίως αποπλανήσαι ημάς; ή ουκ ίστε ως έκαστον μέγα κακόν από μικρού άρχεται, και ούτω γίνεται μέγα, και αεί εκ δοκούντων αδιαφόρων η πλάνη γίνεται, και εκ του συγκατατίθεσθαι τοις δοκούσι μικροίς παραπτώμασιν αρχόμεθα περιπίπτειν εν τοις μεγάλοις. Ουδέν εστι τούτο, ουδέν εκείνο. Ουκούν πάντα συγχωρητέα; Ως απώλοιτο αύτη η γνώμη μετά των συνιστώντων αυτήν! Ουκ αρνησόμεθα σε φίλη Ορθοδοξία∙ ου ψευσόμεθά σε πατροπαράδοτον σέβας, ουκ αφιστάμεθά σου μήτερ ευσέβεια∙ εν σοι εγεννήθημεν, εν σοι ζώμεν και εν σοι κοιμηθησόμεθα. Ει δε καλέσει καιρός, και μυριάκις υπέρ σου τεθνηξόμεθα!»
Ας ακούσωμεν δε και τον Όσιον και Άγιον Πατέρα ημών Μελέτιον τον Ομολογητήν, τί παραγγέλει περί των καταφρονητών των Αποστολικών και Πατρικών Παραδόσεων:
«Μη πείθεσθε μονάζουσι μηδέ τοις πρεσβυτέροις,
εφ’ οις ανόμως λέγουσι, κακίστως εισηγούνται.
Και τι φημί μονάζουσι και τους πρεσβυτέρους,
μηδ’ επισκόπους ήκετε, τα μη λυσιτελούντα.
Πράττειν και λέγειν και φρονείν δολίως παραινούσι!
Τις ευσεβής σιγήσειεν, τίς όλως ηρεμήσει,
και γαρ την συγκατάθεσιν η σιωπή σημαίνει.
Και τούτο δείκνυσι σαφώς ο Πρόδρομος Κυρίου
και Μακκαβαίοι συν αυτώ μικράς νομοθεσίας,
προκινδυνεύοντες στερρώς μέχρις αυτοθανάτου
και μήτε το βραχύτατον του Νόμου παριδόντες.
Επαινετός ο πόλεμος γνωρίζεται πολλάκις,
και μάχη κρείττον δείκνυται ψυχοβλαβούς ειρήνης.
Βέλτιον γαρ ανθίστασθαι τοις ου καλώς φρονούσι
ή τούτους επακουλουθείν κακώς ομονοούντας,
χωριζομένοις του Θεού και τούτοις ενουμένοις».
Ουδείς πιστός Ορθόδοξος, εχέφρων, συνετός, φρόνιμος, διακριτικός, έχων φόβον Θεού θα δεχθή τοιαύτην ψευδοένωσιν χωρίζουσαν του Θεού και ενούσαν τοις ψευδοχρίστοις, ψευδοδιδασκάλοις, αιρετικοίς εργάταις του σκότους.
Ημείς άπαντες οι Ορθόδοξοι ,ομοθυμαδόν, εν μια γλώσση, ψυχή, γνώμη και καρδία, επόμενοι τοις αυτόπταις του Λόγου και υπηρέταις θεοκήρυξι και πανενδόξοις ,πανευφήμοις Αποστόλοις, και τοις θεοφόροις Πατράσι, και τοις διδάγμασι, ταις διδαχαίς και παραδόσεσι αυτών ακουλουθούντες, ταύτην αποκηρύσσομεν. Δεν δεχόμεθα εν ουδενί λόγω ουδέ συμφωνούμεν…
Ερωτώ ,λοιπόν, Υμάς, Μακαριώτατοι, Παύλε Πάπα Ρώμης και Αθηναγόρα Πατριάρχα Κωνσταντινουπόλεως, είπατέ μοι, όσα οι τριακόσιοι εξήκοντα επτά Θεοφόροι Πατέρες, οι συγκροτήσαντες την Ζ΄ Αγίαν Οικουμενικήν Σύνοδον εις τον Α΄ Κανόνα αυτών και όλα όσα αι προηγούμεναι εξ άγιαι Οικουμενικαί Σύνοδοι εθέσπισαν (πριν του σχίσματος, ότε αι εκκλησίαι Ανατολική και Δυτική ήσαν μία, ηνωμέναι) να φυλάττωμεν είναι αληθή ή δεν είναι; Εάν είναι αληθή, ως είναι, διατί δεν τα ακολουθείτε;
Μάθετε , όχι από εμέ, αλλά από τους Αγίους Πατέρας, τους συγκροτήσαντες τας Επτά Αγίας Οικουμενικάς Συνόδους, από τον θεοκήρυκα Απόστολον Παύλον, το στόμα του Χριστού, ότι εάν δεν ακολουθήτε, δεν φυλάσσετε, όσα εκείνοι ευηγγελίσαντο, εκήρυξαν, εδίδαξαν, ενομοθέτησαν, μας παρέδωκαν εγγράφως ή αγράφως είσθε υπό ανάθεμα.
Και δια να απαλλαγήτε του αλύτου τούτου δεσμού, σας συμβουλεύει πάλιν Αυτός ο Ίδιος ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός να ταπεινωθήτε, να μετανοήσετε, να ομολογήσετε την υπερηφάνειαν και την παρακοήν σας, και δια της ταπεινώσεως, της μετανοίας ,επιστροφής, υποταγής και υπακοής εις τας Επτά Αγίας Οικουμενικάς Συνόδους και τας Αποστολικάς και Πατρικάς Παραδόσεις, άνευ διαλόγων ατελειώτων και μωρών και ακαίρων συζητήσεων, θα απαλλαγήτε του δεσμού του αναθέματος, και ,τότε, θα επέλθη η ποθητή ένωσις…

ΨΥΧΟΦΕΛΗ ΣΑΛΠΙΣΜΑΤΑ

Περί συγχρόνων ανθρώπων

…Δια τους ανθρώπους, τέκνον μου, της σημερινής πονηράς και σκολιάς γενεάς αρμόζουν τα λόγια του Κυρίου∙ Ούτος μοι λαός και μωρός και ουχί σοφός…, και εγώ φως εις τον κόσμον ήλθον και οι άνθρωποι ηγάπησαν το σκότος περισσότερον από το φως ,διότι είναι πονηρά τα έργα αυτών. Ουκ έστι σύνεσις, ουκ έστι μετάνοια, ουκ έστι πίστις, ουκ έστι αγάπη, ουκ έστι δικαιοσύνη και αλήθεια εις τους ανθρώπους της σημερινής πονηράς και σκολιάς γενεάς.
Ευτυχώς ευρίσκονται ολίγοι εκλεκτοί. Πολλοί γαρ εισίν οι κλητοί, αλλ’ ολίγοι οι εκλεκτοί∙ χάριν των ολίγων εκλεκτών φείδεται ο Θεός των πολλών αμαρτωλών ,αναμένων, ως μακρόθυμος και πολυέλεος ,την μετάνοιαν και επιστροφήν αυτών. Αλλ’ όταν ίδη ότι επιμένουν εις την κακίαν και δεν επιστρέφουν, τότε ως δίκαιος, τους παιδεύει…
Η σημερινή γενεά υπερέβη όλας τας γενεάς εις την κακίαν και εάν δεν επιστρέψη εις τον Θεόν και μετανοήση θα τιμωρηθή. Εκλείποιεν αμαρτωλοί από της γης και άνομοι ώστε μη υπάρχειν αυτούς. Εάν μη μετανοήτε, είπεν αυτός ο Κύριος ,ομοίως πάντες απολείσθε. Ημείς ας λυπούμεθα δια τον πολύν κόσμον που εσκοτίσθησαν, ετυφλώθησαν και δεν δέχονται το φως, ηγάπησαν περισσότερον το σκότος από το φως, το ψεύδος από την αλήθειαν, την κακίαν από την αρετήν, τον διάβολον από τον Χριστόν, και ας παρακαλούμεν τον Θεόν να τους φωτίση να ίδουν το φως το αληθινόν και να μετανοήσουν δια να μην απολεσθούν∙ να τον παρακαλούμεν να συγχωρήση και ημάς, διότι και ημείς είμεθα αμαρτωλοί, και να είμεθα έτοιμοι διότι δεν γνωρίζομεν την ώραν και την στιγμήν του θανάτου…

Δια την αγιότητα και τελειότητα τρία πράγματα απαιτούνται

… Δια τον καταρτισμόν της πνευματικού προόδου, η οποία οδηγεί τον άνθρωπον εις τον εξαγνισμόν, την καθαρότητα εκ του μολυσμού του ματαίου τούτου κόσμου και των ανθρωπίνων και σαρκικών παθών και ηδονών, δια την αγιότητα και τελειότητα και ένωσιν του ανθρώπου μετά του Θεού ,τρία πράγματα απαιτούνται:
Πρώτον, η κατά Θεόν χριστιανική ζωή και πολιτεία των γονέων και το καλό παράδειγμα αυτών.
Δεύτερον, η κατά Θεόν διδασκαλία και διαπαιδαγώγησις των τέκνων υπό των γονέων από μικράς, νηπιακής ηλικίας, αφ’ ης το παιδί αρχίζει να αισθάνεται , να εννοή, να ακούη, να ομιλή, και
Τρίτον, η απομάκρυνσις και τελεία αποφυγή εκ των κακών συναναστροφών, διεφθαρμένων, ασεβών, απίστων και διεστραμμένων παιδίων, κορασίδων, νέων, νεανίδων, ακόμη και γεροντισσών και γερόντων. Επειδή ,κατά τη γνώμη αρχαίων σοφών, αι κακαί συναναστροφαί φθείρουν ήθη χρηστά, και κατά τον Απόστ. Παύλον φθείρουν ήθη χρηστά ομιλίαι κακαί. Λοιπόν, ως τέκνα μου αγαπητά, σας δίδω τας ανωτέρω πατρικάς νουθεσίας , και από σήμερον να θέσετε εις εφαρμογήν τας οδηγίας μου δια να αναδείξητε την κόρην σας αγίαν. Πρωτίστως να της δώσετε το καλόν παράδειγμα, να γίνεται όσον το δυνατόν αγία, διότι αγίους μας θέλει ο Θεός. Γίνεσθε, είπεν, άγιοι, ότι εγώ Άγιος ειμί. Εάν ήτο αδύνατον, δεν θα το έλεγεν ο Θεός, διότι αδύνατα ο Θεός δεν ζητεί από τους ανθρώπους. Θα γίνωμεν δε Άγιοι ,εάν αγαπήσωμεν τον Θεόν με όλην μας την ψυχήν και την καρδίαν, αγαπήσωμεν δε και τον πλησίον μας, ακόμη και τους εχθρούς μας, ως τον εαυτόν μας. Τότε και μόνον θα γίνωμεν Άγιοι και παιδιά του Θεού…

Από το βιβλίο : «Ο ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΖΕΡΒΑΚΟΣ
( Ο ουρανοδρόμος οδοιπόρος,1884-1980)
Ένας σύγχρονος όσιος πατήρ
Της Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας
ΤΟΜΟΣ Α΄
• ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ
• ΕΞΩΘΕΝ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
• ΘΑΥΜΑΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
• ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΣΑΛΠΙΣΜΑΤΑ
• ΠΑΤΡΙΚΑΙ ΥΠΟΘΗΚΑΙ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου